Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΜΟΥ Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΙ ΑΠΛΩΝΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΗ:

Οι πόρτες κλείνοντας ξαφνικά ένα βράδυ μπορεί να μας χωρίσουν παντοτινά απ’ τους δικούς μας ν’ ακούγονται μόνον οι φωνές άδειες και μακρινές και τα κλειδιά να μη χωράνε πια στις κλειδαριές κι έτσι θα μένουν οι βασιλιάδες ακίνητοι και σκοτεινοί στα διπλανά δωμάτια με σπασμένα σπαθιά καθισμένοι, οι θρόνοι τους γυμνοί, τ’ άλογα στα παχνιά δεμένα θα ονειρεύονται φεγγάρια και σπαθιά. Τέτοιες στιγμές μη με ρωτάς για τις φωνές που ακούγονται συχνά τα βράδια, μακρινές. Δε θέλω να τις ακούσω. Αυτά που λένε, τρέμω μην αναγνωρίσω τα μυστικά μηνύματα των φίλων μου που νικημένοι σκορπισμένοι στην πεδιάδα, κρυμμένοι στις πολιτείες αντικρίζουν το χαμό. Μη με ρωτάς δεν ξέρω να μιλήσω, οι γειτονιές είναι μικρές, οι γυναίκες φαρμακερές, η πολιτεία γεμάτη νεκρούς.  Αφήστε με να ζήσω…  [ΟΙ ΠΟΡΤΕΣ, ένα ποίημα από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ – ART by NAMBROTH Blazing Twilight ]




ΛΕΥΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον) 

Μου υποσχέθηκαν μια  βαθύτερη χώρα, ένα βασίλειο
Βυθισμένο  μέσα στα χρόνια, μια παγερή αταραξία
Τ’ όνομα λησμονημένο μέσα στα δάχτυλα του Βοριά
Με παρασύρανε στις μάχες αλυσοδεμένο, μια
Παράξενη πυρκαγιά αναστατώνει τα όνειρά τους
Τ’ αστέρια τους οδηγούν και τους τυφλώνουν.
Κι όσο βαθαίνουμε στην άγνωστη χώρα
Αλλάζουν οι νύχτες χρώματα και τα πουλιά  φτερά
Κι αυτοί λιγοστεύουν ολοένα χάνονται άλλοι στις μάχες
Άλλοι στις πορείες κι άλλοι αυτοκτονούνε μυστικά
Μέσα στα δάση, πολλοί βυθίζονται στα πηγάδια
Και μερικοί γυρνούν απελπισμένοι στα παιδικά τους χρόνια
Γυρεύοντας ένα χαμένο πρόσωπο, μια νεκρή αγκαλιά
Ένα σβησμένο χαμόγελο ένα μέτωπο αποκρυσταλλωμένο
Μακρινές ομοβροντίες φωτίζουν τα χλωμά τους πρόσωπα
Εκείνοι αμέτρητοι σαν τα φύλλα, εμείς ελάχιστοι σα διαμάντια
Τις νύχτες μας κυκλώνουν τ’ απειλητικά τους όνειρα
Κι αιχμαλωτίζει την καρδιά μας το σκοτάδι
Αποδεκατισμένοι αντικρίζουμε κάθε πρωί
Τις πανοπλίες να λάμπουνε στην κορυφογραμμή.

«Ακόμα» ψιθυρίζουν,  «ακόμα  μερικά χιλιόμετρα
Ακόμα μερικές πεδιάδες, ακόμα μερικές θυσίες»

Μια μέρα φαίνεται με ζήτησε ο στρατός ναν του μιλήσω
Με κατέβασαν με το φορείο και μ’ έβαλαν να ενθαρρύνω 
να ανυψώσω το ηθικό προτού ν’ αρχίσουν οι κρίσιμες επιχειρήσεις
Ηττημένοι – νικητές δεν ξέρω. Σας βεβαιώνω
Ένα μονάχα ξέρω και σίγουρο αυτό – πως γλιστράμε ολοένα
βαθύτερα μέσα στα χιονισμένα δόντια της σιωπής
Και τώρα που περάσαμε το φοβερό λαβύρινθο
Τώρα που χάθηκαν μες στα στενά οι άλλοι μισοί
Δεν απομένει ελπίδα να γυρίσουμε κανείς.

«Ακόμα λίγα βήματα» μου ψιθυρίζουνε
«Ακόμα λίγο και θα δεις τη θρυλική τους πολιτεία
Τα κάτασπρα βουνά το θησαυρό να πλημμυριζει
Την ανάστατη καρδιά
Τα χαλίκια τα κοντάρια τα πουλιά»

Απόμακρη τώρα σαν όνειρο η φωνή
Σαν ποταμός που κύλησε η ζωή μας
Σαν άστρο που το κυνηγάει η αυγή
Πρέπει να συνεχίσω την ατέλειωτη πορεία μου
Προς τον απόρθητο Νοτιά. Το πλήθος μου η μοναξιά
Κι απλώνεται μπροστά μου αναρίθμητη και αστρονομική
- Η αγωνια μου

ΕΚΕΙΝΟΙ

Επάνω στα έρημα καμπαναριά εκείνοι ξαγρυπνούν
Στους φάρους στους κάβους εμείς, εκείνοι στα χαμηλά νησιά
Εμείς με το σπαθί στο χέρι, εκείνοι μέσα στο χιόνι βυθισμένοι
Με τα βουνά μια σπιθαμή κοντά τους, δεν τους ακούσαμε
Όταν γεννήθηκαν ήταν καμπάνες που μας χτυπούσαν τα όνειρα
Όταν μεγάλωσαν ήταν οι συννεφιές και τα βουνά μας πολεμούσαν
Εκείνοι ωραίοι και δυνατοί, εμείς εδώ στα σύνορα
Ανάμεσα στις δυο ζωές ταξίδια δεν χωρούσαν
Και τρικυμίες και γράμματα που στείλαμε
Ποτέ δεν απαντούσαν, αυτοί εδώ κι εμείς εκεί
Οι κόσμοι μας γειτονικοί δεν επικοινωνούσαν

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Το σπίτι αυτό εμείς το χτίσαμε, άλλοι θα κατοικήσουν
Άλλοι θ’ ανέβουν τα σκαλιά να στρώσουν τα κρεβάτια
Άλλοι θ’ ανάψουν τα κεριά στα βορινά δωμάτια
Ποιες δυσκολίες ποια δάχτυλα ποια μάτια
Και από μας ποιος θα τολμήσει να μιλήσει
Με τα πρόσωπα που ζούνε αποκλεισμένα
Πίσω από χιλιάδες πόρτες, παράθυρα και κάστρα
Που τα χτυπάν οι θάλασσες τα όνειρα και τ’ άστρα.

Το σπίτι αυτό εμείς το χτίσαμε, άλλος θα κατοικήσει.


 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες] 




Δεν υπάρχουν σχόλια: