Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΟΣΟ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ, ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ ΚΙ ΕΝΑ ΤΟΥΦΕΚΙ ΠΟΥ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΔΕΨΑΝ Μ’ ΑΥΤΟ:

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή –με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό, φανταστικό βιολί, «το ακούς» μου λέει, «ναι, του λέω, πάντα το άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι! [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by WANNES Networking ]



ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ
«Ποιος είναι;», «ησύχασε, κανείς» είπε, οι μύγες πνίγονταν μέσα στα απομεινάρια του κρασιού, σκεπάζοντας με μαύρες κηλίδες τη λάμψη του φθινοπώρου, «πού πάμε;» ρώτησα, «σ’ έπαιξα, είπε, κι έχασα»,
τ’ αγάλματα μου ’γνέφαν, μα ήταν κάτι ανεξήγητο, πού το ξέρουν αλήθεια, αναρωτιόμουν, και τις νύχτες έσκυβα, «είσαστε καλά;» ρώταγα, γιατί εγώ δεν είχα θάψει τους νεκρούς μου,
η αμαρτία μου ήταν ότι προσπάθησα να ξεφύγω το πεπρωμένο, γέμισα ξανά τα ποτήρια, «πιες, κάθαρμα», είπα, παλέψαμε με λύσσα πάνω στο χαλί, κι όταν με πέταξε απ’ το παράθυρο, μια μακρινή γυναίκα άνοιξε το φεγγίτη και με σκέπασε με τα βλέφαρά της,
τότε φάνηκε το φεγγάρι, έπρεπε να βιαστώ, έπρεπε να κρύψω όλα αυτά τα πτώματα που πλημμύριζαν το υπόγειο – Θεέ μου, πόσες φορές με είχαν σκοτώσει,
κι όπως άνοιξε την πόρτα, είδα πάνω στο τραπέζι σαν χυμένο κρασί το μακρινό μας ταξίδι, «αν ξανάρθω, θα συναντηθούμε, άραγε;» είπε, «ναι, του λέω, γιατί εγώ θα βρίσκομαι πάντα στην άκρη»

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ
Την άλλη νύχτα ξενάρθε, κι όπως ανέβαινε, σκέφτηκα τα ραπίσματα στο πρόσωπο του  Ιησού, που αναλήπτονταν τώρα κι αυτά μαζί του, «επιτέλους ποιος είσαι;» ρώτησα, «πάντα ήμουν αλλού» είπε, κι οι τοίχοι ράγισαν απ’το θανάσιμο αμάρτημα,
εγώ, γονατισμένος κάτω στο πάτωμα, έγλειφα αυτήν την κηλίδα από μια παλιά παιδική γιορτή, δυνατός αέρας φυσούσε στο διάδρομο, ο φωταγωγός είχε γεμίσει φωνές, ματωμένα πανιά, δούλες βογκούσαν στο υπόγειο,
κάποιο έγκλημα γινόταν μπροστά στο σπίτι κι όταν το αίμα έτρεξε κι έφτασε μέχρι κάτω τα σκαλοπάτια, είδα τις μέρες μου σαν τις νεκρές ψείρες στο φτωχό φέρετρο των απόρων,
και τις νύχτες ταξίδευα με το παλιό καναπέ, ήταν βέβαια και οι ανταύγειες του κεριού που άνοιγαν τους τοίχους, μα πιο πολύ βοηθούσαν οι ταπεινώσεις,
κι όταν έφεξε η αυγή ο εφημέριος δίπλωσε σε μια εφημερίδα το κομμένο κεφάλι μου, σαν δανεισμένη εικόνα.

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
«Μη φεύγεις» του λέω, μα εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει με τους άλλους κατάδικους, μου άφησε μόνο το χέρι του, που συχνά με κράτησε στην άκρη της γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στην άκρη του δρόμου, και τις νύχτες άκουγα τους ανεμοδείχτες που το βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,
θυμήθηκα το πρώτο βράδυ που θάψαμε τον πατέρα –πώς τον μισούσα γι’ αυτόν το βρόμικο ρόλο του υπηρέτη που έπαιζε, ανοίγοντας την πόρτα μας στο μεγάλο σκοτάδι,
ερημιά, και μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν να φαίνονται τα φοβερά, βουβά πρόσωπα, που περνάμε κάποτε πλάι τους.
Εκεί έζησα τόσο μονάχος, που άκουσα τις άλλες φωνές, κι όταν νύχτωνε, οι νεκροί μας κλέβαν την κουβέρτα και πλάγιαζαν έξω από την πόρτα, ώσπου ξεμέρωνε και σταυρώνονταν πάνω  μου το λάλημα του πετεινού.

ΜΑΤΑΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
Τα βράδια τον ακολουθούσα σε βρόμικες συνοικίες, κατεβαίναμε τα σκαλιά, μια γυναίκα μουρμούριζε κάποιο τροπάριο και στα χέρια της κρατούσε το θησαυρό, που πηγαίνει από φτωχό σε φτωχό καθώς βραδιάζει.
Γυρίζαμε ύστερα από χρόνια, μια ξεθωριασμένη ταμπέλα στη γωνιά, που μόλις την αγγίξαμε χίμηξε να μας πνίξει ο χαμένος δρόμος, «τώρα μου λέει, θα πάμε μακριά», «μα δεν βλέπεις, του λέω, μας ξέχασαν», «γι’ αυτό» μου λέει,
και τα φανάρια μας κοίταζαν με τα μεγάλα άδεια μάτια τους, σαν αυτούς που δεν έχουν πού να πάνε και στέκονται μπροστά στο Θεό,
θυμήθηκα το μικρό κοριτσάκι που έκλαιγε καθώς το έγδυνα, κι όταν την άλλη μέρα  κρεμάστηκε, ήρθε ξανά τη νύχτα στο κρεβάτι μου, «απόψε μεγάλωσα, μου λέει, γιατί δεν με θέλεις»;
έκλεισα σιγά την πόρτα, δεν είχα πια σπίτι, μονάχα ένα πατημένο καπέλο στη μέση του δρόμου, «πάω καλά από δω;» του λέω, «να το κάνεις  τι;» μου λέει,
και το βράδυ οι νεκροθάφτες γύριζαν σκυμμένοι, σαν να μάντευαν  πως δεν ήσουν εσύ ο νεκρός, μα έθαψαν εκείνο το δυστυχισμένο που σ’ ακολουθούσε, ένα βημα έξω από το μυστήριο.

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
«Όχι, δεν τον είδαμε» είπε η γυναίκα του θυρωρού, κι η σελήνη βγήκε κάτωχρή πάνω στο λόφο, ήξερα πως κρυβόταν, μα εγώ θα τον αναγνώριζα από το μεγάλο του σάβανο που άγγιζε τις άκρες της πόλης κι από το κούφωμα του βιολιού που είχε κυλήσει η ψυχή του τη νύχτα που τον ποδοπατούσαν,
και ξαφνικά τον είδα μέσα στην κάμαρα, ανέβαινε αργά-αργά στο ικρίωμα, ενώ το φανάρι του νυχτοφύλακα του λόγχιζε το πλευρό, τον είδα, σας λέω, ήρεμο και γαλήνιο σαν του νεκρούς που απέρριψαν πλέον την οδύνη να σπαταλάνε το θεό,
«ανοίχτε, φώναξα, κάποιον σκοτώνουν εκεί μέσα», η γριά άνοιξε κι εκείνος γονατισμένος  έγλειφε τα παπούτσια τους, μέσα στα επουράνια, «μείναμε οι δυο μας μόνοι» είπε, ένας ψίθυρος ήρθε τότε από μακριά, μια παράφορη νοσταλγία να ξαναδώ τον πατέρα, μα είχαν περάσει τα χρόνια, κι η αθωότητα τρίκλιζε τώρα σαν ένας άγγελος που απ’ τα φτερά του υποφέρει,
«μη με μαρτυρήσεις» είπε, κι όπως άνοιξε το σακάκι του είδα  το δαίμονα που του ’χε φάει όλο το σώμα, και το κεφάλι του στηριζόταν τώρα πάνω στο χέρι του αναχωρητή
που προσευχόταν στην έρημο.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δεν υπάρχουν σχόλια: