Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΙ ΑΝ ΠΤΩΧΙΚΗ ΤΗΝ ΒΡΕΙΣ Η ΙΘΑΚΗ ΔΕΝ ΣΕ ΓΕΛΑΣΕ. ΕΤΣΙ ΣΟΦΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕΣ, ΜΕ ΤΟΣΗ ΠΕΙΡΑ, ΗΔΗ ΘΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ Η ΙΘΑΚΕΣ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ:

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, αν μένει η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου. Να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι πού με τι χάρα θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους, να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά, και τες καλές πραμάτειες ν’ αποκτήσεις, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους… Σε πόλεις Αιγυπτιακές να πολλές να πας, να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους. Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη, το φθάσιμον εκεί είναι ο προορισμός σου. Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου, καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί, πλούσιος μ’ όσα κέρδισες στο δρόμο, μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη. Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θα ’βγαινες στο δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια [Κ. Π Καβάφης, Ποιήματα, έκδόσεις Ηριδανός - ART by Mario Antonio Vargas Artodyssey]


 [Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

ΤΥΑΝΕΥΣ ΓΛΥΠΤΗΣ
Καθώς που θα το ακούσατε, δεν είμαι αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τα χέρια μου περνά.
Και στην πατρίδα μου, τα Τύανα, καλά
με παραγγείλανε συγκλητικοί.

Και να σας δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστε αυτήν τη Ρέα
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τον Πομπήιον. Ο Μάριος,
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο που μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θα τον ξαναγγίξω).
Πλησίον στου μαρμάρου του κιτρινωπού
εκείνα τα κομάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Και τώρα καταγίονομαι από καιρό αρκετό
να κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως  για τ’ άλογά του, πώς να πλάσσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι να γίνουν πού
τα σώματα, τα πόδια των να δείχνουν φανερά
πού δεν πατούν την γη, μον τρέχουν στα νερά.

Μα να το έργον μου το πιο αγαπητό
πού δούλεψα συγκινημένα και το πιο προσεκτικά
αυτόν, μια μέρα του καλοκαιριού θερμή
πού ο νους μου ανέβαινε στα ιδανικά,

αυτόν εδώ ονειρευόμουν τον νέον Ερμή.


ΤΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ
Είπε ο Μυρτίας (Σύρος σπουδαστής
στην Αλεξάνδρεια επί βασιλείας
αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου
εν μέρει εθνικός, κι εν μέρει χριστιανίζων)
«Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,
εγώ τα πάθη μου δεν τα φοβούμαι σα δειλός.
Τα σώμα μου στες ηδονές θα δώσω,
στες απολαύσεις τες ονειρεμένες,
στις τολμηρότερες ερωτικές επιθυμίες,
στες λάγνες του αίματός μου ορμές, χωρίς
κανέναν φόβο, γιατί όταν θέλω-
και θα ’χω θέλησι, δυναμωμένος
ως θα ’μαι με θεωρία και μελέτη-
στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό»

Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ
Είμ’ ο Λαγίδης, βασιλεύς. Ο κάτοχος τελείως
(με την ισχύ μου και τον πλούτο μου) της ηδονής.
Ή Μακεδών ή βάρβαρος δεν βρίσκεται κανείς
ίσος μου, ή να με πλησιάζει καν. Είναι γελοίος
ο Σελευκίδης με την αγοραία του τρυφή.
Αν όμως εσείς άλλα ζητείτε, ιδού κι αυτά σαφή.
Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή,
εις κάθε λόγο, εις κάθε τέχνη η πιο σοφή

ΗΡΩΔΗΣ ΑΤΤΙΚΟΣ
Α του Ηρώδη του Αττικού τι δόξα είναι αυτή
Ο Αλέξανδρος της Σελευκείας, απ’ τους καλούς μας σοφιστάς,
φτάνοντας στας Αθήνας να ομιλήσει,
βρίσκει την πόλιν άδεια επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Κι η νεολαία
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
Ο σοφιστής Αλέξανδρος λοιπόν
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
και τον παρακαλεί τους Έλληνας να στείλει.
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
«Έρχομαι με τους Έλληνας  μαζί κι εγώ».

Πόσα παιδιά στην Αλεξάνδρεια τώρα,
στην Αντιόχεια ή στην Βηρυτό
(οι ρήτορες του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
πού πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
έξαφνα αφηρημένα σιωπούν.
Άγγιχτα τα πητήρια αφήνουνε κοντά των,
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη-
ποιος άλλος σοφιστής τ’ αξιώθηκεν αυτά;=
κατά πού θέλει και κατά πού κάμνει
οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ακολουθούνε μόνο.

ΦΙΛΕΛΛΗΝ
Τη χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει
Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάβημα μάλλον στενό
εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν μ’ αρέσουν.
Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά
όχι υπερβολική, όχι πομπώδης –
μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο σκαλίζει και μηνά στην Ρώμη-
αλλ’ όμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ εκλεκτό απ’ το άλλο μέρος
κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων σε συστήνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη, προς Θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι Έλληνες» και «Πού τα Ελληνικά
πίσω απ’ τον Ζάγρο, εδώ από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροι μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κι εμείς.
Και τέλος μην ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχονται από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι κι άλλοι ματαιόδοξοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]

Δεν υπάρχουν σχόλια: