Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ (και του καθενός μας άλλωστε – «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό»

νταλγκαδιασμένος και βαρύς γυρνάει τα στενορύμια της πολιτείας της άχαρης που τρώει τα σωθικά του, σ’ αυτήν εδώ γεννήθηκε, σ’ αυτή θε ν’ αποθάνει, εδώ πίκρες τον πότισαν, εδώ τον βασανίσαν, μόνος του πίστεψε –φορές- πως την χαράν ευρήκε, κάποτε θέλησε κι αυτός κάπου μακριά να φύγει μα εκατέβη στο γιαλό και δεν είχε καράβι [από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]



Ο ΓΡΥΛΛΟΣ (εις Νάνον Βαλαωρίτην)

το μπαϊράκι –το λάβαρο-
της ζωής και της ημέρας
είναι πλουμισμένο
με σωρούς πολύχρωμες κορδέλες
χάντρες
και μακριούς 
κόκκινους θυσάνους

οι πολύχρωμες κορδέλες
είναι οι χαρές
τα τραγούδια μας
τα όνειρά μας
μας συνοδεύουνε στις έρημες ακρογιαλιές
είναι οι λατέρνες
που παίζουνε κάτω απ’ τα δένδρα
σα σουλατσάρουμε στο δάσος
μας λένε της ζωής τις ερμηνείες

τα μυστικά φωτίζονται
απ’ εκθαμβωτικά αστροπελέκια
τα πελέκια τσακίζουνε
τις κακές προθέσεις
κι όλος ο κόσμος ηχολογάει
από φωνές
παιδιών
σατύρων
και του Chirlandajo

οι χάνδρες είναι των καφενείων οι καρέκλες
-των καφενείων όπου απαγορεύονται
οι παθιασμένες
της πολιτικής οι
συζητήσεις ή το τάβλι

κι όταν πλακώσουνε οι βαριές μας
οι σκοτούρες
τότες μπαίνουνε οι θύσανοι σ’ ενέργεια
οι μπελιάδες σκορπούνε 
μακριά μας
σαν από θαύμα
τα σύννεφα διαλύονται
λάμπει ο ήλιος πάλε
τα δάκρυα στερεύουν
παύουν οι σειρήνες
κι ελεύθεροι
σκαμπανεβάζουμε
στου έρωτα 
τις μαούνες και τις βάρκες

στις συνοικίες της πόλεως βαρούνε οι καμπάνες
στης Τρούμπας τα σοκάκια
χαλούν τον κόσμο
οι κιθάρες
όπως στους μύλους (τους μύθους)
μας αλέθουν
τα τολμήματα
των σαυροκτόνων

κι έρχεται η δύση
η Δύση
κι όλα παν χαημένα

Τίμων ο Αθηναίος 

εφανταζούντανε εαυτόν
σαν
ψωριασμένο λύκο
καθώς όλοι οι άνθρωποι
αλυχτούσανε γύρω του
οι λυσαγμένοι
σκύλοι

αλλά επιτέλους εκατάλαβε
-πόσον αργά Θεέ μου!
πόσο αργά-
πως έτσι
πάντα γίνεται
να επιτίθενται οι άνθρωποι
-άγρια κι αλύπητα-
στον κάθε μεμονωμένο τους συνάνθρωπο
όμοιο 
με λυσσασμένα 
σκυλιά

Ένας κάπως ηλικιωμένος γενναίος στρατηγός όμως νεάζων και σφριγηλός (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

Κάθε πρωί, την ίδια πάνω κάτω ώρα, αναχωρεί ο γειτονικός στρατηλάτης, που κάθεται στην ακριβώς απέναντι πολυκατοικία. Το τζιπ, για να τον «περιλάβη», έχει καταφτάσει από πολύ πριν, απ’ τα χαράματα, κι ο στρατιώτης, με τα χέρια σταυρωμένα, φέρνει γύρα τ’ αυτοκίνητό του, με πλατιές δρασκελιές, ίσαμε να καθηλωθεί, ακίνητος, εις στάσιν προσοχής, άμα τη εμφανίσει του στρατηγού. Ο στρατηγός, μάλλον κάποιας «σχετικής» ηλικίας, είναι λίγο κοντούστικος μεν το ανάστημα, αλλά κομψότατος, νευρώδης, νεάζων, και πολύ γενναίος. Κι αυτή η κόκκινη λωρίδα που φέρει γύρω στο πηλήκιο, δεν μπορεί παρά να σημαίνει πως θα ’ναι κι αυτός «πεσός υπέρ πατρίς». Πιστά αφοσιωμένος στο καθήκον, φαίνεται να είναι αμείλικτος στα ζητήματα τηρήσεως των διιατάξεων του κανονισμού, ανελέητος και στην ελαχίστη παράβαση των απαιτήσεων της πειθαρχίας μέσα στο στράτευμα. Φυσικά και θα έχει καρατήσει όλη του, την απέραντή του, επιεείκια, γι’ αποκλειστική χρήση του μόνου του εαυτού. Λέω…



Δεν υπάρχουν σχόλια: