Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ (μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα):

Χθες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχαμε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτω απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο. Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης. Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι. Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα. Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο. Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά,  κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. Μα ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν. Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουν τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι…   [αποσπάσματα από το ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ του Γιάννη Ρίτσου ]


ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ: Όνειρο, ανάμνηση, διαφυγή;  Ο τίτλος θυμίζει το Όνειρο Καλικαιρινής Νύχτας του Σαίξπηρ. Το περιεχόμενο όμως είναι γεμάτο εικόνες, τοπία χρώματα, ήχους και μνήμες παιδικών χρόνων. Σε μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι ένα μεγάλο ποίημα για παιδιά. Αν όμως το διαβάσει σε συνδυασμό με τη ζωή του Γιάννη Ρίτσου, τότε θα διακρίνει την προσπάθεια του ποιητή να κρατηθεί ζωντανός, ακμαίος και αισιόδοξος σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του. Το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού γράφεται σε μια περίοδο (1937-1943) που χαρακτηρίζεται από μια λυρική έξαρση. Ένας μοντέρνος λυρισμός, σε ελεύθερο στίχο, όπου η μουσική ροή και τα ενσωματωμένα στοιχεία του υπερρεαλισμού πειθαρχούν στον ειρμό του αισθήματος και του στοχασμού. Οργιώδης φαντασία που ξέρει να γειώνεται ακουμπώντας πάντα πάνω στα απλά πράγματα  

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ (μικρά αποσπάσματα)

Είχαμε φτιάξει ένα αμάξι με καρυδότσουφλο. Μια κουβαρίστρα βάλαμε για ρόδες. Ζέψαμε δυο μυρμήγκια και φορτώσαμε τριφύλλι. Σε κανέναν μην πεις που πηγαίνουμε.
Ο αντίλαλος του πηγαδιού ακούει κι οι σπηλιές ξαναλέν τη φωνή μας.
Ο ήλιος καίει τις πέτρες κι αχνίζουν κάποιοι καπνοδόχοι αθώρητοι στις άσπρες πολιτείες των χαμομηλιών.
Οι σουσουράδες πήρανε τα ψάθινα καπέλα μας και τα φόρεσαν.
Τώρα καθισμένες απάνου στο ψηλό μπαλκόνι της μουριάς μας κοροϊδεύουν. Κι εμείς κοροϊδεύουμε τις σουσουράδες.
Μπαίνουμε στη μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα που ’ναι γιομάτη αγριόχορτα και ξύλινους σταυρούς, και ψάχνουμε να βρούμε άγριες βιολέτες να πλέξουμε στεφάνια για τα μαλλιά των κοριτσιών.
Ο δρόμος από κει και πέρα είναι ίσιος, κι οι αγωγιάτες τραγουδάνε το τραγούδι του τρύγου μες στο μεσημεριάτικο λιοπύρι.
Σήμερα μια μικρή κοπέλα, με  θαλασσιά  κορδέλα στα μαλλιά, στάθηκε στην κορυφή της λεύκας και κελαηδάει.
Απ’ το τραγούδι της πετούν μικρά πουλιά που γεμίζουν τις αυλές και τις στέγες.
Τα πουλιά κάθονται στους ώμους των παιδιών.
Οι άνθρωποι μπλέκονται στα  δίχτυα των αχτίνων και τρεκλίζουν σαν πρωτόβγαλτα πουλιά.
Τα τριαντάφυλλα τρελάθηκαν και κάνουν τούμπες μέσα στο νερό.
Θε μου, το μεθυσμένο φως θα σπάσει τα τζάμια, θα πλημμυρίσει τις κάμαρες και δεν θ’ αφήσει μήτε ένα ίσκιο για να σκεπάσει η μάνα μου τα μάτια της.
Τότε θα τινάξει στον αέρα το μαντίλι της και θα χορέψει εκείνο το νησιώτικο χορό που χόρευε στα νιάτα  της μαζί με τον πατέρα – ένα χορό που μυρίζει θάλασσα και βάρκες φορτωμένες πορτοκάλια.
Ο πατέρας θα  κάνει πως ξέχασε το χορό και θα χαμογελάει καθώς θα κρούει τη φτέρνα στον αέρα.
Κι εμείς  ξοπίσω τους, παιδιά, πουλιά, λουλούδια και λιθάρια, θα χορεύουμε στ’ αλώνι του ήλιου τραγουδώντας τις μέρες που δεν χάνουνται  μες στο τραγούδι, όταν οι μεγάλοι χορεύουν μαζί με τα παιδιά τον ίδιο χορό της κάθε άνοιξης.
………………………………….
Ένα ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι. Βλέπει στο δρόμο, βλέπει και στον ουρανό.
Απ’ αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο.
Τα βράδια ανάβουν στις βουνοκορφές αγροτικές φωνές σαν ανοιχτά φωτισμένα παράθυρα στη μακρινή πολιτεία της γαλήνης.
Εκεί κάθονται οι άγγελοι μαζί με τους τσοπάνους και τα πρόβατα, και ξαναλέν χαρούμενοι τα παραμύθια του περασμένου χειμώνα.
Εμείς κουβαλήσαμε εδώ το χαμένο καλοκαίρι – κείνο το βράδυ που όλοι κλαίγαν μες τον άνεμο και κρυώναν.
Κι ο Θεός δεν είναι πια θυμωμένος με τους αγγέλους που κλέψανε τα μήλα, μήτε έχει μια μεγάλη χαρακιά ανάμεσα στα φρύδια σαν τον άλλον, που κάθεται ακαμάτης, καθημερινή και σκόλη, πάνου στο ταβάνι της εκκλησιάς και γίνηκε γκρινιάρης γιατί ποτέ δεν πήρε το σκαμνί του να βρει να κάτσει στη λιακάδα της αυλής, να ξεμουδιάσουν τα ποδάρια του που μούχλιασαν απ’ το λιβάνι κι απ’ την υγρασία.

Ο δικός μας θεός γίνηκε πάλι ένα τζιτζίκι και τραγουδάει μες στην καρδιά μας την ώρα που κλαδεύουμε τα δένδρα του παράδεισου και φυτεύουμε γεράνια και γαρύφαλλα γύρω τριγύρω σ’ όλες τις αυλές και τα περιβόλια. [Πάρνηθα 1938]

Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία… Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωσε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του. Οι αμφισημίες, οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες μαρτυρούν τη σκληρή πάλη του στοχαστή που δέχεται τα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών, ενώ έχει συνδέσει το πεπρωμένο του με το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας

Δεν υπάρχουν σχόλια: