Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΤΟΠΙΝ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΙΠΟΤΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ:

Η σήψις των ιωβηλαίων αποδίδει την ηχώ που δεν εσκέπασαν οι μπόρες. Στην άσπιλη στην ακραιφνή μανία των αστέρων σέρνεται το βήμα μιας ψυχής με μάτια χαύνα και με αετούς συσπειρωμένους στα πολυτάραχα φυσήματα της σμίλης. Το δράμα των ιωβηλαίων δεν είναι ασφυκτικώς παραμεριζομένη αίθουσα όπου αναπαύονται οι νόμοι μα θάλασσα των ογκοπάγων κυμαινόμενη στο τραγούδι του περαστικού μας νήματος που καταλήγει σε γιορτή. Κάποτε περνά το θρόισμα μιας φλέβας κάποτε η αίγλη μιας πολύνεκρης μάχης κάποτε οι δόσεις της ειμαρμένης μα πάντοτε χαίνουν και σπαρταράνε οι πειρατές. (ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΙΚΟ από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ – ART by Kulhanek



ΣΤΕΛΝΩ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)

Από σμάλτο και από χάλυβα τα κύτταρα της ανείπωτης μάζης εν μέσω λόχμης δροσερής καταγωγής γυμνής σαν γνήσιου αναπαλμού χτυπούν τα κρηπιδώματα. Λευκή και κάποτε προς το κίτρινο λάμπει λαμπρά η σφενδόνη. ορυμαγδός σαν γλοιώδης μαρμαρυγή κυκλοφορεί μέσα στους λαχανόκηπους του κυλινδρικού κατευνασμού μιας αλησμόνητης παιδίσκης. Και όμως και όμως. Τα ραπίσματα του πολιού στρατάρχου των κρωγμών της άνευ τέλους νύχτας κατέπεσαν στην είσοδο της συμπαθεστάτης σφενδόνης. Γιατί λοιπόν οι σερμαγιές αφού τα θρύψαλα της ανερούσας δεν πέφτουν αφού πέσανε τα κρηπιδώματα μεσ’ στους ανταυγαστήρες τους με λεμονιές που ανθούν για πάντοτε τον χρόνον. 


ΔΕΚΑΔΙΚΕΣ ΜΠΟΤΙΛΙΕΣ ΚΑΠΟΙΟΥ ΛΕΠΤΟΥ ΛΟΣΤΟΥ 

Ήταν η μέρα σαν λεπτότατο καράβι και πίστευσαν πολλοί πως έφερε στους ώμους της το νόστιμον ήμαρ. Ο πρώτος της σειράς συνεκλόνισε την αφετηρία του ψαλμού κι έκτοτε ρέει το γυάλινο τραπέζι προς δυσμάς. Είναι τρομαχτικά τα γεγονότα μιας στιγμής και πάντα ο πόθος μας πηγαίνει πέρα απ’ τις κλεψύδρες. Είναι τρομαχτικά τα μάτια των δεσποινίδων όταν δέρονται εν μέσω ερώτων εν μέσω κολυμβήθρας εν μέσω ή εμμέσως εν μέσω γυπαετών. Μένουν εν τούτοις τ’ αναστάσιμα ψάρια τα κρίνα των αγοραπωλητών τα φάσγανα των μαρμαρένιων πραξικοπημάτων και εν τέλει το δέος του λυκάνθρωπου των αγρών. Κορεσμός δεν υπάρχει για την δισκοθήκη. Η εποποιία δεν χρησιμεύει σε κουφώματα ούτε υπέρ ούτε κατά της δονήσεως του κανδηλανάπτου όταν αποκόπτει την ακροστιχίδα του δεξιού μηρού της ιεράς αιγός. Ίσως γι’ αυτό τα μάτια του πρασίνιζαν άνευ οίκτου. Ίσως γι’ αυτό το μάθημα μας το ’κανε γαρίδα.

ΘΡΥΛΙΚΟΝ ΑΝΑΚΛΙΔΡΟΝ 

Ο ειρμός του ποταμού διεκόπη. Η συνοχή όμως του τοπίου ήταν τόση που κι ο ποταμός κυλούσε. Μέσα από τα φύλλα των αγρών προς το γεφύρι που χτυπούσε ο ήλιος τα σπάρτα τα λευκά στήθη τα λουλούδια μέσα στα διάφανα πουκάμισα που ακουμπούσαν στα χαράματα τα κορίτσια σκύβαν γυμνά ή σχεδόν γυμνά να συνθλίψουν και να χαϊδέψουν γενικά τα σώματά τους και τα σώματα των ανθών. Ο περιφερικός δρόμος του έγινε δρόμος ολοκλήρου πόλεως και το ποτάμι που την χωρίζει σε έξη μέρη αγκαλιάζει την ώρα που συνελήφθη το τοπίο στα δάχτυλα του πεπρωμένου.

ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟΥ 

Επειδή δεν επέζησε η λαγνεία του δένδρου επειδή επτώχευσε το καμάκι επειδή απεθρασύνθη ο σκαρφαλωτής των νυχτερίδων επειδή υπνώττει στα χάμουρα της οινοπομπής ο τζίτζικας κατεβλήθη και καταβάλλεται κάθε επιγονατίς και διαπομπεύονται και οι δυστυχέστεροι λέοντες. Η δυσπραγία αναστενάζει και ζητεί να της βγάλουν το επανωφόρι της μα τα δόντια του είναι τόσο βαριά που πέφτουν στις κάμπιες και οι νυκτόβιοι των ιπποφορβείων νέμονται τις αναμοχλεύσεις των δεσποινίδων που κατοικούν ακόμη στις τζέπες των αλουργίδων. Πέρα απ’ αυτές υπάρχει μόνον η κόμη τους και οι σωματοφύλακες εορτάζουν.

ΙΠΠΕΥΩΝ ΟΝΟΥΣ ΑΓΑΠΩΝ ΚΥΡΙΕΣ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)

Ο πιο ακατανόητος στρόβιλος εξικνούμενος από κλειδοκύμβαλον παρέσυρε την ασπάλακα που κρατούσε η κανονική μύτη της μικρής νοσοκόμου. Ενώπιον του μεγαλομάρτυρος διελύθη το χέρι της νοσοκόμου και κατέπεσε με φοβερό πάταγο το δεξί μάτι ενός μαυροντυμένου ερπετού. Όμως ο καπνός δεν παρεσύρθη. Κάθε τολύπη έγινε σπίνος και επέμεινε με επικίνδυνο φανατισμό να οραματίζεται την μυγδαλιά του κρησφυγέτου μιας αριστοτεχνικής ορχήστρας. Ο θηριοδαμαστής ενικήθη και έλεμψε για χιλιοστή φορά ο φιόγκος που παρέσυρε πολλές λουόμενες γυναίκες προς το καφενεδάκι του χωριού του εξηκοστού ογδόου ονάγρου. Κανείς δεν κατεσπιλώθη περισσότερο από σπασμένο καρπούζι. Η ανημπόρια του παλαιού κρονόληρου επατάχθη και στη θέση της σηκώθηκε μια για πάντα μια κορυβαντιώσα ομίχλη.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]
με εικόνα KULHANEK oldrich verpacktes από 04 Αλχημεία Οκτάνας


Δεν υπάρχουν σχόλια: