Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΟΣΕΣ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ ΣΙΩΠΕΣ ΣΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΑΙΜΟΦΥΡΤΟ ΤΟ ΛΟΓΙΣΜΟ ΛΕΡΝΑΙΟ

Κι είναι το πρόσωπό σου η περίπολος, το κενό χαίνει πάνω στην πορεία σου διάτρητο από τα είδωλα… Αν αυτό που από κάθε σχήμα είναι ήχος κι από τον ήχο ρώτημα, αν αυτό το ρώτημα που μες στα ηλιοστάσια αυτόχθονο υλακτεί σαν τύμπανο νυχτόβιο… αν μείνει κατάμονο σ’ αυτή την ερημιά της γνώσης έτσι που να ’χει μέτρο το μηδέν, που να ’χει όγκο το μηδέν… Εξοστρακίστηκε που σ’ άγγισε η αστροφεγγιά κι είναι τα μάρμαρα αιματιά για πάντα, η σάρκα σου ένας έμφυτος επίδεσμος. Πώς θ’ αναστρέψεις την οργή σου σε γλυκόριζα,πώς για ταφή θα παραδώσεις την ερώτηση, έναν πνεύμονα απόκρημνο την καταιγίδα που ανέθρεψες με ουρανό φαρμάκι… Διότι νωπό από πατρώα πάχνη το όραμα καταφεύγει εντός διωκόμενο κυρίως για την έκθετη ευθύνη, πιο πολύ για της ευθύνης την ύπαρξη… Τα όσα φεγγάρια σε ομηρία κράτησες και το γλυκάνισο του δειλινού που μέθυσες… να στάζει ο ουρανός από τα μάτια του λιγνός όπως κλωστή μενεξελιά όπως ανεμοδείκτης τώρα που έγινες ένας βυθός και μόνο λογισμός απόμεινες μια πέστροφα η ψυχή σου ασπαίρει… Κι είναι σαν τη γλυκιά ροδιά η ψυχή, η θύμηση γαλέρα βυθισμένη κι ο γόος εκείνος πάλι, όχι άλλη ταρίχευση είπες…  [κτερίσματα στίχων από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ 1964 – ART by BOND Paul an allegory]



[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου]

ΠΩΣ ΘΑ ΑΝΑΣΤΡΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΣΟΥ ΣΕ ΓΛΥΚΟΡΙΖΑ
18
Αν αυτό που από το κάθε σχήμα είναι
ήχος και από τον ήχο ρώτημα
αν αυτό το ρώτημα που μες στα ηλιοστάσια
αυτόχθονο υλακτεί σαν τύμπανο νυχτόβιο
με ώχρες βαμμένο κι όπια κίτρινο
μαβί άσπρο και πονεί
πονεί ατέλειωτα μες τα λιθόστρωτα του λόγου
αν αυτό που ακόμη ανθίσταται
ανυποχώρητο
αυτό το στερνό λέγω από πανάρχαιη καστανιά
κι από σχιστόλιθο ανθρωπολύτη κατακόρυφο
προεκταθεί ως την αγέρωχη σιωπή
αν μείνει κατάμονο
σ’ αυτή την ερημιά της γνώσης
έτσι που να ’χει μέτρο
που να ’χει όγκο το μηδέν
αν πιει τον ίσκιο του από έξαρση
ή στον αγέρα αφανιστεί από αυτάρκεια
κι αν το ικρίωμα που έστηνες σου ανατρέψει


19
Τα όσια λείψανα όλα τα εντόσθια σκεύη
αν σου πετάξει άχρηστα
έξω που μαίνεται και μαίνεται
αβάσταχτο το φως μες στα περάσματα
τι θα απομείνει απ’ τον απρόσιτο κρόταφο
όταν απόμαχος
όταν έγχρωμος με οξείδια μετάλλων
θα φωσφορίζει ορθός σαν οίδημα
και θα συρίζουνε με τα μυαλά χυμένα οι δίνες;

η ώρα που θα σημαίνει έξοδο
πέρα από τη νόηση
τα τύμπανα με υλακές απ’ τα ηλιοστάσια
ο ήχος που το κάθε σχήμα θα ’ναι
που θα αντιφωνεί
τι θ’ απομείνει πες μου
παρά επίμονος ο λίθος να γεωμετρεί
αδιάλλακτο το τραύμα να ματώνει
20
Τη χαρακιά που ’χεις στα πετρένια μάγουλα
λέω πού τάχα να κατάγεται
εξοστρακίστηκε που σ’ άγγισε η αστροφεγγιά
κι είναι τα μάρμαρα αιματιά για πάντα
η σάρκα σου ένας έμφυτος επίδεσμος

πώς θα αναστρέψεις την οργή σου σε γλυκόριζα
πώς για ταφή θα παραδώσεις την ερώτηση
έναν πνεύμονα απόκρημνο
την καταιγίδα που ανάθρεψες
με ουρανό φαρμάκι
21
Σπιθίζουνε τα οστά σου απ’ την αντίσταση
όταν ψίθυρος μέσα σου ο αρκτούρος
ότι η τριβή αυτή είναι
το πρόβλημα και η λύση του
ότι αναδύεται πορφυρογέννητος ένας βυθός
που εντός σου ύστερα βουλιάζει
το ρήγμα που σ’ άνοιξε στα δυο
κι η γνώση ξέμεινε στις παρυφές σαν έντομο
μια τόση δα ξανθή στεριά
μια ωγυγία ο καστανός αχάτης

το ότι πήρες τη στροφή απίστευτα ανοιχτή
χιλιάδες κύκλωσες τους θανάτους που πέτρωσαν
κι αυτό δεν είμαι όχι
κι αυτό δεν είμαι
22
Με κοιτάζεις ένα φτερό που εντός μου λάμνει
ένα σήμα κινδύνου μ’ ακούς
σα φράγμα που έσπασε
και τα νερά κατεβαίνουν
σαν είδηση με σκέφτεσαι
που λιώνει τα νεφρά
σαν κοπετός μέσα στο αίμα

όταν το μάρμαρο θερίζει τον ήλιο

μ’ άγγιξες μ’ ένα λυγμό απ’ τον αιγόκερω
όπως ένας όλεθρος από ατρείδες
πώς λοιπόν μπορεί να μην είσαι φως;
23
Μπορεί όταν οι νόμοι παραδίνονται από θεό
γραμμένοι σε ίασπη
ή σε κλαυθμό ιουδαίο
η νεφέλη να είμαι εγώ από ασίες
της επικύρωσης να είμαι ο οιωνός
η στήλη άμμου που αναθρώσκει
24
Για το αν ήξερα της περιδίνησης τον πρόγονο
να μου ’λεγε για τη γενιά μου
διότι η επερώτηση για τη γενιά μου
στους απορρώγες φύεται
με των άστρων τις προινύμφες
κυρίως για τον επίμονο επιτάφιο που μέσα μου
περιπολεί όπως φτερό κήτους
διότι νωπό από πατρώα πάχνη το όραμα
καταφεύγει εντός διωκόμενο
ένα νεόπλασμα
κυρίως για την έκθετη ευθύνη
πιο πολύ για της ευθύνης την ύπαρξη
ας ήτανε ένα χειρουργείο σε όργιο
ας ήτανε μια εκτομή
25
Τώρα που μόλις άνθισε σε φουντουκιά
ένας πανάρχαιος νοτιάς
κλεισμένος σε πιθάρια από τον μίνωα
με κριθάρι χάλκινο
κούπες χρυσές
ζωστήρες
ενώτια
πώς μπορεί τώρα που ο χάρτης συμπληρώθηκε
να ’ναι η φωνή σου ένα νησί
το χέρι σου ένας γλάρος ν’ ασκητεύει;
26
Αφότου έμεινες ένας βυθός σε δόνηση
πόσες στο δευτερόλεπτο σιωπές
σου αφήσαν αιμόφυρτο
το λογισμό λερναίο
και την ψυχή μια πέστροφα;

αίλουροι
και τι δεν ήπιανε στις όχθες σου
σιδερόφρακτοι αμέτρητοι ήλιοι
νέγρες σε έκσταση οι αστροφεγγιές
ξυπόλητες οι πίσσες του περού
κι από την υοσγάτη οι βυσινόρωγες
κι όσες στο στήθος άγκυρες λιώνουν
γι’ αψέντια δυνατά και για δασύ βυθό

τα όσα φεγγάρια σε ομηρία κράτησες
και το γλικάνισο του δειλινού που μέθυσες
μόνο ένα σφάγιο πέρα από το θάνατο
με την εκδορά
να στάζει ο ουρανός από τα μάτια του
λιγνός όπως κλωστή μενεξελιά
όπως ανεμοδείχτης
τώρα που έγινες ένας βυθός
και μόνο λογισμός απόμεινες
μια πέστροφα η ψυχή σου ασπαίρει
27
Μ’ όλο που ο γόος εκείνος
θηλυκώθηκε με τους ρεζέδες
με τα πόμολα
την υγρασία στο πάτωμα
τ’ αρχαία ξύλα

μ’ όλο που στο πρώτο άγγιγμα
σαν πολυέλαιος θα πει
τη νότα εκείνη τη βαθιά
κι είναι σαν τη γλυκιά ροδιά η ψυχή
η θύμηση γαλέρα βυθισμένη
κι ο γόος εκείνος πάλι
όχι άλλη ταρίχευση είπες

εδώ και μπρος μόνο ταλάντωση είναι ο χρόνος
ξεχάστε πια το θάνατο είπες

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου»]
 

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΙ ΑΝ ΠΤΩΧΙΚΗ ΤΗΝ ΒΡΕΙΣ Η ΙΘΑΚΗ ΔΕΝ ΣΕ ΓΕΛΑΣΕ. ΕΤΣΙ ΣΟΦΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕΣ, ΜΕ ΤΟΣΗ ΠΕΙΡΑ, ΗΔΗ ΘΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ Η ΙΘΑΚΕΣ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ:

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, αν μένει η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου. Να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι πού με τι χάρα θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους, να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά, και τες καλές πραμάτειες ν’ αποκτήσεις, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους… Σε πόλεις Αιγυπτιακές να πολλές να πας, να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους. Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη, το φθάσιμον εκεί είναι ο προορισμός σου. Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου, καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί, πλούσιος μ’ όσα κέρδισες στο δρόμο, μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη. Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θα ’βγαινες στο δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια [Κ. Π Καβάφης, Ποιήματα, έκδόσεις Ηριδανός - ART by Mario Antonio Vargas Artodyssey]


 [Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

ΤΥΑΝΕΥΣ ΓΛΥΠΤΗΣ
Καθώς που θα το ακούσατε, δεν είμαι αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τα χέρια μου περνά.
Και στην πατρίδα μου, τα Τύανα, καλά
με παραγγείλανε συγκλητικοί.

Και να σας δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστε αυτήν τη Ρέα
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τον Πομπήιον. Ο Μάριος,
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο που μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θα τον ξαναγγίξω).
Πλησίον στου μαρμάρου του κιτρινωπού
εκείνα τα κομάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Και τώρα καταγίονομαι από καιρό αρκετό
να κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως  για τ’ άλογά του, πώς να πλάσσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι να γίνουν πού
τα σώματα, τα πόδια των να δείχνουν φανερά
πού δεν πατούν την γη, μον τρέχουν στα νερά.

Μα να το έργον μου το πιο αγαπητό
πού δούλεψα συγκινημένα και το πιο προσεκτικά
αυτόν, μια μέρα του καλοκαιριού θερμή
πού ο νους μου ανέβαινε στα ιδανικά,

αυτόν εδώ ονειρευόμουν τον νέον Ερμή.


ΤΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ
Είπε ο Μυρτίας (Σύρος σπουδαστής
στην Αλεξάνδρεια επί βασιλείας
αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου
εν μέρει εθνικός, κι εν μέρει χριστιανίζων)
«Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,
εγώ τα πάθη μου δεν τα φοβούμαι σα δειλός.
Τα σώμα μου στες ηδονές θα δώσω,
στες απολαύσεις τες ονειρεμένες,
στις τολμηρότερες ερωτικές επιθυμίες,
στες λάγνες του αίματός μου ορμές, χωρίς
κανέναν φόβο, γιατί όταν θέλω-
και θα ’χω θέλησι, δυναμωμένος
ως θα ’μαι με θεωρία και μελέτη-
στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό»

Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ
Είμ’ ο Λαγίδης, βασιλεύς. Ο κάτοχος τελείως
(με την ισχύ μου και τον πλούτο μου) της ηδονής.
Ή Μακεδών ή βάρβαρος δεν βρίσκεται κανείς
ίσος μου, ή να με πλησιάζει καν. Είναι γελοίος
ο Σελευκίδης με την αγοραία του τρυφή.
Αν όμως εσείς άλλα ζητείτε, ιδού κι αυτά σαφή.
Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή,
εις κάθε λόγο, εις κάθε τέχνη η πιο σοφή

ΗΡΩΔΗΣ ΑΤΤΙΚΟΣ
Α του Ηρώδη του Αττικού τι δόξα είναι αυτή
Ο Αλέξανδρος της Σελευκείας, απ’ τους καλούς μας σοφιστάς,
φτάνοντας στας Αθήνας να ομιλήσει,
βρίσκει την πόλιν άδεια επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Κι η νεολαία
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
Ο σοφιστής Αλέξανδρος λοιπόν
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
και τον παρακαλεί τους Έλληνας να στείλει.
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
«Έρχομαι με τους Έλληνας  μαζί κι εγώ».

Πόσα παιδιά στην Αλεξάνδρεια τώρα,
στην Αντιόχεια ή στην Βηρυτό
(οι ρήτορες του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
πού πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
έξαφνα αφηρημένα σιωπούν.
Άγγιχτα τα πητήρια αφήνουνε κοντά των,
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη-
ποιος άλλος σοφιστής τ’ αξιώθηκεν αυτά;=
κατά πού θέλει και κατά πού κάμνει
οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ακολουθούνε μόνο.

ΦΙΛΕΛΛΗΝ
Τη χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει
Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάβημα μάλλον στενό
εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν μ’ αρέσουν.
Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά
όχι υπερβολική, όχι πομπώδης –
μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο σκαλίζει και μηνά στην Ρώμη-
αλλ’ όμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ εκλεκτό απ’ το άλλο μέρος
κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων σε συστήνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη, προς Θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι Έλληνες» και «Πού τα Ελληνικά
πίσω απ’ τον Ζάγρο, εδώ από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροι μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κι εμείς.
Και τέλος μην ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχονται από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι κι άλλοι ματαιόδοξοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΤΟΠΙΝ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΙΠΟΤΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ:

Η σήψις των ιωβηλαίων αποδίδει την ηχώ που δεν εσκέπασαν οι μπόρες. Στην άσπιλη στην ακραιφνή μανία των αστέρων σέρνεται το βήμα μιας ψυχής με μάτια χαύνα και με αετούς συσπειρωμένους στα πολυτάραχα φυσήματα της σμίλης. Το δράμα των ιωβηλαίων δεν είναι ασφυκτικώς παραμεριζομένη αίθουσα όπου αναπαύονται οι νόμοι μα θάλασσα των ογκοπάγων κυμαινόμενη στο τραγούδι του περαστικού μας νήματος που καταλήγει σε γιορτή. Κάποτε περνά το θρόισμα μιας φλέβας κάποτε η αίγλη μιας πολύνεκρης μάχης κάποτε οι δόσεις της ειμαρμένης μα πάντοτε χαίνουν και σπαρταράνε οι πειρατές. (ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΙΚΟ από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ – ART by Kulhanek



ΣΤΕΛΝΩ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)

Από σμάλτο και από χάλυβα τα κύτταρα της ανείπωτης μάζης εν μέσω λόχμης δροσερής καταγωγής γυμνής σαν γνήσιου αναπαλμού χτυπούν τα κρηπιδώματα. Λευκή και κάποτε προς το κίτρινο λάμπει λαμπρά η σφενδόνη. ορυμαγδός σαν γλοιώδης μαρμαρυγή κυκλοφορεί μέσα στους λαχανόκηπους του κυλινδρικού κατευνασμού μιας αλησμόνητης παιδίσκης. Και όμως και όμως. Τα ραπίσματα του πολιού στρατάρχου των κρωγμών της άνευ τέλους νύχτας κατέπεσαν στην είσοδο της συμπαθεστάτης σφενδόνης. Γιατί λοιπόν οι σερμαγιές αφού τα θρύψαλα της ανερούσας δεν πέφτουν αφού πέσανε τα κρηπιδώματα μεσ’ στους ανταυγαστήρες τους με λεμονιές που ανθούν για πάντοτε τον χρόνον. 


ΔΕΚΑΔΙΚΕΣ ΜΠΟΤΙΛΙΕΣ ΚΑΠΟΙΟΥ ΛΕΠΤΟΥ ΛΟΣΤΟΥ 

Ήταν η μέρα σαν λεπτότατο καράβι και πίστευσαν πολλοί πως έφερε στους ώμους της το νόστιμον ήμαρ. Ο πρώτος της σειράς συνεκλόνισε την αφετηρία του ψαλμού κι έκτοτε ρέει το γυάλινο τραπέζι προς δυσμάς. Είναι τρομαχτικά τα γεγονότα μιας στιγμής και πάντα ο πόθος μας πηγαίνει πέρα απ’ τις κλεψύδρες. Είναι τρομαχτικά τα μάτια των δεσποινίδων όταν δέρονται εν μέσω ερώτων εν μέσω κολυμβήθρας εν μέσω ή εμμέσως εν μέσω γυπαετών. Μένουν εν τούτοις τ’ αναστάσιμα ψάρια τα κρίνα των αγοραπωλητών τα φάσγανα των μαρμαρένιων πραξικοπημάτων και εν τέλει το δέος του λυκάνθρωπου των αγρών. Κορεσμός δεν υπάρχει για την δισκοθήκη. Η εποποιία δεν χρησιμεύει σε κουφώματα ούτε υπέρ ούτε κατά της δονήσεως του κανδηλανάπτου όταν αποκόπτει την ακροστιχίδα του δεξιού μηρού της ιεράς αιγός. Ίσως γι’ αυτό τα μάτια του πρασίνιζαν άνευ οίκτου. Ίσως γι’ αυτό το μάθημα μας το ’κανε γαρίδα.

ΘΡΥΛΙΚΟΝ ΑΝΑΚΛΙΔΡΟΝ 

Ο ειρμός του ποταμού διεκόπη. Η συνοχή όμως του τοπίου ήταν τόση που κι ο ποταμός κυλούσε. Μέσα από τα φύλλα των αγρών προς το γεφύρι που χτυπούσε ο ήλιος τα σπάρτα τα λευκά στήθη τα λουλούδια μέσα στα διάφανα πουκάμισα που ακουμπούσαν στα χαράματα τα κορίτσια σκύβαν γυμνά ή σχεδόν γυμνά να συνθλίψουν και να χαϊδέψουν γενικά τα σώματά τους και τα σώματα των ανθών. Ο περιφερικός δρόμος του έγινε δρόμος ολοκλήρου πόλεως και το ποτάμι που την χωρίζει σε έξη μέρη αγκαλιάζει την ώρα που συνελήφθη το τοπίο στα δάχτυλα του πεπρωμένου.

ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟΥ 

Επειδή δεν επέζησε η λαγνεία του δένδρου επειδή επτώχευσε το καμάκι επειδή απεθρασύνθη ο σκαρφαλωτής των νυχτερίδων επειδή υπνώττει στα χάμουρα της οινοπομπής ο τζίτζικας κατεβλήθη και καταβάλλεται κάθε επιγονατίς και διαπομπεύονται και οι δυστυχέστεροι λέοντες. Η δυσπραγία αναστενάζει και ζητεί να της βγάλουν το επανωφόρι της μα τα δόντια του είναι τόσο βαριά που πέφτουν στις κάμπιες και οι νυκτόβιοι των ιπποφορβείων νέμονται τις αναμοχλεύσεις των δεσποινίδων που κατοικούν ακόμη στις τζέπες των αλουργίδων. Πέρα απ’ αυτές υπάρχει μόνον η κόμη τους και οι σωματοφύλακες εορτάζουν.

ΙΠΠΕΥΩΝ ΟΝΟΥΣ ΑΓΑΠΩΝ ΚΥΡΙΕΣ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)

Ο πιο ακατανόητος στρόβιλος εξικνούμενος από κλειδοκύμβαλον παρέσυρε την ασπάλακα που κρατούσε η κανονική μύτη της μικρής νοσοκόμου. Ενώπιον του μεγαλομάρτυρος διελύθη το χέρι της νοσοκόμου και κατέπεσε με φοβερό πάταγο το δεξί μάτι ενός μαυροντυμένου ερπετού. Όμως ο καπνός δεν παρεσύρθη. Κάθε τολύπη έγινε σπίνος και επέμεινε με επικίνδυνο φανατισμό να οραματίζεται την μυγδαλιά του κρησφυγέτου μιας αριστοτεχνικής ορχήστρας. Ο θηριοδαμαστής ενικήθη και έλεμψε για χιλιοστή φορά ο φιόγκος που παρέσυρε πολλές λουόμενες γυναίκες προς το καφενεδάκι του χωριού του εξηκοστού ογδόου ονάγρου. Κανείς δεν κατεσπιλώθη περισσότερο από σπασμένο καρπούζι. Η ανημπόρια του παλαιού κρονόληρου επατάχθη και στη θέση της σηκώθηκε μια για πάντα μια κορυβαντιώσα ομίχλη.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]
με εικόνα KULHANEK oldrich verpacktes από 04 Αλχημεία Οκτάνας


Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΧΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΣΤΕΡΝΗ ΜΑΣ ΛΕΞΗ, ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ:

Διψώ ένα στόμα να μου πει: ΟΥΡΑΝΟΣ και να παλεύουμε μαζί στο Δέλτα των Ελπίδων. Να σαλπάρουν αν τους πει ο Έρωτας – τα λόγια, που μαζεύω – σήμερα είμαι νέος, αυτό μου αρκεί, αυτό μου δίνει το αίμα μου πιο κόκκινο, ένα χελιδόνι κόκκινο, ένα γράψιμο κόκκινο, θα ’ρθουν πολλές γυναίκες να το μοιραστούν ώσπου να γίνουν διάφανες, θα ’ρθουν πολλές ματαιότητες για να τις μοιραστούμε… κι όλο το μυστικό αληθεύεται σιγά σιγά, γλυκά γλυκά γίνεται μέρα, σώμα ζωντανό, ύπαρξη, άνθρωπος (κι έτσι) βρίσκει ένα νόημα η ζωή να μετριέται με σφυγμούς κι η χαρά της με απέλπιδες χειρονομίες… Ω χαρά τραυματισμένη, μιας στιγμής χωρητικότητα που κλονίζει αιώνες![αποσπάσματα από την ενότητα ΟΙ ΚΛΕΨΥΔΡΕΣ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ, συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΜΣΟΙ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]


 [Από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Έτσι μπορεί να νιώσει κανείς την παρουσία της ηδονής ως μέσα στις κόρες των ματιών του, των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα]

Ω χαρά τραυματισμένη, μιας στιγμής χωρητικότητα που κλονίζει αιώνες
ε (όχι δεν είναι σήμερα η στερνή μας λέξη)
Είναι κοντά η πτυχή του ανέμου που θροεί το γαλάζιο της περιστερεώνα – η χυλώδης πτυχή
Που ζυγίζει στο χνούδι τις ερεθισμένες αιώρες
Όταν τα γέλια μυτερά σπάνε τα τσόφλια της αυγής αγγέλλοντας το ηλιόβγαλμα
Κι όλο το πρόσωπο της γης λάμπει από μαργαρίτες
Όχι, δεν είναι σήμερα η στερνή μας λέξη, δεν τελειώνει ο κόσμος
Δεν λιώνει σήμερα η ελπίδα μου, με χλωρά σπαρτά γεμίζει τις φωλιές των ήχων



Εύθυμα στόματα φίλησαν κορίτσια, στα κεράσια κρέμασαν την ηδονή
Δένδρα μεγάλα στάζουνε ήλιο είναι άκακα και σκέπτονται σαν ήσκιοι που τρέχουνε
Για κάτι ωραίο –σήμερα είναι ωραίο το προβαλλόμενο όραμα

Δροσερό μεσημέρι αφησμένο σα βάρκα που έπλευσε όλο το πάθος
Στοιβαγμένη τραγούδια και σινιάλα που τρέμουν σε βουνοκορφές
Μακριά-μακριά είναι οι μαρμάρινες επαύλεις των γυμνών γυναικών
Η καθεμιά τους ήτανε άλλοτε σταγόνα
Η καθεμιά τους είναι τώρα φως
Περνούνε το φουστάνι τους όπως περνά η μουσική στους λόφους το στεφάνι της
Και ζούνε μες στον ύπνο τους κισσούς που ζώνουν
Μακριά-μακριά είναι οι καπνοί των λουλουδιών οι οριζόντιες λίμνες των ναρκίσσων
Τιμονιέρηδες κεφάτοι οδηγούν εκεί τα σκάφη των γοητειών
Γερμένοι στο’ να τους πλευρό – το άλλο τους είναι θαλερός τόπος ευωχιών
Τόσες δα μέλισσες και τόσες δα κλεψύδρες ιστορούνε κι υφαίνουνε το ανθρώπινο είδος

Σ’ ένα πελώριο διάστημα χύνεται το φως
Γεμίζει οράματα γλυπτά κι είδωλα φέγγους
Είναι τα μάτια πια που κυριαρχούν – η γη τους είναι απλή και κορυφαία
Καλοσύνης κοιτάσματα ένα-ένα, σα φλουριά κομμένα μες τον ήλιο
Μεσ’ στα χείλια, μεσ’ στα δόντια, ένα-ένα τ’ αμαρτήματα
Της ζωής, αγαθά ξεφλουδισμένα.

στ (υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα)
Νυχτερινό υφαντούργημα
Των κρίνων φλοίσβος που γυμνώνει τα αυτιά και διασκορπίζεται
Νιώθω στους ώμους της ζωής το σκίρτημα που βιάζεται ν’ αδράξει το έργο
Νιότη που θέλει άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας
Και στην εύνοια των ανέμων ρίχνει το κεφάλι της αδιαφορώντας

Υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα, μουσική που κυριεύει, στόμα που ανοίγει
Σ’ άλλο στόμα – κόκκινο παιχνίδι κλαδεμένο απ’ τον ίλιγγο
Ακόμα ένα φιλί και θα σου πω για ποιο σκοπό τις σιωπές μου μάτωσα έτσι
Ακόμα ένα χιλιόμετρο και θα σου δείξω γιατί βγήκα σ’ ένα τέτοιο αγνάντεμα
Όπου πεθαίνεται ο λυγμός ζητώντας άλλα αστέρια
Ψάχνοντας με φθαρτές χειρονομίες την άμμο που άφησαν ανασκαμμένη των ερώτων οι σπασμοί

Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτα

Φεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται, στην παλάμη του διαβάζει ρόδα και γιορτές
Φεύγει ο κόσμος είμαι σ’ ένα κύμα του, εμπιστεύομαι όλος στη φορά του
Μέτωπα φέγγουν, δάχτυλα ερευνούν τον ύπνο που πιστεύουμε
Μα ποια βουή, ποιο σπήλαιο είναι αυτό που καλεί την αγνότητα
Γλάρου στιγμή οριζόντια επάνω από τα πάθη, βάρκα ευτυχισμένη, ορμητήριο αναπάντεχο

Θα βγω στις άσπρες πύλες του μεσημεριού χτυπώντας με λαλιές τα γαλανά αναστάσιμα
Κι όλα τα κρύα νησιά θ’ ανάψουν τα μαλλιά τους για να σεργιανίσουν
Με αθώες φλόγες και με βότσαλα τα ερωτικά πελάγη
Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια την πιο σίγουρη στιγμή της πλώρης
Που χαρούμενη σχίζει τις υγρές ελπίδες των απλών καλών ανθρώπων.

ζ  (εφαρμόζει ο πόθος της εικόνες τους)
Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός
Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται
γράφοντας τ’ αρχικά της στο σκοτάδι
Απλωμένο σ’ άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων προνομιούχο

Πιο κοντά στην κλειδαριά
Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
Εφαρμόζει ο πόθος της εικόνες του, ζωή που υπάρχει σ’ άλλη ζωή
Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)
Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται ως τα χρώματα του θυρεού της λήθης
Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει μια φτυαριά ουρανού καθάριου

Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως
Η γη στη θάλασσα, η φουρτούνα στη γαλήνη
Κρεμασμένος απ’ τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούργιους ήχους, άθλους της δροσιάς που επίστεψαν στα δένδρα
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σα γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαράζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη

Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό φεύγα ζαρκάδι, Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή]


ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ (και του καθενός μας άλλωστε – «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό»

νταλγκαδιασμένος και βαρύς γυρνάει τα στενορύμια της πολιτείας της άχαρης που τρώει τα σωθικά του, σ’ αυτήν εδώ γεννήθηκε, σ’ αυτή θε ν’ αποθάνει, εδώ πίκρες τον πότισαν, εδώ τον βασανίσαν, μόνος του πίστεψε –φορές- πως την χαράν ευρήκε, κάποτε θέλησε κι αυτός κάπου μακριά να φύγει μα εκατέβη στο γιαλό και δεν είχε καράβι [από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]



Ο ΓΡΥΛΛΟΣ (εις Νάνον Βαλαωρίτην)

το μπαϊράκι –το λάβαρο-
της ζωής και της ημέρας
είναι πλουμισμένο
με σωρούς πολύχρωμες κορδέλες
χάντρες
και μακριούς 
κόκκινους θυσάνους

οι πολύχρωμες κορδέλες
είναι οι χαρές
τα τραγούδια μας
τα όνειρά μας
μας συνοδεύουνε στις έρημες ακρογιαλιές
είναι οι λατέρνες
που παίζουνε κάτω απ’ τα δένδρα
σα σουλατσάρουμε στο δάσος
μας λένε της ζωής τις ερμηνείες

τα μυστικά φωτίζονται
απ’ εκθαμβωτικά αστροπελέκια
τα πελέκια τσακίζουνε
τις κακές προθέσεις
κι όλος ο κόσμος ηχολογάει
από φωνές
παιδιών
σατύρων
και του Chirlandajo

οι χάνδρες είναι των καφενείων οι καρέκλες
-των καφενείων όπου απαγορεύονται
οι παθιασμένες
της πολιτικής οι
συζητήσεις ή το τάβλι

κι όταν πλακώσουνε οι βαριές μας
οι σκοτούρες
τότες μπαίνουνε οι θύσανοι σ’ ενέργεια
οι μπελιάδες σκορπούνε 
μακριά μας
σαν από θαύμα
τα σύννεφα διαλύονται
λάμπει ο ήλιος πάλε
τα δάκρυα στερεύουν
παύουν οι σειρήνες
κι ελεύθεροι
σκαμπανεβάζουμε
στου έρωτα 
τις μαούνες και τις βάρκες

στις συνοικίες της πόλεως βαρούνε οι καμπάνες
στης Τρούμπας τα σοκάκια
χαλούν τον κόσμο
οι κιθάρες
όπως στους μύλους (τους μύθους)
μας αλέθουν
τα τολμήματα
των σαυροκτόνων

κι έρχεται η δύση
η Δύση
κι όλα παν χαημένα

Τίμων ο Αθηναίος 

εφανταζούντανε εαυτόν
σαν
ψωριασμένο λύκο
καθώς όλοι οι άνθρωποι
αλυχτούσανε γύρω του
οι λυσαγμένοι
σκύλοι

αλλά επιτέλους εκατάλαβε
-πόσον αργά Θεέ μου!
πόσο αργά-
πως έτσι
πάντα γίνεται
να επιτίθενται οι άνθρωποι
-άγρια κι αλύπητα-
στον κάθε μεμονωμένο τους συνάνθρωπο
όμοιο 
με λυσσασμένα 
σκυλιά

Ένας κάπως ηλικιωμένος γενναίος στρατηγός όμως νεάζων και σφριγηλός (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

Κάθε πρωί, την ίδια πάνω κάτω ώρα, αναχωρεί ο γειτονικός στρατηλάτης, που κάθεται στην ακριβώς απέναντι πολυκατοικία. Το τζιπ, για να τον «περιλάβη», έχει καταφτάσει από πολύ πριν, απ’ τα χαράματα, κι ο στρατιώτης, με τα χέρια σταυρωμένα, φέρνει γύρα τ’ αυτοκίνητό του, με πλατιές δρασκελιές, ίσαμε να καθηλωθεί, ακίνητος, εις στάσιν προσοχής, άμα τη εμφανίσει του στρατηγού. Ο στρατηγός, μάλλον κάποιας «σχετικής» ηλικίας, είναι λίγο κοντούστικος μεν το ανάστημα, αλλά κομψότατος, νευρώδης, νεάζων, και πολύ γενναίος. Κι αυτή η κόκκινη λωρίδα που φέρει γύρω στο πηλήκιο, δεν μπορεί παρά να σημαίνει πως θα ’ναι κι αυτός «πεσός υπέρ πατρίς». Πιστά αφοσιωμένος στο καθήκον, φαίνεται να είναι αμείλικτος στα ζητήματα τηρήσεως των διιατάξεων του κανονισμού, ανελέητος και στην ελαχίστη παράβαση των απαιτήσεων της πειθαρχίας μέσα στο στράτευμα. Φυσικά και θα έχει καρατήσει όλη του, την απέραντή του, επιεείκια, γι’ αποκλειστική χρήση του μόνου του εαυτού. Λέω…