Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

ΤΗΣ ΠΗΡΑΝ ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΡΑΣΤΗ ΤΗΣ:

Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνει. Με τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερα της χρόνια εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν έτρεξε να την προστατεύσει κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μύγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. Κι έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από το δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος (ΧΕΙΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ – ART by ELENADUDINA El barquito)





ΠΙΚΡΑΓΚΑΘΙ (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Ενεφανίσθη και χάθηκε η δεσποινίς που συνάντησα μες στο συρτάρι μου. Στη θέση της μία τολύπη κρατεί τον φώσφορο της ζωφόρου της. Άποικοι νέμονται τις εκτάσεις που εγκατέλειψε μα το παιδί των αναμνήσεών μας κομίζει πλοκάμια που μοιάζουν με τις έξη διαφορετικές ηδονές της δεσποινίδος που υπήρξε βασικώς μητέρα του παιδιού της και μητέρα μου. Κάποτε ζω μες το συρτάρι. Μα κάθε φορά που δεν ονομάζονται μερικές περιπτώσεις αλλιώς παρά χλαμύδες κάτω απ’ τις οποίες υποσκάπτονται τα θεμέλια μιας τραγικής κουρτίνας παίρνω το τελευταίο μαντήλι της και παρακαλώ το βάτραχό μου να καταργήσει κάθε οιμωγή που είναι δυνατόν να υπάρχει μέσα στους θώκους και επάνω από τις κουρτίνες.

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Ο κορεσμός των μυκτηριζόντων μαστοφόρων επέφερε τον κατευνασμόν της ηθοποιίας. Εις τας προθήκας των αμγαζιών τοποθετήθηκαν φανταχτερά απίδια και πολύ μικρά κογχύλια που δεν εσάλευαν παρά μόνον όταν αναστέναζαν τα παιδιά των εργοδοτών. Γι’ αυτό οι συρμοί πολυτελείας εσταμάτησαν μίλις εξεπορεύθη το ποτήρι της δοκιμής των γενικών δοκιμών εντός του οίκου του δυστυχήσαντος κωπηλάτου. Η φύσις τους εφόρεσε τους θυσάνους των γυναικών που γιόρταζαν και οι δωρηταί των πεπιεσμένων θωρηκτών προπηλακίζουν έκτοτε την ανθοδέσμη εκείνη που έλαβε την υστάτην απποφασιν να διασαλεύσει την τάξιν καθώς και τα τελειότατα φρούτα που περικλείουν εντός ανεστραμμένων κυπέλλων οι δραματουργοί της ενδόξου νυμφομανίας.

ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΙ ΣΦΑΖΟΜΕΝΟΙ ΜΕΙΛΙΧΙΩΣ  
Θυμάμαι που μας έκαναν εντύπωση τα ράσα. Είχαμε δίκαιο γιατί ήδη διεγράφετο κάτω απ’ τις πτυχές η πολύεδρη σκοπιά των στεναγμών μιας μοιχαλίδος. Η παρόρμησίς μας δεν εξηγήθη αρκετά. Υπήρξε όμως ουσιαστική όσον και τα ρέοντα δάκρυα μιας καθυστερημένης εποχής. Κάτω απ’ τα ράσα η διαδήλωσις υπερίσχυσε εν τέλει και μόλις τα κατέλυσε διεδραματίσθη η σκηνή του λυτρωμού της νέας γυναικός από τους διαξιφιζομένους λογισμούς. Το πλήθος δεν έστερξε να την εγκωμιάσει μέχρι τέλους και η πρώτη απογοήτευσις της μοιχαλίδος χτυπά κατάστηθα την δεύτερη για την εκδίκηση των τίτλων που της αφήρεσαν προσθέτοντας φτερά φασιανών εκεί που άλλοτε οι ερασταί της ελάτρευαν τα μάτια της. Θα έλθει όμως μια μέρα ευωχίας κατά την οποίαν θα ανατείλει το διαμάντι και θα κοσμήσει λυσιτελώς την αδικοκλειδωμένη χάρη της στερουμένης σήμερα τα πάντα ήβης της και τούτο ενώπιον αλαλαζόντων ταύρων και μπρος στα υπερμέτρως ανοιγμένα μάτια των σημερινών δημίων γιατί ποτέ ουδέποτε δεν σταματούν οι νότες μιας αρινισμένης εποποιίας έστω κι αν το ποτήρι της αδειάσει πολλές φορές έστω κι αν στέκεται στο κεφάλι του ο πεπλατημένος συρφετός.

ΙΣΠΑΧΑΝ
Καταιγίς οξυτάτης μορφής εσκέπασε τη χώρα. Βράχοι ωρυόμενοι επέπεσαν κατά των πλατυγύρων λιμνών και το πονεμένο ψάρι σύρθηκε ως τον σταθμόν των αναχωρητών. Εκεί δεν βρέθηκε καμιά βοήθεια γιατί το βέλασμα των μεγαλοσαύρων εσκόρπισε τα φτερουγίσματά του κι από δω κι από κει και τα μανιτάρια παρεσιώπησαν τα πραγματικά γεγονότα στην περιιπτάμενη  γαμήλιο πομπή των στεναγμών ενός νέου πλανήτου. Κατόπι δεν είχε τίποτε την ίδια σημασία. Η ησυχία δεν υπήρχε ως οντότης πραγματική. Ο όλεθρος εχαλιναγωγείτο από καμήλους. Οι κρόταφοι των νεκρώνανθούσαν. Τα λίγα περιστέρια εκοπίαζαν γιατί ο πολτός της λίμνης είχε σχηματίσει διώρυγα στο στενότατο σημείο του περάσματός τους από χιλιόστομες ύβρεις καταπατημένας με γδούπο αλλοφροσύνης μανάδων και μικρών παιδιών ισχνοτέρων και από τα κόκκαλα μιας νυχτςερίδος.

ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα ΕΜπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Η αντιστροφή της αφαιρέσεως προικίζει τα κακά πουλιά με χώματα και με τολύπες από την ώχρα του θυμού. Ο μωλωπισθείς παμμέγιστος και τα ζεστά του υποσάγματα φτερνίζονται από πελιδνό και άνευ έρματος περίβλημα της νεαρής του ηλικίας. Πιο πέρα από τα στίγματα που μας αφήρεσαν οι πίδακες καραδοκούν οι σεμνότεροι τιτάνες την πιο θερμή σταγόνα. Η κυρτή συνηχία του δρυμού τεντώνει τα μπράτσα της και προστρέχουν κρατώντας την ανάσα τους και κλάδους κιμωλίας οι βέβηλοι της νηνεμίας. Ο πλάγιος των ουραγών κυριαρχεί μεσ’ την αδέσποτη γαρυφαλλιά και στάζουν επί χρόνια στο τριχωτό κιγκλίδωμα τα πέταλα μιας σπάθης. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε μακρόθυμη η θημωνιά με τα ολόρθα στήθη της και το καταζητούμενο προσάναμμα. Έτσι την έντυσαν για να φανούν καλλίτερα τα μήλα.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]




Δεν υπάρχουν σχόλια: