Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

ΚΙ ΕΣΥ ΕΝΑΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥΣ ΟΝΕΙΡΕΥΕΣΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΘΑΥΜΑΖΕΙΣ

Φυλακισμένος στον κρυστάλλινο πύργο μου και λαχταράς να ’ρθουν και να σ’ ελευθερώσουν. Κι όταν θα βλέπεις να πλησιάζουν όταν θ’ ακούς από μακριά ή θα φαντάζεσαι τα βήματά τους, Θα γεννηθούνε μες την καρδιά σου κρίνοι και χελιδόνια. Για σένανε έχω να δώσω μια συμβουλή: μην ελπίζεις. Ποτέ δεν θα φτάσουν κοντά σου. Καλύτερα να μελετήσεις βαθύτερα την ομορφιά μου κι ίσως αυτό να σε παρηγορήσει. Εδώ σ’ αυτή τη χώρα ο χειμώνας είναι κι αυτός σαν εσένα ένας μεγάλος φυλακισμένος. Όσο για κείνους που θα τολμήσουν να μπουν στις έρημες πολιτείες μου, eκείνοι θα προχωράνε πάντοτε και θα βαθαίνουν στην άγνωστη χώρα kι εγώ θα τους γεμίζω βαθιές νοσταλγικές αναμνήσεις… Κι όσο θα προχωράνε  θα λιγοστεύω και θα πληθαίνω την απορία τους…  [αποσπάσματα από την ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ, ένα ποίημα από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ – ART by adamakis giannis kolaz]


Τα ίδια και τα ίδια και ξανά τα ίδια και φτου κι από την αρχή- Τα ίδια πράματα τα ίδια λόγια οι ίδιοι δρόμοι οι ίδιοι άνθρωποι οι ίδιες φάτσες οι ίδιοι χρόνοι – δεν αλλάζουν με κανένα τρόπο. Το ίδιο τροπάρι –τα ίδια λόγια, τα ίδια χρώματα τα ίδια πατώματα και αυτοί που τα πατάνε οι ίδιοι. Τα ίδια καθίσματα τα ίδια τραπέζια – και όπου κάθονται, τα ίδια πίνουν – τα ίδια λένε και τα ίδια γράφουνε και ξαναγράφουνε και για ν’ αλλάξουν λιγάκι πάλι, στα ίδια και τα ίδια και τα ίδια συζητάνε και τα ίδια θέματα τα ξανασυζητάνε – και στα ίδια μέρη διαφωνούνε και στα ίδια συμφωνούν – κι αλίμονο το ίδιο πλοίο παίρνουν και από τον ίδιο φάρο πλέουν και στο ίδιο λιμάνι φτάνουν..Στην ίδια γη ζεσταίνονται στον ίδιο ήλιο στο ίδιο σύστημα το ηλιακό του ίδιου κόσμου –του επιμέρους- μέσα στο ίδιο σύμπαν απάνω στην ίδια τροχιά του και με την ίδια πάντοτε αυξανόμενη ταχύτητα, ίδιο τέλος της αρχής, της ίδιας πάντοτε αρχής το τέλος, το ίδιο ιδιαίτερο, το ιδιαίστατο, το ανάλλαχτο – κι ανάμεσα πάλι τα ίδια, οι ίδιες σαχλαμάρες κι οι ίδιες εξυπνάδες, οι ίδιες επιτυχίες και αποτυχίες τα ίδια παράπονα, τα ίδια πηγαινέλα – τα πινέλα, τα μπουγέλα κι οι ίδιοι παράφρονες οι άσωτοι και οι άφρονες τα ίδια καταχθόνια πράγματα και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια...

ΑΥΓΗ (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον) 
Τ’ άστρα βροντάνε στο μέτωπό σου
Τ’ άλογα χάνονται μέσα στη γη
Τα όνειρα βαστάνε το σφυγμό σου
Τα βήματά σου διώχνουν τη σιωπή

Πύργοι γεννιούνται στην ανατολή
Πρέπει να σεβαστείς το  μυστικό
Που σου ’στειλαν οι ναυαγοί
Μεσ’ απ’ το πράσινο νερό


ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ 
Υπάρχουν φαίνεται πολλές κι αντίμαχες πληροφορίες για την υπόστασή μου
Οι ζωγράφοι με ζωγραφίζουν, οι τροβαδούροι με τραγουδάνε
Τα ραδιόφωνα με βρίζουν, οι σοφοί με παρακολουθούνε
Με θεόρατα τηλεσκόπια να βασανίζω τη νύχτα να οργώνω τ’ αστέρια
Και τα μικρά παιδιά με φαντάζονται με τη χρυσή μου πανοπλία
Να τριγυρίζω σιωπηλός τον κόσμο.
Μα έξω στους δρόμους ο λαός περιμένει τους αστρολόγους
Σ’ αυτούς έχει τυφλή εμπιστοσύνη, αυτοί θα αποφασίσουν αν υπάρχω
Αν αξίζει τον κόπο να γίνουν ετοιμασίες, αν πρέπει τελικά να ’ρθουν να με χτυπήσουν.

Όμως εγώ γι’ αυτούς που θα ’ρθουν να πολεμήσουν εδώ σ’ αυτές τις ακρογιαλιές
Εγώ γι’ αυτούς με τα καράβια και τις ασπίδες, έχω κι άλλες πολλές ατέλειωτες ακρογιαλιές
Για τον ανίκητο στρατό τους, έχω κι άλλες πλουσιότερες χώρες
Για τους μεγάλους στρατηγούς έχω κι άλλες πορείες μάχες κι ελιγμούς
Θα τους αφήσω να προχωρήσουν να νικήσουν φανταστικούς εχτρούς
Να μπούνε με τ’ άλογα  με τ’ άρματα και τα σπιρούνια στις βαθιές και βροχερές κοιλάδες να βυθιστούνε
Κι όταν αυτοί θα καταχτήσουν τις λίμνες θα συναντήσουν τα ποτάμια
Και τότε θα βγω να τους μιλήσω και τα τους πω πως έχω κι άλλα μεγαλύτερα και βαθύτερα ποτάμια κι ας δοκιμάσουν να τα περάσουν κι αυτά
Κι εσύ ένας αιχμάλωτος τους ονειρεύεσαι και τους θαυμάζεις
Φυλακισμένος στον κρυστάλλινο πύργο μου και λαχταράς να ’ρθουν και να σ’ ελευθερώσουν
Κι όταν θα βλέπεις να πλησιάζουν όταν θ’ ακούς από μακριά ή θα φαντάζεσαι τα βήματά τους
Θα γεννηθούνε μες την καρδιά σου κρίνοι και χελιδόνια.
Για σένανε έχω να δώσω μια συμβουλή: μην ελπίζεις. Ποτέ δεν θα φτάσουν κοντά σου
Καλύτερα να μελετήσεις βαθύτερα την ομορφιά μου κι ίσως αυτό να σε παρηγορήσει.
Εδώ σ’ αυτή τη χώρα ο χειμώνας είναι κι αυτός σαν εσένα ένας μεγάλος φυλακισμένος.

Όσο για κείνους που θα τολμήσουν να μπουν στις έρημες πολιτείες μου
Εκείνοι θα προχωράνε πάντοτε και θα βαθαίνουν στην άγνωστη χώρα
Κι εγώ θα τους γεμίζω βαθιές νοσταλγικές αναμνήσεις
Κι όσο θα προχωράνε  θα λιγοστεύω και θα πληθαίνω την απορία τους
Και θα αντικρίζουν πάντοτε καινούργιους πύργους γαλάζιους πυκνούς αστραφτερούς
Και θα ’χω πάντοτε γι’ αυτούς κι άλλες πολλές κι αλλεπάλληλες δυσκολίες
Πουλιά βροχές σεντόνια, παράθυρα καθρέφτες κι αλυσίδες.

Κι εσύ ένα φυλακισμένος θα στοχάζεσαι έναν αγώνα παντοτινό
Θα γεννιέσαι θα μεγαλώνεις και θα πεθαίνεις μελαγχολικός
Κι ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτούς που αιώνια θα πλησιάζουν
Όρθιος κι αδυσώπητος, ακίνητος και σκοτεινός θα στέκομαι Εγώ.

ΑΝΟΙΞΗ 1944 
Δε ζήτησα να σ’ εμποδίσω. Το μαγικό παλάτι 
Ήταν φτωχή παρηγοριά. Δεν τόλμησα να σου μιλήσω
Ήταν γραφτό ν’ ακολουθήσεις την αντίθετη γραμμή
Κι εγώ να μείνω με τις αναμνήσεις. Άνδρας μες στο παιδί
Μεγάλωσες ωρίμασες και χάθηκες. Υπομονή.
Την όχθη που παράτησες κατέλαβε ο εχθρός
Σε λίγο θα περάσει γοργός τον ποταμό,
Ορμητικός και διάφανος σαν τη βροχή σαρώνει την άνοιξη μπροστά του
Τ’ άλογα καλπάζοντας περνάνε το κατώφλι σου και χάνονται στον ουρανό.

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ και ΚΑΤΑΧΤΗΤΕΣ 
Προσπάθησα να σου δώσω να καταλάβεις χωρίς να σου μιλήσω
Δεν έκρυψα στην καρδιά μου παρά εκείνα που ήταν γνωστά
Κι όμως μπροστά στον Ανακριτή έπρεπε να γίνει μια σιωπηλή συμφωνία
Ένα στεφάνι δάκρυα ένα σύνταγμα λουλουδιών
Κι εδώ αρνήθηκες επίμονα κι αδιάκοπα την καταγωγή σου
Το όνομα του πατέρα σου την τρυφερή κι ακούραστη στοργή της μητέρας σου
Και τότες δόθηκε η διαταγή να κλείσουν τα παράθυρα, να ξεσκονίσουν τις παλιές φωτογραφίες, να ετοιμάσουν το δωμάτιο
Γι’ αυτό θυμήθηκα κι εγώ τον τάφο που ’μεινε χρόνια αστόλιστος
Το χέρι και την καρδιά που έσμιξε το μαχαίρι, την ομίχλη που σύρθηκε σιωπηλά κι αναπάντεχα ανάμεσα σ’ εμένα ανάμεσα στη μνήμη
Κι ανάμεσα στους Αθηναίους όταν σχεδιάζανε τη μεγάλη τους εκστρατεία
Ήτανε βλέπεις δύσκολο
Οι τοίχοι πρέπει να κτίζονται ν’ απλώνονται ένα γύρο κι ύστερα να γκρεμίζονται σαν έρθει καιρός
Κι έρχονται σκοτεινές βροχές ρημάζουν τ’ αμπέλια κι η θάλασσα μάχεται με τα νησιά
Κι αν θελήσουν τότες να ξεμπαρκάρουν οι καταχτητές ποιος θα τους εμποδίσει;

Τάχατες λέγαμε θα τους χτυπήσουμε στις πρώτες ακρογιαλιές
Τάχατες λέγαμε θα τους υποδεχτούμε με το μαχαίρι στα δόντια
Τάχατες λέγαμε θα φοβηθούνε τα καμπαναριά
Τάχατες λέγαμε θα τραβηχτούνε στα βουνά
Κι άλλα πολλά που λησμονήθηκαν
Προδοσίες ημερομηνίες ταπεινές χειρονομίες
ΑΔΑΚΟΠΗ ΣΚΛΑΒΙΑ, σκλαβιά σκλαβιά, σκλαβιά σκαλοπάτια, σκαλιά κεριά μονοπάτια κεριά

ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον) 
Ένας δικός μας χάθηκε κι ένας δικός τους άνθρωπος
Λείπει από καιρό. Τα μάτια του ξανάρχονται συχνά
Και λάμπουνε μες στον αντίμαχο καθρέφτη
Καθώς τα κόκκινα φανάρια των καραβιών
Αιχμάλωτα και σκεπασμένα διασχίζουνε το πέλαγος



Δεν υπάρχουν σχόλια: