Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΟΣΕΣ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ ΣΙΩΠΕΣ ΣΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΑΙΜΟΦΥΡΤΟ ΤΟ ΛΟΓΙΣΜΟ ΛΕΡΝΑΙΟ

Κι είναι το πρόσωπό σου η περίπολος, το κενό χαίνει πάνω στην πορεία σου διάτρητο από τα είδωλα… Αν αυτό που από κάθε σχήμα είναι ήχος κι από τον ήχο ρώτημα, αν αυτό το ρώτημα που μες στα ηλιοστάσια αυτόχθονο υλακτεί σαν τύμπανο νυχτόβιο… αν μείνει κατάμονο σ’ αυτή την ερημιά της γνώσης έτσι που να ’χει μέτρο το μηδέν, που να ’χει όγκο το μηδέν… Εξοστρακίστηκε που σ’ άγγισε η αστροφεγγιά κι είναι τα μάρμαρα αιματιά για πάντα, η σάρκα σου ένας έμφυτος επίδεσμος. Πώς θ’ αναστρέψεις την οργή σου σε γλυκόριζα,πώς για ταφή θα παραδώσεις την ερώτηση, έναν πνεύμονα απόκρημνο την καταιγίδα που ανέθρεψες με ουρανό φαρμάκι… Διότι νωπό από πατρώα πάχνη το όραμα καταφεύγει εντός διωκόμενο κυρίως για την έκθετη ευθύνη, πιο πολύ για της ευθύνης την ύπαρξη… Τα όσα φεγγάρια σε ομηρία κράτησες και το γλυκάνισο του δειλινού που μέθυσες… να στάζει ο ουρανός από τα μάτια του λιγνός όπως κλωστή μενεξελιά όπως ανεμοδείκτης τώρα που έγινες ένας βυθός και μόνο λογισμός απόμεινες μια πέστροφα η ψυχή σου ασπαίρει… Κι είναι σαν τη γλυκιά ροδιά η ψυχή, η θύμηση γαλέρα βυθισμένη κι ο γόος εκείνος πάλι, όχι άλλη ταρίχευση είπες…  [κτερίσματα στίχων από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ 1964 – ART by BOND Paul an allegory]



[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου]

ΠΩΣ ΘΑ ΑΝΑΣΤΡΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΣΟΥ ΣΕ ΓΛΥΚΟΡΙΖΑ
18
Αν αυτό που από το κάθε σχήμα είναι
ήχος και από τον ήχο ρώτημα
αν αυτό το ρώτημα που μες στα ηλιοστάσια
αυτόχθονο υλακτεί σαν τύμπανο νυχτόβιο
με ώχρες βαμμένο κι όπια κίτρινο
μαβί άσπρο και πονεί
πονεί ατέλειωτα μες τα λιθόστρωτα του λόγου
αν αυτό που ακόμη ανθίσταται
ανυποχώρητο
αυτό το στερνό λέγω από πανάρχαιη καστανιά
κι από σχιστόλιθο ανθρωπολύτη κατακόρυφο
προεκταθεί ως την αγέρωχη σιωπή
αν μείνει κατάμονο
σ’ αυτή την ερημιά της γνώσης
έτσι που να ’χει μέτρο
που να ’χει όγκο το μηδέν
αν πιει τον ίσκιο του από έξαρση
ή στον αγέρα αφανιστεί από αυτάρκεια
κι αν το ικρίωμα που έστηνες σου ανατρέψει


19
Τα όσια λείψανα όλα τα εντόσθια σκεύη
αν σου πετάξει άχρηστα
έξω που μαίνεται και μαίνεται
αβάσταχτο το φως μες στα περάσματα
τι θα απομείνει απ’ τον απρόσιτο κρόταφο
όταν απόμαχος
όταν έγχρωμος με οξείδια μετάλλων
θα φωσφορίζει ορθός σαν οίδημα
και θα συρίζουνε με τα μυαλά χυμένα οι δίνες;

η ώρα που θα σημαίνει έξοδο
πέρα από τη νόηση
τα τύμπανα με υλακές απ’ τα ηλιοστάσια
ο ήχος που το κάθε σχήμα θα ’ναι
που θα αντιφωνεί
τι θ’ απομείνει πες μου
παρά επίμονος ο λίθος να γεωμετρεί
αδιάλλακτο το τραύμα να ματώνει
20
Τη χαρακιά που ’χεις στα πετρένια μάγουλα
λέω πού τάχα να κατάγεται
εξοστρακίστηκε που σ’ άγγισε η αστροφεγγιά
κι είναι τα μάρμαρα αιματιά για πάντα
η σάρκα σου ένας έμφυτος επίδεσμος

πώς θα αναστρέψεις την οργή σου σε γλυκόριζα
πώς για ταφή θα παραδώσεις την ερώτηση
έναν πνεύμονα απόκρημνο
την καταιγίδα που ανάθρεψες
με ουρανό φαρμάκι
21
Σπιθίζουνε τα οστά σου απ’ την αντίσταση
όταν ψίθυρος μέσα σου ο αρκτούρος
ότι η τριβή αυτή είναι
το πρόβλημα και η λύση του
ότι αναδύεται πορφυρογέννητος ένας βυθός
που εντός σου ύστερα βουλιάζει
το ρήγμα που σ’ άνοιξε στα δυο
κι η γνώση ξέμεινε στις παρυφές σαν έντομο
μια τόση δα ξανθή στεριά
μια ωγυγία ο καστανός αχάτης

το ότι πήρες τη στροφή απίστευτα ανοιχτή
χιλιάδες κύκλωσες τους θανάτους που πέτρωσαν
κι αυτό δεν είμαι όχι
κι αυτό δεν είμαι
22
Με κοιτάζεις ένα φτερό που εντός μου λάμνει
ένα σήμα κινδύνου μ’ ακούς
σα φράγμα που έσπασε
και τα νερά κατεβαίνουν
σαν είδηση με σκέφτεσαι
που λιώνει τα νεφρά
σαν κοπετός μέσα στο αίμα

όταν το μάρμαρο θερίζει τον ήλιο

μ’ άγγιξες μ’ ένα λυγμό απ’ τον αιγόκερω
όπως ένας όλεθρος από ατρείδες
πώς λοιπόν μπορεί να μην είσαι φως;
23
Μπορεί όταν οι νόμοι παραδίνονται από θεό
γραμμένοι σε ίασπη
ή σε κλαυθμό ιουδαίο
η νεφέλη να είμαι εγώ από ασίες
της επικύρωσης να είμαι ο οιωνός
η στήλη άμμου που αναθρώσκει
24
Για το αν ήξερα της περιδίνησης τον πρόγονο
να μου ’λεγε για τη γενιά μου
διότι η επερώτηση για τη γενιά μου
στους απορρώγες φύεται
με των άστρων τις προινύμφες
κυρίως για τον επίμονο επιτάφιο που μέσα μου
περιπολεί όπως φτερό κήτους
διότι νωπό από πατρώα πάχνη το όραμα
καταφεύγει εντός διωκόμενο
ένα νεόπλασμα
κυρίως για την έκθετη ευθύνη
πιο πολύ για της ευθύνης την ύπαρξη
ας ήτανε ένα χειρουργείο σε όργιο
ας ήτανε μια εκτομή
25
Τώρα που μόλις άνθισε σε φουντουκιά
ένας πανάρχαιος νοτιάς
κλεισμένος σε πιθάρια από τον μίνωα
με κριθάρι χάλκινο
κούπες χρυσές
ζωστήρες
ενώτια
πώς μπορεί τώρα που ο χάρτης συμπληρώθηκε
να ’ναι η φωνή σου ένα νησί
το χέρι σου ένας γλάρος ν’ ασκητεύει;
26
Αφότου έμεινες ένας βυθός σε δόνηση
πόσες στο δευτερόλεπτο σιωπές
σου αφήσαν αιμόφυρτο
το λογισμό λερναίο
και την ψυχή μια πέστροφα;

αίλουροι
και τι δεν ήπιανε στις όχθες σου
σιδερόφρακτοι αμέτρητοι ήλιοι
νέγρες σε έκσταση οι αστροφεγγιές
ξυπόλητες οι πίσσες του περού
κι από την υοσγάτη οι βυσινόρωγες
κι όσες στο στήθος άγκυρες λιώνουν
γι’ αψέντια δυνατά και για δασύ βυθό

τα όσα φεγγάρια σε ομηρία κράτησες
και το γλικάνισο του δειλινού που μέθυσες
μόνο ένα σφάγιο πέρα από το θάνατο
με την εκδορά
να στάζει ο ουρανός από τα μάτια του
λιγνός όπως κλωστή μενεξελιά
όπως ανεμοδείχτης
τώρα που έγινες ένας βυθός
και μόνο λογισμός απόμεινες
μια πέστροφα η ψυχή σου ασπαίρει
27
Μ’ όλο που ο γόος εκείνος
θηλυκώθηκε με τους ρεζέδες
με τα πόμολα
την υγρασία στο πάτωμα
τ’ αρχαία ξύλα

μ’ όλο που στο πρώτο άγγιγμα
σαν πολυέλαιος θα πει
τη νότα εκείνη τη βαθιά
κι είναι σαν τη γλυκιά ροδιά η ψυχή
η θύμηση γαλέρα βυθισμένη
κι ο γόος εκείνος πάλι
όχι άλλη ταρίχευση είπες

εδώ και μπρος μόνο ταλάντωση είναι ο χρόνος
ξεχάστε πια το θάνατο είπες

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου»]
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: