Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΣΑΜΕ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΗΤΑΝΕ ΜΙΑ ΘΕΜΙΤΗ ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ:

Η αφή μας μοιράζεται ανάμεσα σε σκυθρωπές κουρτίνες κι αισθήματα εφηβικά. Τα μάτια μας που ματώθηκαν από πυρπολημένους θαλασσινούς ήλιους. Κανείς ναυαγός δεν πεθαίνει χωρίς μια φωτογραφία νοσταλγική. Κανένα πλοίο δε σαλπάρει χωρίς καπνό και χωρίς δάκρυα [απόσπασμα από την 7η συνέχεια των ΕΠΟΧΩΝ 2 του Μανόλη Αναγνωστάκη – ART by LEA  FERY next 2  ]



Η Μοίρα μας ανοίγεται θαυμάσια: εδώ δρόμος, εκεί δρόμος, από κει επίσης δρόμος (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 2)

-VΙΙ-
Δε ζητήσαμε πίσω απ’ αυτή την πολιτεία καμιά σίγουρη εναλλαγή
Δεν ασφαλίσαμε τη βεβαιότητα της πληρωμένης εγκαρτέρησης
Το βράδυ ανάβουν οι βιτρίνες των νεωτερισμών, στριφογυρίζουν τα γραμμόφωνα
Μέρες γιορτής οι σημαίες υψώνονται, τα σχολεία με ομοιόμορφες μπλούζες
Κάθε κενότητα αναπαύεται ανώδυνα πάνω σε καταχτημένες αποσκευές 
Πηγαίνει στα ζαχαροπλαστεία συνωθείται ηδονίζεται 
Περιφρονεί, αυτάρκης, κάθε είδους εγκατάλειψη
Εμείς δε ζητήσαμε την ανεκπλήρωτη έξοδο, στενέψαμε την καρδιά μας
Έντιμοι στα βραδινά σφυρίγματα των κρατικών Σιδηροδρόμων
Που συγκλίνουν με τις πρώτες βροχές ομαλά, με θερινών ειδυλλίων ναυάγια
Αυτοί πιστεύουν πως ο χρόνος με τα χαρτιά περνάει πιο ευχάριστα
Αν δεν βρέξει θα πάμε στο πάρκο, αν βρέξει στης κυρίας Αγγέλας
Εκεί που στη σοφίτα κατοικεί  ο αρχαίος μαέστρος με τη γυναίκα του
Κι η κόρη αρραβωνιάζεται 29 χρονώ, απέκρουσε πολλές προτάσεις
Αγαπούσε τη διαστολή, τα θερινά ξενοδοχεία, τα κλειστά οικογενειακά κέντρα
Λατρεύει ένα βρέφος, θα τ’ ονομάσει Αγνή, αν κι ο γιατρός το έχει – ή σχεδόν- απαγορεύσει.

Αφήσαμε, νέα παιδιά, στο καφενείο η «Ωραία  Σελήνη» τα κατακάθια του καφέ
(Η Μοίρα μας ανοίγεται θαυμάσια: εδώ δρόμος, εκεί δρόμος, από κει επίσης δρόμος)
Το βράδυ θα παίξεις τρεις παρτίδες τάβλι για τρία γλυκά ή υποβρύχια
Το βράδυ έχει πάντα δροσιά. Γυναίκες περιφράσσουν τη δίοδο των στενωπών
Σηκώνονται, πηγαίνουν μέσα, ανανεώνονται και συνεχίζουν
Οι άνδρες επιστρέφουν αργά, έχουν δειπνήσει ή ισχυρίζονται
Ο ρόγχος των δωματίων είναι κενός, ο χρόνος επισκέπτεται αναλλοίωτος.

Τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 2)

-VΙΙΙ-
Έφυγαν όλοι μακριά. Κι όμως δεν πάει καιρός πολύς
Ή ίσως έμειναν τυραννικά στην ακοή μας τα τελευταία
Σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών, τα τελευταία
Κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα, θάνατοι
Αλλόκοτοι που δε θυμάσαι την πικρή χρονολογία.
Καιρός δεν πάει πολύς. Καιρός δεν πάει πολύς.
Κάποτε το’ χα και τούτο πιστέψει: πάντα είναι αργά για  κάθε τι
Προσήλωση στις νεκρωμένες οσμές που μισανοίγουν
Τα χείλη. Στην αφοσίωση που δεν νικά τη φρόνηση
-Θα ξεπηδήσει των μετέπειτα η πολυχρωμία-
Γιατί κι η αγάπη όμως να ’ναι η ίδια παντού;
Στα γκρεμισμένα σπίτια που ολοφύρεται η βροχή
Στα σάπια κρεβάτια που κοιμίσαν τόσες θύμησες
Στα λιμάνια, στις απόμακρες χαμένες πολιτείες
Στ’ ακρογιάλι με τ’ αχνάρια του παλιού καλοκαιριού.
Κι η γυναίκα πέρασε στο δρόμο, κάποια γυναίκα τι σημασία,
Έβαψε, πόρνη, τα ράκη της στο χρώμα της εγκατάλειψης
Μέτρησε τη μνήμη της: «είναι καιρός» ή «τόσα χρόνια»
Περνώντας τους διαβατικούς, εκλιπαρούν, ξέρει τι θέλει
Τι νοιάζει Σανατόριο, σπίτι στ’ ακροθαλάσσι, συνοικία,
Κορμί χωρίς περίβλημα παρωχημένης  πολυτέλειας 
Αιώρηση μοναχικής στιγμής στο πριν και το μετά της θυσίας.
Έφυγαν όλοι μακριά. Κι όμως δεν πάει καιρός πολύς.
Αγάπη, Αγάπη μου (Τόσος καιρός!) Ήμουνα τάχα πλασμένος κι εγώ
Να φιλήσω τα χέρια σου ν’ αρωματίσω το κορμί σου
Ν’ αστράψω το σπαθί μου στη θήκη του πάθους σου.
(Και πόσα φώτα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι κόσμο
Κάπου σε μιαν αυλή. Την αγαπούσε
Και την παντρεύτηκε. Του δόθηκε, της είχαν κάποτε
Μιλήσει: «κάπως έτσι». Είναι όλα τόσο εύκολα! Πού πάει αυτός ο κόσμος.
Σκέφτεται τι θ’ αλλάξει. Προσμένει κάθε βράδυ το παιδί της
Είναι καμπούρης ή κουτσός. Κάποτε αποσταμένος θα γυρίσει
Από τους δρόμους που πουλάει τσιγάρα στους διαβάτες
Αργά το βράδυ -12 ή μια ή δυο. Μέσα στα κέντρα
Και πόσα φώτα! Είναι παιδί, μόνο νυστάζει
Δε νιώθει τίποτα απ’ το μοίρασμα της σάρκας.
Τόσα κορμιά. Τι θέλει αυτός ο κόσμος; Και νυστάζει)
Έφυγαν όλοι. Μακριά. Ποιο να ’ναι τ’ όνομά τους;
Ήταν οι φίλοι, τι τυραννία. Πώς το ζητά
Κανείς, κάπως να ζήσει έτσι χωρίς
Να στερήσει τον ίσκιο τ’ αλλουνού, έτσι χωρίς
Να κλέψει την ισχνή χαριτωμένη του αναζήτηση.
(Και τι ζητούσε ο άνθρωπος; Το βράδυ μιαν εφημερίδα).
Ήταν οι φίλοι. Ασήμαντες απαριθμήσεις ημερών
Τάχα μιαν έκθαμβη παρέλαση, στο βάθος όλες οι δικές σου αποτυχίες
Έφταιγες σ’ όλα –ήταν οι φίλοι. Ποιος δεν αρνήθηκε ποτέ…
Έρημοι δρόμοι με χιόνι όπως στα ξένα καρτ-ποστάλ
Που σ’ όποια γλώσσα λεν κι αυτά «χρόνια πολλά» ή «καλώς ήρθες» 
Πάρκα τ’ Αυγούστου γυναίκες χωρίς διάστημα
Τραγούδια γιορτινά όταν γυρνάς στα παιδικά σου χρόνια.
Ήταν οι φίλοι. Δεν πάει καιρός πολύς.
Τα σύννεφα πέφτουν σωρός το ’να πάνω στ’ άλλο
Μια στιγμή θα φωνάξεις «βοήθεια!» κι ύστερα πάλι σιωπή
-«Πάντα είναι αργά για καθετί»- μάλιστα τώρα
Που νιώθεις πως κοιτάζεις πια με δυο γυαλένια μάτια.

Κι εγώ που αγάπησα τόσο τη θάλασσα
Κι εγώ π’ αγάπησα τα πλοία που σφυρίζουνε στη βραδινή ομίχλη
Κι εγώ που ήμουνα πάντα ένα μαντίλι στο ψηλότερο κατάρτι
Κι εγώ π’ αγκάλιασα το καθετί που πέρασε μπροστά μου
Αυτήν που ζητούσα δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα

Δεν υπάρχουν σχόλια: