Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΚΑΡΦΩΝΕΙ; ΩΣΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ

Σήμερα φόρεσα ένα  ζεστό κόκκινο αίμα σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν μια γυναίκα μου χαμογέλασε ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο καρφώνω πάνω στις πλάκες τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών είναι όλοι τους δακρυσμένοι όμως κανείς δεν τρομάζει όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα, είναι όλοι τους δακρυσμένοι όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; ναι την καρδιά μας καρφώνει ώστε λοιπόν είναι ποιητής [ΤΑ ΔΩΡΑ από τις ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ του Μίλτου Σαχτούρη 1948 – ART by Hante Maria]

 [Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Εκεί δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

ΤΟ ΘΑΥΜΑ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Νύχτα ήταν
και λαλούσαν τα κοκόρια
καρφωμένα γύρω-γύρω
σ’ ένα φεγγάρι
από μπαμπάκι
φωσφορικό

Όλοι προσμέναν το θαύμα
γιατί κάποιο θαύμα
θα γινόταν απόψε
στην καρδιά του βιολιού

Όμως  κι οι τρεις κοπέλες
ήρθαν μαυροντυμένες
κρατώντας την άδεια
μαύρη θήκη του βιολιού

Κλαίγαν και λέγαν
πως κανένα θαύμα
τώρα πια δε γίνεται
στον ουρανό



ΤΟ ΑΣΤΡΟ
Το ξανθό κεφάλι της
τα ξεβαμμένα χείλια της
η σιωπή της
και λίγο σάλιο που έτρεχε
το σφύριγμα
το άγριο άστρο που ανοιγόκλεινε
το μάτι του
κι έβλεπε τον ουρανό
κι έλεγε:
Θα τονε κάψω!

Ο ΒΟΡΙΑΣ
Τα νύχια αυτού του πιανιστή
φτάνουν ως το πάτωμα
μόνο ο βοριάς γνωρίζει τ’ όνομά του
αυτός δεν παίζει πιάνο πια
δεν τρώει
δεν αγαπάει
δεν κοιμάται

Είναι βασιλιάς

Κάτω καρφώνει ξύλα ο μαραγκός
και να που πάλι ακούγεται το πιάνο
κόρη του μαραγκού είναι η πεντάμορφη
στη σκιά ενός μεγάλου παγωμένου ήλιου
πλένει τις πλάκες του βοριά
που αυτός μονάχα ξέρει
αυτός μονάχα ξέρει ν’ αγαπάει
τους ποιητές τους αληθινούς

ΕΞΙ ΣΤΙΓΜΕΣ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
-Ι-
Ο μουγγός ξεκρεμάει παλιές
φωτογραφίες
κοιτάζει πτώματα τρομάζει ζηλεύει
στόματα κοριτσιών
κλαίει βγάζει ένα κόκκινο
σκαμνί στο πεζοδρόμιο
-ΙΙ-
Ο άρρωστος μελετάει
τις καπνοδόχες
ξέρει πως από μέσα τους
φεύγουν τα όνειρα
κι οι καπνοί των πεθαμένων.
-ΙΙΙ-
Ο ζωγράφος έχει μέσα στην καρδιά του
μια ζωγραφιά
έχει μέσα στο κεφάλι του ένα μαχαίρι
θέλει να βγάλει τη ζωγραφιά
θέλει να βγάλει το μαχαίρι
να σκίσει τη ζωγραφιά
V-
Ο φίλος μου έχει ένα περίστροφο
εγώ έχω μια κιθάρα
όταν οπλίζω την κιθάρα
το περίστροφο παίζει μιαν εξαίσια
μουσική
όταν σκοτώνω με την κιθάρα
-V-
Οι πόρτες τ’ άλογα και τα κουδούνια
ανοιχτά φέρετρα κάτω από τον ήλιο
ανοιχτά στόματα κάτω από τον ήλιο
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα

-VI-
Ο βαρκάρης των κεραυνών
γυρίζει
από ακτή σε ακτή
δε θέλει ν’ αράξει πουθενά
τη βάρκα του ψιθυρίζει
φύγαν φύγαν τα νερά

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Δεν υπάρχουν σχόλια: