Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΜΟΥ Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΙ ΑΠΛΩΝΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΗ:

Οι πόρτες κλείνοντας ξαφνικά ένα βράδυ μπορεί να μας χωρίσουν παντοτινά απ’ τους δικούς μας ν’ ακούγονται μόνον οι φωνές άδειες και μακρινές και τα κλειδιά να μη χωράνε πια στις κλειδαριές κι έτσι θα μένουν οι βασιλιάδες ακίνητοι και σκοτεινοί στα διπλανά δωμάτια με σπασμένα σπαθιά καθισμένοι, οι θρόνοι τους γυμνοί, τ’ άλογα στα παχνιά δεμένα θα ονειρεύονται φεγγάρια και σπαθιά. Τέτοιες στιγμές μη με ρωτάς για τις φωνές που ακούγονται συχνά τα βράδια, μακρινές. Δε θέλω να τις ακούσω. Αυτά που λένε, τρέμω μην αναγνωρίσω τα μυστικά μηνύματα των φίλων μου που νικημένοι σκορπισμένοι στην πεδιάδα, κρυμμένοι στις πολιτείες αντικρίζουν το χαμό. Μη με ρωτάς δεν ξέρω να μιλήσω, οι γειτονιές είναι μικρές, οι γυναίκες φαρμακερές, η πολιτεία γεμάτη νεκρούς.  Αφήστε με να ζήσω…  [ΟΙ ΠΟΡΤΕΣ, ένα ποίημα από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ – ART by NAMBROTH Blazing Twilight ]




ΛΕΥΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον) 

Μου υποσχέθηκαν μια  βαθύτερη χώρα, ένα βασίλειο
Βυθισμένο  μέσα στα χρόνια, μια παγερή αταραξία
Τ’ όνομα λησμονημένο μέσα στα δάχτυλα του Βοριά
Με παρασύρανε στις μάχες αλυσοδεμένο, μια
Παράξενη πυρκαγιά αναστατώνει τα όνειρά τους
Τ’ αστέρια τους οδηγούν και τους τυφλώνουν.
Κι όσο βαθαίνουμε στην άγνωστη χώρα
Αλλάζουν οι νύχτες χρώματα και τα πουλιά  φτερά
Κι αυτοί λιγοστεύουν ολοένα χάνονται άλλοι στις μάχες
Άλλοι στις πορείες κι άλλοι αυτοκτονούνε μυστικά
Μέσα στα δάση, πολλοί βυθίζονται στα πηγάδια
Και μερικοί γυρνούν απελπισμένοι στα παιδικά τους χρόνια
Γυρεύοντας ένα χαμένο πρόσωπο, μια νεκρή αγκαλιά
Ένα σβησμένο χαμόγελο ένα μέτωπο αποκρυσταλλωμένο
Μακρινές ομοβροντίες φωτίζουν τα χλωμά τους πρόσωπα
Εκείνοι αμέτρητοι σαν τα φύλλα, εμείς ελάχιστοι σα διαμάντια
Τις νύχτες μας κυκλώνουν τ’ απειλητικά τους όνειρα
Κι αιχμαλωτίζει την καρδιά μας το σκοτάδι
Αποδεκατισμένοι αντικρίζουμε κάθε πρωί
Τις πανοπλίες να λάμπουνε στην κορυφογραμμή.

«Ακόμα» ψιθυρίζουν,  «ακόμα  μερικά χιλιόμετρα
Ακόμα μερικές πεδιάδες, ακόμα μερικές θυσίες»

Μια μέρα φαίνεται με ζήτησε ο στρατός ναν του μιλήσω
Με κατέβασαν με το φορείο και μ’ έβαλαν να ενθαρρύνω 
να ανυψώσω το ηθικό προτού ν’ αρχίσουν οι κρίσιμες επιχειρήσεις
Ηττημένοι – νικητές δεν ξέρω. Σας βεβαιώνω
Ένα μονάχα ξέρω και σίγουρο αυτό – πως γλιστράμε ολοένα
βαθύτερα μέσα στα χιονισμένα δόντια της σιωπής
Και τώρα που περάσαμε το φοβερό λαβύρινθο
Τώρα που χάθηκαν μες στα στενά οι άλλοι μισοί
Δεν απομένει ελπίδα να γυρίσουμε κανείς.

«Ακόμα λίγα βήματα» μου ψιθυρίζουνε
«Ακόμα λίγο και θα δεις τη θρυλική τους πολιτεία
Τα κάτασπρα βουνά το θησαυρό να πλημμυριζει
Την ανάστατη καρδιά
Τα χαλίκια τα κοντάρια τα πουλιά»

Απόμακρη τώρα σαν όνειρο η φωνή
Σαν ποταμός που κύλησε η ζωή μας
Σαν άστρο που το κυνηγάει η αυγή
Πρέπει να συνεχίσω την ατέλειωτη πορεία μου
Προς τον απόρθητο Νοτιά. Το πλήθος μου η μοναξιά
Κι απλώνεται μπροστά μου αναρίθμητη και αστρονομική
- Η αγωνια μου

ΕΚΕΙΝΟΙ

Επάνω στα έρημα καμπαναριά εκείνοι ξαγρυπνούν
Στους φάρους στους κάβους εμείς, εκείνοι στα χαμηλά νησιά
Εμείς με το σπαθί στο χέρι, εκείνοι μέσα στο χιόνι βυθισμένοι
Με τα βουνά μια σπιθαμή κοντά τους, δεν τους ακούσαμε
Όταν γεννήθηκαν ήταν καμπάνες που μας χτυπούσαν τα όνειρα
Όταν μεγάλωσαν ήταν οι συννεφιές και τα βουνά μας πολεμούσαν
Εκείνοι ωραίοι και δυνατοί, εμείς εδώ στα σύνορα
Ανάμεσα στις δυο ζωές ταξίδια δεν χωρούσαν
Και τρικυμίες και γράμματα που στείλαμε
Ποτέ δεν απαντούσαν, αυτοί εδώ κι εμείς εκεί
Οι κόσμοι μας γειτονικοί δεν επικοινωνούσαν

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Το σπίτι αυτό εμείς το χτίσαμε, άλλοι θα κατοικήσουν
Άλλοι θ’ ανέβουν τα σκαλιά να στρώσουν τα κρεβάτια
Άλλοι θ’ ανάψουν τα κεριά στα βορινά δωμάτια
Ποιες δυσκολίες ποια δάχτυλα ποια μάτια
Και από μας ποιος θα τολμήσει να μιλήσει
Με τα πρόσωπα που ζούνε αποκλεισμένα
Πίσω από χιλιάδες πόρτες, παράθυρα και κάστρα
Που τα χτυπάν οι θάλασσες τα όνειρα και τ’ άστρα.

Το σπίτι αυτό εμείς το χτίσαμε, άλλος θα κατοικήσει.


 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες] 




Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΣΑΜΕ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΗΤΑΝΕ ΜΙΑ ΘΕΜΙΤΗ ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ:

Η αφή μας μοιράζεται ανάμεσα σε σκυθρωπές κουρτίνες κι αισθήματα εφηβικά. Τα μάτια μας που ματώθηκαν από πυρπολημένους θαλασσινούς ήλιους. Κανείς ναυαγός δεν πεθαίνει χωρίς μια φωτογραφία νοσταλγική. Κανένα πλοίο δε σαλπάρει χωρίς καπνό και χωρίς δάκρυα [απόσπασμα από την 7η συνέχεια των ΕΠΟΧΩΝ 2 του Μανόλη Αναγνωστάκη – ART by LEA  FERY next 2  ]



Η Μοίρα μας ανοίγεται θαυμάσια: εδώ δρόμος, εκεί δρόμος, από κει επίσης δρόμος (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 2)

-VΙΙ-
Δε ζητήσαμε πίσω απ’ αυτή την πολιτεία καμιά σίγουρη εναλλαγή
Δεν ασφαλίσαμε τη βεβαιότητα της πληρωμένης εγκαρτέρησης
Το βράδυ ανάβουν οι βιτρίνες των νεωτερισμών, στριφογυρίζουν τα γραμμόφωνα
Μέρες γιορτής οι σημαίες υψώνονται, τα σχολεία με ομοιόμορφες μπλούζες
Κάθε κενότητα αναπαύεται ανώδυνα πάνω σε καταχτημένες αποσκευές 
Πηγαίνει στα ζαχαροπλαστεία συνωθείται ηδονίζεται 
Περιφρονεί, αυτάρκης, κάθε είδους εγκατάλειψη
Εμείς δε ζητήσαμε την ανεκπλήρωτη έξοδο, στενέψαμε την καρδιά μας
Έντιμοι στα βραδινά σφυρίγματα των κρατικών Σιδηροδρόμων
Που συγκλίνουν με τις πρώτες βροχές ομαλά, με θερινών ειδυλλίων ναυάγια
Αυτοί πιστεύουν πως ο χρόνος με τα χαρτιά περνάει πιο ευχάριστα
Αν δεν βρέξει θα πάμε στο πάρκο, αν βρέξει στης κυρίας Αγγέλας
Εκεί που στη σοφίτα κατοικεί  ο αρχαίος μαέστρος με τη γυναίκα του
Κι η κόρη αρραβωνιάζεται 29 χρονώ, απέκρουσε πολλές προτάσεις
Αγαπούσε τη διαστολή, τα θερινά ξενοδοχεία, τα κλειστά οικογενειακά κέντρα
Λατρεύει ένα βρέφος, θα τ’ ονομάσει Αγνή, αν κι ο γιατρός το έχει – ή σχεδόν- απαγορεύσει.

Αφήσαμε, νέα παιδιά, στο καφενείο η «Ωραία  Σελήνη» τα κατακάθια του καφέ
(Η Μοίρα μας ανοίγεται θαυμάσια: εδώ δρόμος, εκεί δρόμος, από κει επίσης δρόμος)
Το βράδυ θα παίξεις τρεις παρτίδες τάβλι για τρία γλυκά ή υποβρύχια
Το βράδυ έχει πάντα δροσιά. Γυναίκες περιφράσσουν τη δίοδο των στενωπών
Σηκώνονται, πηγαίνουν μέσα, ανανεώνονται και συνεχίζουν
Οι άνδρες επιστρέφουν αργά, έχουν δειπνήσει ή ισχυρίζονται
Ο ρόγχος των δωματίων είναι κενός, ο χρόνος επισκέπτεται αναλλοίωτος.

Τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 2)

-VΙΙΙ-
Έφυγαν όλοι μακριά. Κι όμως δεν πάει καιρός πολύς
Ή ίσως έμειναν τυραννικά στην ακοή μας τα τελευταία
Σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών, τα τελευταία
Κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα, θάνατοι
Αλλόκοτοι που δε θυμάσαι την πικρή χρονολογία.
Καιρός δεν πάει πολύς. Καιρός δεν πάει πολύς.
Κάποτε το’ χα και τούτο πιστέψει: πάντα είναι αργά για  κάθε τι
Προσήλωση στις νεκρωμένες οσμές που μισανοίγουν
Τα χείλη. Στην αφοσίωση που δεν νικά τη φρόνηση
-Θα ξεπηδήσει των μετέπειτα η πολυχρωμία-
Γιατί κι η αγάπη όμως να ’ναι η ίδια παντού;
Στα γκρεμισμένα σπίτια που ολοφύρεται η βροχή
Στα σάπια κρεβάτια που κοιμίσαν τόσες θύμησες
Στα λιμάνια, στις απόμακρες χαμένες πολιτείες
Στ’ ακρογιάλι με τ’ αχνάρια του παλιού καλοκαιριού.
Κι η γυναίκα πέρασε στο δρόμο, κάποια γυναίκα τι σημασία,
Έβαψε, πόρνη, τα ράκη της στο χρώμα της εγκατάλειψης
Μέτρησε τη μνήμη της: «είναι καιρός» ή «τόσα χρόνια»
Περνώντας τους διαβατικούς, εκλιπαρούν, ξέρει τι θέλει
Τι νοιάζει Σανατόριο, σπίτι στ’ ακροθαλάσσι, συνοικία,
Κορμί χωρίς περίβλημα παρωχημένης  πολυτέλειας 
Αιώρηση μοναχικής στιγμής στο πριν και το μετά της θυσίας.
Έφυγαν όλοι μακριά. Κι όμως δεν πάει καιρός πολύς.
Αγάπη, Αγάπη μου (Τόσος καιρός!) Ήμουνα τάχα πλασμένος κι εγώ
Να φιλήσω τα χέρια σου ν’ αρωματίσω το κορμί σου
Ν’ αστράψω το σπαθί μου στη θήκη του πάθους σου.
(Και πόσα φώτα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι κόσμο
Κάπου σε μιαν αυλή. Την αγαπούσε
Και την παντρεύτηκε. Του δόθηκε, της είχαν κάποτε
Μιλήσει: «κάπως έτσι». Είναι όλα τόσο εύκολα! Πού πάει αυτός ο κόσμος.
Σκέφτεται τι θ’ αλλάξει. Προσμένει κάθε βράδυ το παιδί της
Είναι καμπούρης ή κουτσός. Κάποτε αποσταμένος θα γυρίσει
Από τους δρόμους που πουλάει τσιγάρα στους διαβάτες
Αργά το βράδυ -12 ή μια ή δυο. Μέσα στα κέντρα
Και πόσα φώτα! Είναι παιδί, μόνο νυστάζει
Δε νιώθει τίποτα απ’ το μοίρασμα της σάρκας.
Τόσα κορμιά. Τι θέλει αυτός ο κόσμος; Και νυστάζει)
Έφυγαν όλοι. Μακριά. Ποιο να ’ναι τ’ όνομά τους;
Ήταν οι φίλοι, τι τυραννία. Πώς το ζητά
Κανείς, κάπως να ζήσει έτσι χωρίς
Να στερήσει τον ίσκιο τ’ αλλουνού, έτσι χωρίς
Να κλέψει την ισχνή χαριτωμένη του αναζήτηση.
(Και τι ζητούσε ο άνθρωπος; Το βράδυ μιαν εφημερίδα).
Ήταν οι φίλοι. Ασήμαντες απαριθμήσεις ημερών
Τάχα μιαν έκθαμβη παρέλαση, στο βάθος όλες οι δικές σου αποτυχίες
Έφταιγες σ’ όλα –ήταν οι φίλοι. Ποιος δεν αρνήθηκε ποτέ…
Έρημοι δρόμοι με χιόνι όπως στα ξένα καρτ-ποστάλ
Που σ’ όποια γλώσσα λεν κι αυτά «χρόνια πολλά» ή «καλώς ήρθες» 
Πάρκα τ’ Αυγούστου γυναίκες χωρίς διάστημα
Τραγούδια γιορτινά όταν γυρνάς στα παιδικά σου χρόνια.
Ήταν οι φίλοι. Δεν πάει καιρός πολύς.
Τα σύννεφα πέφτουν σωρός το ’να πάνω στ’ άλλο
Μια στιγμή θα φωνάξεις «βοήθεια!» κι ύστερα πάλι σιωπή
-«Πάντα είναι αργά για καθετί»- μάλιστα τώρα
Που νιώθεις πως κοιτάζεις πια με δυο γυαλένια μάτια.

Κι εγώ που αγάπησα τόσο τη θάλασσα
Κι εγώ π’ αγάπησα τα πλοία που σφυρίζουνε στη βραδινή ομίχλη
Κι εγώ που ήμουνα πάντα ένα μαντίλι στο ψηλότερο κατάρτι
Κι εγώ π’ αγκάλιασα το καθετί που πέρασε μπροστά μου
Αυτήν που ζητούσα δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

ΠΟΘΟΙ ΑΤΑΚΤΟΙ ΣΑΝ ΦΤΕΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟΣΑ ΛΟΓΙΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΑΝ ΜΙΑ ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ:

Και δε σημαίνει ότι έχουν έναν προορισμό, μονάχα αποκαλύπτοντας μια δέσμη φως ή μια πτυχή, σπρώχνουν ελαφρά τ’ αντικείμενα προς τ’ ανοιχτά μας χέρια και τα Ονόματα, αυτά τα ονόματα τα μπιρμπιλωτά τα διάστικτα τα πλουμισμένα από πρόσωπα ή ονόματα καφετιά ελιά στο μάγουλο όπως Λία ή ονόματα γαρίφαλα, Δωροθέα Νέλλη ή ονόματα τουλίπες Άννα Μπέττυ Σάρα Δάφνη θες ονόματα για να χορέψεις Μαρίνα Μήλια Πουλουδιά Αλέξη Νικήτα Γιώργο Άπτον Εριφύλη Φανή Χαβιέρ να χαμογελάς βαθιά σαν χαρούμενο ξόμπλι από πέταλα άγριας ίριδας και τα κρόσσια απ’ τα λόγια μας να κινούνε σαν κοπάδια μέδουσες αλλά κάποτε μια χρυσαφένια μέδουσα ξεπέφτει στην παραλία σκορπώντας τ’ απομεινάρια της ζωής της του ήλιου της…  αυτός ο θόρυβος στα μηνίγγια μας αυτή η αδιάκοπη υπόμνηση του χρόνου του επαναληπτικού που στάζει και διαιρεί τη δύναμη του αίματος του χρόνου απόδειξη ζωής… οι ζωές και οι νύχτες της προσδοκίας που δεν θα επουλώσεις ποτέ, τόσο χαίνουσες και ανυπολόγιστες όσο τα τέλη ενός γαλαξία, τόσο λεπτόλογα προσιτές σαν τη μικρή λάμψη μιας πόρτας… είναι και λόγια σα φτερώματα με στίγματα τ’ ανοιχτά μας χέρια κοντά στ’ αντικείμενα που ελαφρά τα σπρώχνουν μια  πτυχή μια δέσμη φως αποκαλύπτοντας τα λόγια και δε σημαίνει ότι έχουν έναν προορισμό [σκόρπια αποσπάσματα από ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΧΟΥΝΕ ΚΡΟΣΣΙΑ, κείμενο που χορεύεται κι έχει διάφορες φωνές, από την ποιητική συλλογή με τον ίδιο τίτλο της Μάτση Χατζηλαζάρου – ART by OLBINSKI Rafal Surrealist painter ]

  

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΧΟΥΝΕ ΚΡΟΣΣΙΑ  (κείμενο που χορεύεται – έχει διάφορες φωνές)
Ξέρω φτερώματα με άσπρα στίγματα απ’ το ίδιο εκείνο άσπρο που σκίζει τα παραθυρόφυλλα
και που ξαναβρίσκεται επίσης μες στα δάση κάτω απ’ ένα φούντωμα περικοκλάδας
εκεί που η οχιά αφήνει το πουκάμισό της

είναι τα λόγια σαν φτερώματα με στίγματα

και τόσα λόγια Σύννεφα
σωρεία νήματα ισχνά συνοχές μες στον ουρανό μας φλάμπουρα και λάβαρα με μιαν επιγραφή
το παν είναι ομιλία ως το αίμα
όμως ένας λόγος είναι και μάτι
και κλήση και χούφτα ανοιχτή

ασφοδίλι

ψηλά από βράχο πέφτει
είναι κοπέλες με νωχέλεια που τα’ αφήνουμε και κατρακυλάει μες στη ρεματιά για ν’ ακούσουν την ηχώ του

ασφοδίλι δίλι δίλι
ασφοδίλι άσφο ασφοδίλι

είναι γλυπτές οι υδρορροές των εικόνων στο Παρίσι που αντανακλούν την πόλη του λόγου μες στις στέρνες

κι οι παλμοί που έχουνε τα φώτα τους σε κάθε σταυροδρόμι

πράσινο – κίτρινο – κόκκινο – κίτρινο – πράσινο – κίτρινο
κόκκινο – κίτρινο – πράσινο – κίτρινο – κόκκινο – κίτρινο

όσο οι φάροι ψάχνουν μες στις καστανιές και τις ακτινωτές γρίλιες
όλων των δένδρων κοντά στη λεωφόρο

σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου οι εραστές χαϊδεύονται με παράξενα λόγια από φλούδα καϊσιού

τα λόγια της γητειάς είναι πουλάρια νεογέννητα
πηδάνε άτακτα πάνω στα ισχνά τους πόδια
πόθοι εκείνων είναι τα στίγματα

και δε σημαίνει ότι έχουν έναν προορισμό
μονάχα ανακαλύπτοντας μια δέσμη φως ή μια πτυχή
σπρώχνουν ελαφρά τ’ αντικείμενα προς τ’ ανοιχτά μας χέρια

και τα Ονόματα

θες ονόματα για να χορέψεις

Μαρίνα Μήλια Πουλουδιά Πουλουδιά
Αλέξη Νικήτα Γιώργο Άπτον
Εριφύλη Φανή
Χαβιέρ Χαβιέρ Χαβιέρ

αυτά τα ονόματα τα μπιρμιλωτά τα διάστικτα τα πλουμισμένα από πρόσωπα ή ονόματα καφετιά ελιά στο μάγουλο
όπως

Λία
ή ονόματα γαρίφαλα
Δωροθέα Δωροθέα Νέλλη
ή ονόματα τουλίπες
Άννα Μπέττυ Σάρα Δάφνη

και δε σημαίνει ότι έχουνε έναν προορισμό
μονάχα αποκαλύπτοντας μία δέσμη ή μία πτυχή
σπρώχνουν ελαφρά τ’ αντικείμενα προς τ’ ανοιχτά μας χέρια

τα κρόσσια απ’ τα λόγια μας κινούνε σαν κοπάδια μέδουσες
κάποτε μια χρυσαφένια μέδουσα

τα ξέπλεκα μαλλιά της ακρόπρωρης γοργόνας είναι μια χρυσαφένια μέδουσα

κάποτε μια μέδουσα ξεπέφτει στην παραλία σκορπώντας τ’ απομεινάρια της ζωής της
του ήλιου της

ένα μακρύ καλοκαιριάτικο απόγευμα μέδουσα είναι ή ακρόπρωρη γοργόνα

αυτή η μέδουσα που ξέπεσε στην παραλία την τριγυρνάει ένας σκύλος που πηδάει και ξύνει και γαβγίζει και μυρίζει έξαλλος γαβγίζει ολόκληρο ένα μακρύ καλοκαιριάτικο απόγευμα

τα κρόσσια απ’ τα λόγια μας κινούνε σαν κοπάδια μέδουσες

υπάρχει ένα σαράκι που τρώει τα καράβια και άλλα κουτσουρεμένα δένδρα

τούτα τα δένδρα κάνουν για τις κούνιες τα κρεβάτια και τα φέρετρα

τον Απρίλη το σαράκι χτυπάει τα ξύλα λέγεται
ρολόι του θανάτου

οι αιγωλιοί ολολύζουνε

οι αιγωλιοί ολολύζουνε μαύρη η νύχτα μου ανοίγει μιαν απέραντη κόρη του ματιού πρησμένη απ’ το φόβο

οι αιγωλιοί ολολύζουνε οι αιγωλιοί ολολύζουνε οι αιγωλιοί ολολύζουνε οι αιγωλιοί ολολύζουνε

οι αιγωλιοί ολολύζουνε
χτες που είναι το χτες εδώ είναι όλα πλάνεμα
οι σφαδασμοί των ημερών μου σαρώθηκαν σαν τόσα έντομα

τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα
τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα

τόσα έντομα καρβουνιασμένα πάνω

τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα
τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα

στο καζάνι της ατμομηχανής

τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα
τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα έντομα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα

τόσα δένδρα που οι ρίζες τους

τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα

θα ’καναν περισσότερη σκιά από τα κλαδιά

τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα δένδρα τόσα τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες

τόσες πέτρες ασάλευτες είναι η αιτία

τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες

μιας σπαρακτικής κραυγής πόνου

τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες πέτρες τόσες

οι ζωές και οι νύχτες της προσδοκίας που δεν θα επουλώσεις ποτέ
τόσες χαίνουσες και ανυπολόγιστες όσο
τα τέλη ενός γαλαξία
τόσο λεπτόλογα προσιτές σαν τη μικρή λάμψη πάνω στο χερούλι μιας πόρτας

τότε ανάβει το πρώτο γέλιο

κουβαρίστρα τα γέλια που ξετυλίγουμε σιγά-σιγά κρατώντας την άκρη της κλωστής ανάμεσα στα δόντια

απ’ τα παράθυρα της αυλής ένας ήχος πιατικών και μεγάλες κουταλιές παιδικά γέλια

κοντά στο ποτάμι γέλιο είναι ο ψαροφάγος βουτηχτής
χαρούμενο ξόμπλι από πέταλα άγριας ίριδας

χορεύτρια ο ποδόγυρός σου κυματίζει χείλια και γέλια πάνω στα γόνατά σου και στη γοητευμένη σκιά απ’ τα λόγια

ασφοδίλι δίλι δίλι
ασφοδίλι άσφο ασφοδίλι

είναι κάτι φτερώματα με άσπρα στίγματα απ’ το ίδιο εκείνο άσπρο που σκίζει τα παραθυρόφυλλα
και που ξαναβρίσκεται επίσης μες στα δάση κάτω απ ’να φούντωμα περικοκλάδας εκεί που η οχιά αφήνει το πουκάμισό της

είναι και λόγια σα φτερώματα με στίγματα

τ’ ανοιχτά μας χέρια
κοντά στ’ αντικείμενα
που ελαφρά τα σπρώχνουν
μια πτυχή
μια δέσμη φως
αποκαλύπτοντας
τα λόγια
και δεν σημαίνει ότι έχουν έναν προορισμό

 [επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]


Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΕΞΑΛΛΟΥΣ ΥΠΑΙΝΙΓΜΟΥΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΔΟΘΗΚΑΜΕ ΣΤΟΝ ΑΔΕΙΟ ΠΥΡΕΤΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ:

Στεγνός επύρωνε κι αθέριστος Ιούνιος μήνας σε τούτο το ύψωμα σε φωτεινούς αγρούς. Δε λέω για κάθαρση μια απλή ενατένιση ήταν του διφορούμενου που πια δεν ονομάζεται. Κι ενώ με φρόνηση επάσχιζα πλήρες να δώσω το σώμα μου σε ξεχασμό βαθύ μια επίμονη ερεθιστική φωνή χυνόταν μες στην ακοή μου και τη σκλάβωνε. Τι να ’ναι αναρωτήθηκα τούτο το κάλεσμα που έτσι γλυκά σα μέθη ολάκερο με πλημμυρίζει και δέρνει το αίμα  μου που ησύχαζε σα  νάρκη αποχτημένη μ’ άσκηση κι οδύνη; Κι όπως λαχτάραγα να σηκωθώ στον ώμο μ’ άγγιξε το χέρι ανάλαφρο δίνοντας ταραχή βαθιά. Σχήμα δεν έβλεπα μα το αίνιγμα της παρουσίας αυτής που μ’ αιχμαλώτιζε μέσα μου εξύπναγε τ’ ανθρώπινο κι η δίψα πρωτόγονη ακυβέρνητη χιμούσε πάλι στους κρουνούς κι εχτύπαγε με δύναμη τις σφραγισμένες θύρες. Μνήμες δεσπόζουσες τυφλές μαινάδες μνήμες εντός μου εκραύγαζαν ανάστατες κι η υπόστασή μου ανυποψίαστη εσάλευε βογγώντας μ’ αιφνίδιο πυρετό… (αποσπάσματα από την ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΡΑΥΓΗ, από την ποιητική συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 1951- ART by Fernantez Ricardo painting )



Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΡΑΥΓΗ («διότι η φωνή έφτασε κύκλω» - Ησαΐας)
Και τότε ορθώθηκα
κι άνοιξα διάπλατα τα κοιμισμένα μάτια κι είδα
το καύχημα του σώματος σε νικητήριαν άνθηση
και γύρω μου την πλάνη –αυτό που πλάνη ονόμασα-
σ’ έξαρση νέα παράτολμη –πείρα της αίσθησής μου

Πρώτη ήρθε η Σκύλα ελάφι ανήσυχο
κι εσάλευε κάτω από τις μηλιές τις κόκκινες
κοιτάζοντας αθόρυβα ό,τι απόμενε του σώματος
μετά από τόση αλόγιστη σπατάλη ολάκερη
σφυγμός παράφορος ανεξιχνίαστον άρωμα.
Κι εκράταγε το σώμα και το πρόσφερε
στην αίσθηση εύθραυστο και σπάνιο άνθος.
Καταμεσής στα μάτια  ορθή σάρκα μονάχα σάρκα
με τους ηδονικούς αρμούς ολόγυμνους
γυρεύοντας να εκφράσει αυτό που ήταν ανέκφραστο
βαθύριζο ανατρίχιασμα μιλούσε με ζεστούς
θριαμβευτικούς υπαινιγμούς του σώματος.
Και οι λόγοι που δε λέγονταν την έκαιγαν σα δάδα.

Ύστερα η Άλμα με το μαύρο βλέμμα
χαμόγελο αινιγματικό λιγνή κυπάρισσος
τέλεια αποσαρκωμένη λόγω πάθους και φθοράς.
Συμμαζωχτήκαμε γι’ αγάπη το κενό
του ύπνου αρωμάτιζε ζεστός ο λόγος.
Το σώμα διαφανές μονάχα σώμα η Άλμα
και διαχυθήκαμε και ιδρώσαμε φριχτά
κι όταν ακούστηκε ο χτύπος του τυμπάνου
στα δάση τα πρωινά τρόμαξε η Άλμα
κι έστριψε απότομα κι ακούστηκε η κραυγή
σαν κάποιος να ’πεφτε απ’ το τρίτο πάτωμα
στα βράχια πάνω τα γυμνά.

Και  τελευταία η Λάουρα. Εσμίξαμε γυμνοί
στον αλμυρό γιαλό η θάλασσα έκαιγε το δέρμα.
Για να κερδίσουμε τα έξαλλα σώματα
δοθήκαμε στον άδειο πυρετό.

Κι η Λάουρα χάθηκε όλα χάθηκαν κι ιδού γυμνός
σε τούτο το ύψωμα στον πυρωμένο αγρό.
Κι είπα καιρός να φύγω η μνήμη γίνηκε
μες στο ακυβέρνητο κορμί φωτιά αδυσώπητη.
Κι όπως αγωνιζόμουν για να βρω τη σκοτεινή μου Αρχή
κανένα τέλος δεν εφώτιζε το σώμα μου.
Τριγύρα η πλάνη –αυτό που πλάνη ονόμασα-
και το αίνιγμα –η κραυγή η ασώματη κραυγή-
σε κύκλους αλλεπάλληλους εξισωμένη με την πλέον φριχτή
την πλέον απόλυτη οδύνη εσήμαινε το θανατο
ή την επιστροφή από το θάνατο κι η δύναμή της
ξυπνώντας για να μη χαθεί ποτέ ξεπέρναγε
για πάντα πια το φράγμα που όρθωνε
η αίσθηση η κορυφαία!

ΑΔΗΣ (ποιητική άσκηση που γράφτηκε με συνεργασία του Γιώργη Παυλόπουλου)
Τίποτα δεν θυμάμαι κατεβαίνοντας τη σκάλα
τώρα που τα τύμπανα δυναμώνουν στην ακατοίκητη σιωπή.
Μήτε τα χείλη μου σαλεύουνε καθώς φωνάζουν απ’ τον ουρανό
και ξετυλίγουν το σχοινί.
Τι απόκριση να δώσω;

Στο επάνω επίπεδο πλέουνε άσπρα τα νησιά μέσα στη νηνεμία
Όλα τα πρόσωπα χαμογελούν τυφλά στον άμμο
κι ο ίσκιος μου είναι ακίνητος στον ουρανό καθώς κοιτάζω
κατεβαίνοντας
ολοένα.

Τα νησιά συλλογίζομαι δεν είναι επάνω. Η αυταπάτη
με κέρδισε κι αυξαίνει όσο βυθίζομαι βαθύτερα.
Κι αν δώσω απόκριση τα λόγια θα ’ναι χωρίς σημασία καμιά
γιατί το στίγμα του θανάτου μου είναι μόνο μέσα στον ήλιο
και μάταια το γυρεύουν όσοι απλώνουνε σχοινιά.
Κατεβαίνοντας λοιπόν θαρρώ πως είδα
παλιές εικόνες ή τοπία του ύπνου να γυρίζουν όπως όταν
ξυπνά κανείς απότομα κι έχει νυχτώσει απ’ ώρα και στο κάτω πάτωμα
μιλάνε δυνατά.
Εντούτοις οι νεκροί
δεν αποκρίνονται μονάχα συνδαυλίζουνε την αρχική φωτιά
μήτε ξυπνάνε κατεβαίνοντας ολοένα στο σκοτάδι
σαν κάμπιες φωτεινές σαλεύοντας πάνω σε μαύρα φύλλα.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ (μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα):

Χθες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχαμε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτω απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο. Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης. Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι. Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα. Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο. Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά,  κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. Μα ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν. Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουν τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι…   [αποσπάσματα από το ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ του Γιάννη Ρίτσου ]


ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ: Όνειρο, ανάμνηση, διαφυγή;  Ο τίτλος θυμίζει το Όνειρο Καλικαιρινής Νύχτας του Σαίξπηρ. Το περιεχόμενο όμως είναι γεμάτο εικόνες, τοπία χρώματα, ήχους και μνήμες παιδικών χρόνων. Σε μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι ένα μεγάλο ποίημα για παιδιά. Αν όμως το διαβάσει σε συνδυασμό με τη ζωή του Γιάννη Ρίτσου, τότε θα διακρίνει την προσπάθεια του ποιητή να κρατηθεί ζωντανός, ακμαίος και αισιόδοξος σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του. Το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού γράφεται σε μια περίοδο (1937-1943) που χαρακτηρίζεται από μια λυρική έξαρση. Ένας μοντέρνος λυρισμός, σε ελεύθερο στίχο, όπου η μουσική ροή και τα ενσωματωμένα στοιχεία του υπερρεαλισμού πειθαρχούν στον ειρμό του αισθήματος και του στοχασμού. Οργιώδης φαντασία που ξέρει να γειώνεται ακουμπώντας πάντα πάνω στα απλά πράγματα  

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ (μικρά αποσπάσματα)

Είχαμε φτιάξει ένα αμάξι με καρυδότσουφλο. Μια κουβαρίστρα βάλαμε για ρόδες. Ζέψαμε δυο μυρμήγκια και φορτώσαμε τριφύλλι. Σε κανέναν μην πεις που πηγαίνουμε.
Ο αντίλαλος του πηγαδιού ακούει κι οι σπηλιές ξαναλέν τη φωνή μας.
Ο ήλιος καίει τις πέτρες κι αχνίζουν κάποιοι καπνοδόχοι αθώρητοι στις άσπρες πολιτείες των χαμομηλιών.
Οι σουσουράδες πήρανε τα ψάθινα καπέλα μας και τα φόρεσαν.
Τώρα καθισμένες απάνου στο ψηλό μπαλκόνι της μουριάς μας κοροϊδεύουν. Κι εμείς κοροϊδεύουμε τις σουσουράδες.
Μπαίνουμε στη μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα που ’ναι γιομάτη αγριόχορτα και ξύλινους σταυρούς, και ψάχνουμε να βρούμε άγριες βιολέτες να πλέξουμε στεφάνια για τα μαλλιά των κοριτσιών.
Ο δρόμος από κει και πέρα είναι ίσιος, κι οι αγωγιάτες τραγουδάνε το τραγούδι του τρύγου μες στο μεσημεριάτικο λιοπύρι.
Σήμερα μια μικρή κοπέλα, με  θαλασσιά  κορδέλα στα μαλλιά, στάθηκε στην κορυφή της λεύκας και κελαηδάει.
Απ’ το τραγούδι της πετούν μικρά πουλιά που γεμίζουν τις αυλές και τις στέγες.
Τα πουλιά κάθονται στους ώμους των παιδιών.
Οι άνθρωποι μπλέκονται στα  δίχτυα των αχτίνων και τρεκλίζουν σαν πρωτόβγαλτα πουλιά.
Τα τριαντάφυλλα τρελάθηκαν και κάνουν τούμπες μέσα στο νερό.
Θε μου, το μεθυσμένο φως θα σπάσει τα τζάμια, θα πλημμυρίσει τις κάμαρες και δεν θ’ αφήσει μήτε ένα ίσκιο για να σκεπάσει η μάνα μου τα μάτια της.
Τότε θα τινάξει στον αέρα το μαντίλι της και θα χορέψει εκείνο το νησιώτικο χορό που χόρευε στα νιάτα  της μαζί με τον πατέρα – ένα χορό που μυρίζει θάλασσα και βάρκες φορτωμένες πορτοκάλια.
Ο πατέρας θα  κάνει πως ξέχασε το χορό και θα χαμογελάει καθώς θα κρούει τη φτέρνα στον αέρα.
Κι εμείς  ξοπίσω τους, παιδιά, πουλιά, λουλούδια και λιθάρια, θα χορεύουμε στ’ αλώνι του ήλιου τραγουδώντας τις μέρες που δεν χάνουνται  μες στο τραγούδι, όταν οι μεγάλοι χορεύουν μαζί με τα παιδιά τον ίδιο χορό της κάθε άνοιξης.
………………………………….
Ένα ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι. Βλέπει στο δρόμο, βλέπει και στον ουρανό.
Απ’ αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο.
Τα βράδια ανάβουν στις βουνοκορφές αγροτικές φωνές σαν ανοιχτά φωτισμένα παράθυρα στη μακρινή πολιτεία της γαλήνης.
Εκεί κάθονται οι άγγελοι μαζί με τους τσοπάνους και τα πρόβατα, και ξαναλέν χαρούμενοι τα παραμύθια του περασμένου χειμώνα.
Εμείς κουβαλήσαμε εδώ το χαμένο καλοκαίρι – κείνο το βράδυ που όλοι κλαίγαν μες τον άνεμο και κρυώναν.
Κι ο Θεός δεν είναι πια θυμωμένος με τους αγγέλους που κλέψανε τα μήλα, μήτε έχει μια μεγάλη χαρακιά ανάμεσα στα φρύδια σαν τον άλλον, που κάθεται ακαμάτης, καθημερινή και σκόλη, πάνου στο ταβάνι της εκκλησιάς και γίνηκε γκρινιάρης γιατί ποτέ δεν πήρε το σκαμνί του να βρει να κάτσει στη λιακάδα της αυλής, να ξεμουδιάσουν τα ποδάρια του που μούχλιασαν απ’ το λιβάνι κι απ’ την υγρασία.

Ο δικός μας θεός γίνηκε πάλι ένα τζιτζίκι και τραγουδάει μες στην καρδιά μας την ώρα που κλαδεύουμε τα δένδρα του παράδεισου και φυτεύουμε γεράνια και γαρύφαλλα γύρω τριγύρω σ’ όλες τις αυλές και τα περιβόλια. [Πάρνηθα 1938]

Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία… Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωσε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του. Οι αμφισημίες, οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες μαρτυρούν τη σκληρή πάλη του στοχαστή που δέχεται τα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών, ενώ έχει συνδέσει το πεπρωμένο του με το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

ΦΥΣΑΕΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΑΓΕΡΑΣ ΠΟΥ ΓΥΜΝΩΝΕΙ ΤΑ ΚΟΚΑΛΑ ΑΠ’ ΤΗ ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΜΑΣ ΤΡΕΛΑΙΝΕΙ:

Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι,
μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου άπλωνε τις άσπρες του φτερούγες πάνω στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δένδρων και τα σπίτια
με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια [ΙΑ απόσπασμα από το ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ του Γιώργου Σεφέρη – ART by PUIYEEL Save The World]

[Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι, μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου άπλωνε τις άσπρες φτερούγες πάνω στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δένδρων και τα σπίτια με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια]

Γιώργος Σεφέρης, Ήταν η ελπίδα στο βάθος (από το ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ)
-ΣΤ-
Το περιβόλι με τα σιντριβάνια του στη βροχή
θα το βλέπεις μόνο από το χαμηλό παράθυρο
πίσω από το θολό τζάμι. Η κάμαρά σου
θα φωτίζεται μόνο από τη φλόγα του τζακιού
και κάποτε, στις μακρινές αστραπές θα φαίνονται
οι ρυτίδες του μετώπου σου, παλιέ μου φίλε.

Το περιβόλι με τα σιντριβάνια που ήταν στο χέρι σου
ρυθμός της άλλης ζωής, έξω από τα σπασμένα
μάρμαρα και τις κολόνες τις τραγικές
κι ένας χορός μέσα στις πικροδάφνες
κοντά στα καινούργια λατομεία,
ένα γυαλί θαμπό θα το ’χει κόψει από τις ώρες σου.
Δε θ’ ανασάνεις, το χώμα κι ο χυμός των δένδρων
θα ορμούν από τη μνήμη σου για να χτυπήσουν
πάνω στο τζάμι αυτό που το χτυπά η βροχή
από τον έξω κόσμο.


-Ζ-
ΝΟΤΙΑΣ
Το πέλαγο σμίγει κατά τη δύση μια βουνοσειρά.
Ζερβά μας ο νοτιάς φυσάει και μας τρελαίνει,
αυτός ο αγέρας που γυμνώνει τα κόκαλα απ’ τη σάρκα.
Το σπίτι μας μέσα στα πεύκα και τις χαρουπιές.
Μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια
για να γράφουμε τα γράμματα που σου γράφουμε
τόσους μήνες και τα ρίχνουμε
μέσα στον αποχωρισμό για να γεμίσει.

Άστρο της αυγής, όταν χαμήλωνες τα μάτια
οι ώρες μας ήταν πιο γλυκές από το λάδι
πάνω στην πληγή, πιο πρόσχαρες από το κρύο νερό
στον ουρανίσκο, πιο γαλήνιες απ’ τα φτερά του κύκνου.
Κρατούσες τη ζωή μας στην παλάμη σου.
Ύστερα απ’ το πικρό ψωμί της ξενιτιάς
τη νύχτα αν μείνουμε μπροστά στον άσπρο τοίχο
η φωνή σου μας πλησιάζει σαν έλπιση φωτιάς
και πάλι αυτός ο αγέρας ακονίζει
πάνω στα νεύρα μας ένα ξυράφι.

Σου γράφουμε ο καθένας τα ίδια πράγματα
και σωπαίνει ο καθένας μπρος στον άλλον
κοιτάζοντας, ο καθένας, τον ίδιο κόσμο χωριστά
το φως και το σκοτάδι στη βουνοσειρά
κι εσένα.
Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ’ την καρδιά μας;
Χθες βράδυ μια νεροποντή και σήμερα
βαραίνει πάλι ο σκεπασμένος ουρανός. Οι στοχασμοί μας
σαν τις πευκοβελόνες της χθεσινής νεροποντής
στην πόρτα του σπιτιού μας μαζεμένοι κι άχρηστοι
θέλουν να χτίσουν έναν πύργο που γκρεμίζει.

Μέσα σε τούτα τα χωριά τ’ αποδεκατισμένα
πάνω σ’ αυτό τον κάβο, ξέσκεπο στον νοτιά
με τη βουνοσειρά μπροστά μας που σε κρύβει,
ποιος θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς;
Ποιος θα δεχτεί την προσφορά μας, στο τέλος αυτό του φθινοπώρου;

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
-Η-
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα καταλυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στα άκρα τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωτογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σπασμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα  σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

-Θ-
Είναι το παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ’ ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν’ αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.

Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.

Τ’ άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ’ ασφοδίλια.
Μες στ’ ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.

-Ι-
Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννηθήκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζονται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]