Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

ΑΧ ΤΙ ΑΦΛΟΓΙΣΤΙΑ ΝΑ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

Απολάκτισε επιτέλους του λεκτικού τις λαίμαργες διαθλάσεις, μη συναρμόζεις πια φωνήεντα και σύμφωνα, έβγα στη βρύση της λαλιάς με ένα τίποτα, με το ευρύχωρο βλέμμα σου νοικιασμένο στο θάνατο. Η σιγή μεταβάλλει τις λέξεις σε χάπια που γυροφέρνουν ανώφελα τον ύπνο  (ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΣ ΟΛΟΕΝΑ ΤΟΥΣ ΒΟΡΙΑΔΕΣ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – ART by OLBINSKI Rafal Art paintings]

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές…

ΘΑΛΑΣΣΑ Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος
μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είναι ο βαθυστέναχτος ωκεανός…
Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας
του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη
που νυχτερεύει σε ακατέργαστο έρωτα διδάσκοντας
ερημία στην έναστρη γλαφυρότητα της καμπύλης
κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια
με τη ψηλόφλογη κι απαρομοίαστη άλγεβρα
τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα –
ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει
το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων
εκείνος όπου ποτέ δεν την έμαθε
την αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης
κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη
βρωμίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα
τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.



Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα  τα βάραθρα
τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα
στη μονοκόμματη σιγή στ’ αξήλωτα τα βάθια…
Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας
τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει
μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή
στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας
έσω κι ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο
στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη
στου γερο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο
μη στέργοντας το ίδιο στασίδι –
μακρόσυρτο κι άναυδο μυστήριο
που ρέπει μ’ άφαντους χορούς απ’ αναρίθμητα
τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια
στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.

Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μες στη θάλασσα
την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη
τα ερεβώδη γεγονότα δίχως
του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή
το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη.
Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα
να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της
τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο
τον αναμάρτητο με τ’ άστρα.

Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή
σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα
κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγιδα
να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν
ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως
ο μέγας υετός απ’ του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,
το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει
ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα
χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας
προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης
και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει
γιατί είναι αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα
την έχει στη δική του τυραννίδα
την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο
με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ως το θάνατο
τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη
κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα
κι αν είν’ το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι
καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα
στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα
κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα
πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια
σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει
του ποιήματος ο ήχος.

Η ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ ΠΟΥ ΜΕ ΔΕΡΝΕΙ
Ίσως να είναι όλα  υπέρ του μέλλοντός μου
συμφορές περιπέτειες υπογραμμίζοντας κάρβουνα.
Βομβούν ελπίδες από συνήθεια το έμφυτο βιολοντσέλο
συμψάλλει ησυχασμούς
η πρώην κατάσταση νύσσοντας
την εύλαλη παννυχίδα.
Τιτρώσκει ο δυόσμος εκτεταμένος την άγουρη μύτη μου
στρατευμένη είπα πως είναι κι η αράθυμη
λάμψη του αστραπόβροντου
φθεγγόμενος νιρβάνα στομεγάλο τιγάνι
τέτοιες οι μείζονες αιωνιότητες
αμφιεσμένος με άνθηση από νεολιθικά κεφάλαια
φρενοβλαβείς ιεροδιάκονοι
χρωματιστοί που θυμιατίζουν ενοράσεις
και η αττική σύνταξη ολωσδιόλου έκπληκτη τα ’χει χάσει
μέσα στο βοερό Βυζάντιο
αμαυρώνοντας ακατόρθωτα του θανάτου την ευκρίνεια.
Οι μέλισσες που φεύγουν τον καπνό δίχως καθόλου
να συλλογιούνται την πραότητα
της ευανάγνωστης καρδιάς την τόσο αγαπητική
κι ατάραχτη καύση
καθώς οι ερωτιάρηδες Ελλάμψιμοι καταφλεγόμενοι
στα κορφοβούνια λησμονούν τη θράκα τους
τέχνη είναι η συγκίνηση που σε τινάζει πάντα στον αέρα.

ΤΟΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΤΑΡΑΧΕΣ
Φόβος και τρόμος: του αίματος η πρωτοπορία
χασάπικο της ανάσας τα πλεμόνια μου στην αιθρία
φιλοδώρημα μεταφυσικό η φαντασίωση
μηρυκάζοντας στη βοσκή μου δροσερά δευτερόλεπτα
στο θνητό της ημέρας εικόνισμα: το σούρουπο
όπου τη νύχτα την κλώθει
την εξαναγκάζει σε φανέρωση πάλι.
Σύννεφα διφορούμενα σαθρά τ’ ουρανού σκαλαθύρματα
ή φληναφήματα;
στα μάτια σας διαβάτες και εποχούμενοι
πυροφάνι ασταμάτητα ο σκοπός-
ανάμεσα σε οπαδούς και πλειοψηφίες
υποφέρω την άσπιλη κίνηση.
Ζωώδης επάρκεια
υλοφροσύνη σε επίπεδο ορυκτού;
Μένω άναυδος φλερτάροντας
από ώρα το ξυραφάκι.
Μονότερμα η συμφορά κι η αλκοόλη ερωτεύεται
στίλβουσα το νευρικό μου σύστημα
προκαλώντας των κυττάρων του την αφόρητη έξαψη.
Αχ τι αφλογιστία να γράφουμε ποιήματα…

ΠΑΥΣΙΠΟΝΟΝ
Το βλέμμα φτάνει άνετα στη Λισαβόνα
έχω σχεδόν αποδημήσει στα εναύσματα
θα ’θελα να σου επιστρέψω την αφή σου
χαρίζοντας σου και τα δικά μου δάχτυλα
μνημονεύουμε μυστήριο:
μνημονεύουμε ηλιθιότητα, μα εμένα
με φρουρεί η εναρθροσύνη
το τρίγωνο εμπαίζει κι αυτό τα ανύπαρχτα
ουράνια συνεχώς με τρία ύψη
δευτερεύοντες άγγελοι διαρκώς συστρέφονται
στον ύπνο πετυχαίνουμε το σοσιαλισμό μας.
Κουφάλογο – αυτή ’ναι – η αδιόρατη καλοσύνη
χασμουρητό του έαρος μυωπική νοσταλγία.
Είμαι ακέραιος ωσάν του Αγίου Πάνθηρα τα σαγόνια
κοιτάζοντας απ’ τη γαλάζια κλειδαρότρυπα
τις λινές του Ιησού βλεφαρίδες που ο άνεμος
με τον αντίχειρα ξαναχαϊδεύει σήμερα
στα ανεπρόκοπα βράχια της χαμηλόφωνης Ιουδαίας.
Οσμίζομαι καταιγίδα στο έπακρο
μα η καρδιά μου απουσιάζει  στ’ αγριολούλουδα.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νίκου Καρούζου, κάτι σαν ΔΟΚΙΜΕΣ ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ, που, «εν Φαντασία και Λόγω», «κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το φρικτό μαχαίρι…» του χρόνου… «Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή   «Δουλειά δεν είχε ο διάβολος…]

Δεν υπάρχουν σχόλια: