Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΕΞΑΛΛΟΥΣ ΥΠΑΙΝΙΓΜΟΥΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΔΟΘΗΚΑΜΕ ΣΤΟΝ ΑΔΕΙΟ ΠΥΡΕΤΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ:

Στεγνός επύρωνε κι αθέριστος Ιούνιος μήνας σε τούτο το ύψωμα σε φωτεινούς αγρούς. Δε λέω για κάθαρση μια απλή ενατένιση ήταν του διφορούμενου που πια δεν ονομάζεται. Κι ενώ με φρόνηση επάσχιζα πλήρες να δώσω το σώμα μου σε ξεχασμό βαθύ μια επίμονη ερεθιστική φωνή χυνόταν μες στην ακοή μου και τη σκλάβωνε. Τι να ’ναι αναρωτήθηκα τούτο το κάλεσμα που έτσι γλυκά σα μέθη ολάκερο με πλημμυρίζει και δέρνει το αίμα  μου που ησύχαζε σα  νάρκη αποχτημένη μ’ άσκηση κι οδύνη; Κι όπως λαχτάραγα να σηκωθώ στον ώμο μ’ άγγιξε το χέρι ανάλαφρο δίνοντας ταραχή βαθιά. Σχήμα δεν έβλεπα μα το αίνιγμα της παρουσίας αυτής που μ’ αιχμαλώτιζε μέσα μου εξύπναγε τ’ ανθρώπινο κι η δίψα πρωτόγονη ακυβέρνητη χιμούσε πάλι στους κρουνούς κι εχτύπαγε με δύναμη τις σφραγισμένες θύρες. Μνήμες δεσπόζουσες τυφλές μαινάδες μνήμες εντός μου εκραύγαζαν ανάστατες κι η υπόστασή μου ανυποψίαστη εσάλευε βογγώντας μ’ αιφνίδιο πυρετό… (αποσπάσματα από την ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΡΑΥΓΗ, από την ποιητική συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 1951- ART by Fernantez Ricardo painting )



Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΡΑΥΓΗ («διότι η φωνή έφτασε κύκλω» - Ησαΐας)
Και τότε ορθώθηκα
κι άνοιξα διάπλατα τα κοιμισμένα μάτια κι είδα
το καύχημα του σώματος σε νικητήριαν άνθηση
και γύρω μου την πλάνη –αυτό που πλάνη ονόμασα-
σ’ έξαρση νέα παράτολμη –πείρα της αίσθησής μου

Πρώτη ήρθε η Σκύλα ελάφι ανήσυχο
κι εσάλευε κάτω από τις μηλιές τις κόκκινες
κοιτάζοντας αθόρυβα ό,τι απόμενε του σώματος
μετά από τόση αλόγιστη σπατάλη ολάκερη
σφυγμός παράφορος ανεξιχνίαστον άρωμα.
Κι εκράταγε το σώμα και το πρόσφερε
στην αίσθηση εύθραυστο και σπάνιο άνθος.
Καταμεσής στα μάτια  ορθή σάρκα μονάχα σάρκα
με τους ηδονικούς αρμούς ολόγυμνους
γυρεύοντας να εκφράσει αυτό που ήταν ανέκφραστο
βαθύριζο ανατρίχιασμα μιλούσε με ζεστούς
θριαμβευτικούς υπαινιγμούς του σώματος.
Και οι λόγοι που δε λέγονταν την έκαιγαν σα δάδα.

Ύστερα η Άλμα με το μαύρο βλέμμα
χαμόγελο αινιγματικό λιγνή κυπάρισσος
τέλεια αποσαρκωμένη λόγω πάθους και φθοράς.
Συμμαζωχτήκαμε γι’ αγάπη το κενό
του ύπνου αρωμάτιζε ζεστός ο λόγος.
Το σώμα διαφανές μονάχα σώμα η Άλμα
και διαχυθήκαμε και ιδρώσαμε φριχτά
κι όταν ακούστηκε ο χτύπος του τυμπάνου
στα δάση τα πρωινά τρόμαξε η Άλμα
κι έστριψε απότομα κι ακούστηκε η κραυγή
σαν κάποιος να ’πεφτε απ’ το τρίτο πάτωμα
στα βράχια πάνω τα γυμνά.

Και  τελευταία η Λάουρα. Εσμίξαμε γυμνοί
στον αλμυρό γιαλό η θάλασσα έκαιγε το δέρμα.
Για να κερδίσουμε τα έξαλλα σώματα
δοθήκαμε στον άδειο πυρετό.

Κι η Λάουρα χάθηκε όλα χάθηκαν κι ιδού γυμνός
σε τούτο το ύψωμα στον πυρωμένο αγρό.
Κι είπα καιρός να φύγω η μνήμη γίνηκε
μες στο ακυβέρνητο κορμί φωτιά αδυσώπητη.
Κι όπως αγωνιζόμουν για να βρω τη σκοτεινή μου Αρχή
κανένα τέλος δεν εφώτιζε το σώμα μου.
Τριγύρα η πλάνη –αυτό που πλάνη ονόμασα-
και το αίνιγμα –η κραυγή η ασώματη κραυγή-
σε κύκλους αλλεπάλληλους εξισωμένη με την πλέον φριχτή
την πλέον απόλυτη οδύνη εσήμαινε το θανατο
ή την επιστροφή από το θάνατο κι η δύναμή της
ξυπνώντας για να μη χαθεί ποτέ ξεπέρναγε
για πάντα πια το φράγμα που όρθωνε
η αίσθηση η κορυφαία!

ΑΔΗΣ (ποιητική άσκηση που γράφτηκε με συνεργασία του Γιώργη Παυλόπουλου)
Τίποτα δεν θυμάμαι κατεβαίνοντας τη σκάλα
τώρα που τα τύμπανα δυναμώνουν στην ακατοίκητη σιωπή.
Μήτε τα χείλη μου σαλεύουνε καθώς φωνάζουν απ’ τον ουρανό
και ξετυλίγουν το σχοινί.
Τι απόκριση να δώσω;

Στο επάνω επίπεδο πλέουνε άσπρα τα νησιά μέσα στη νηνεμία
Όλα τα πρόσωπα χαμογελούν τυφλά στον άμμο
κι ο ίσκιος μου είναι ακίνητος στον ουρανό καθώς κοιτάζω
κατεβαίνοντας
ολοένα.

Τα νησιά συλλογίζομαι δεν είναι επάνω. Η αυταπάτη
με κέρδισε κι αυξαίνει όσο βυθίζομαι βαθύτερα.
Κι αν δώσω απόκριση τα λόγια θα ’ναι χωρίς σημασία καμιά
γιατί το στίγμα του θανάτου μου είναι μόνο μέσα στον ήλιο
και μάταια το γυρεύουν όσοι απλώνουνε σχοινιά.
Κατεβαίνοντας λοιπόν θαρρώ πως είδα
παλιές εικόνες ή τοπία του ύπνου να γυρίζουν όπως όταν
ξυπνά κανείς απότομα κι έχει νυχτώσει απ’ ώρα και στο κάτω πάτωμα
μιλάνε δυνατά.
Εντούτοις οι νεκροί
δεν αποκρίνονται μονάχα συνδαυλίζουνε την αρχική φωτιά
μήτε ξυπνάνε κατεβαίνοντας ολοένα στο σκοτάδι
σαν κάμπιες φωτεινές σαλεύοντας πάνω σε μαύρα φύλλα.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δεν υπάρχουν σχόλια: