Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΧΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΣΤΕΡΝΗ ΜΑΣ ΛΕΞΗ, ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ:

Διψώ ένα στόμα να μου πει: ΟΥΡΑΝΟΣ και να παλεύουμε μαζί στο Δέλτα των Ελπίδων. Να σαλπάρουν αν τους πει ο Έρωτας – τα λόγια, που μαζεύω – σήμερα είμαι νέος, αυτό μου αρκεί, αυτό μου δίνει το αίμα μου πιο κόκκινο, ένα χελιδόνι κόκκινο, ένα γράψιμο κόκκινο, θα ’ρθουν πολλές γυναίκες να το μοιραστούν ώσπου να γίνουν διάφανες, θα ’ρθουν πολλές ματαιότητες για να τις μοιραστούμε… κι όλο το μυστικό αληθεύεται σιγά σιγά, γλυκά γλυκά γίνεται μέρα, σώμα ζωντανό, ύπαρξη, άνθρωπος (κι έτσι) βρίσκει ένα νόημα η ζωή να μετριέται με σφυγμούς κι η χαρά της με απέλπιδες χειρονομίες… Ω χαρά τραυματισμένη, μιας στιγμής χωρητικότητα που κλονίζει αιώνες![αποσπάσματα από την ενότητα ΟΙ ΚΛΕΨΥΔΡΕΣ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ, συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΜΣΟΙ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]


 [Από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Έτσι μπορεί να νιώσει κανείς την παρουσία της ηδονής ως μέσα στις κόρες των ματιών του, των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα]

Ω χαρά τραυματισμένη, μιας στιγμής χωρητικότητα που κλονίζει αιώνες
ε (όχι δεν είναι σήμερα η στερνή μας λέξη)
Είναι κοντά η πτυχή του ανέμου που θροεί το γαλάζιο της περιστερεώνα – η χυλώδης πτυχή
Που ζυγίζει στο χνούδι τις ερεθισμένες αιώρες
Όταν τα γέλια μυτερά σπάνε τα τσόφλια της αυγής αγγέλλοντας το ηλιόβγαλμα
Κι όλο το πρόσωπο της γης λάμπει από μαργαρίτες
Όχι, δεν είναι σήμερα η στερνή μας λέξη, δεν τελειώνει ο κόσμος
Δεν λιώνει σήμερα η ελπίδα μου, με χλωρά σπαρτά γεμίζει τις φωλιές των ήχων



Εύθυμα στόματα φίλησαν κορίτσια, στα κεράσια κρέμασαν την ηδονή
Δένδρα μεγάλα στάζουνε ήλιο είναι άκακα και σκέπτονται σαν ήσκιοι που τρέχουνε
Για κάτι ωραίο –σήμερα είναι ωραίο το προβαλλόμενο όραμα

Δροσερό μεσημέρι αφησμένο σα βάρκα που έπλευσε όλο το πάθος
Στοιβαγμένη τραγούδια και σινιάλα που τρέμουν σε βουνοκορφές
Μακριά-μακριά είναι οι μαρμάρινες επαύλεις των γυμνών γυναικών
Η καθεμιά τους ήτανε άλλοτε σταγόνα
Η καθεμιά τους είναι τώρα φως
Περνούνε το φουστάνι τους όπως περνά η μουσική στους λόφους το στεφάνι της
Και ζούνε μες στον ύπνο τους κισσούς που ζώνουν
Μακριά-μακριά είναι οι καπνοί των λουλουδιών οι οριζόντιες λίμνες των ναρκίσσων
Τιμονιέρηδες κεφάτοι οδηγούν εκεί τα σκάφη των γοητειών
Γερμένοι στο’ να τους πλευρό – το άλλο τους είναι θαλερός τόπος ευωχιών
Τόσες δα μέλισσες και τόσες δα κλεψύδρες ιστορούνε κι υφαίνουνε το ανθρώπινο είδος

Σ’ ένα πελώριο διάστημα χύνεται το φως
Γεμίζει οράματα γλυπτά κι είδωλα φέγγους
Είναι τα μάτια πια που κυριαρχούν – η γη τους είναι απλή και κορυφαία
Καλοσύνης κοιτάσματα ένα-ένα, σα φλουριά κομμένα μες τον ήλιο
Μεσ’ στα χείλια, μεσ’ στα δόντια, ένα-ένα τ’ αμαρτήματα
Της ζωής, αγαθά ξεφλουδισμένα.

στ (υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα)
Νυχτερινό υφαντούργημα
Των κρίνων φλοίσβος που γυμνώνει τα αυτιά και διασκορπίζεται
Νιώθω στους ώμους της ζωής το σκίρτημα που βιάζεται ν’ αδράξει το έργο
Νιότη που θέλει άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας
Και στην εύνοια των ανέμων ρίχνει το κεφάλι της αδιαφορώντας

Υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα, μουσική που κυριεύει, στόμα που ανοίγει
Σ’ άλλο στόμα – κόκκινο παιχνίδι κλαδεμένο απ’ τον ίλιγγο
Ακόμα ένα φιλί και θα σου πω για ποιο σκοπό τις σιωπές μου μάτωσα έτσι
Ακόμα ένα χιλιόμετρο και θα σου δείξω γιατί βγήκα σ’ ένα τέτοιο αγνάντεμα
Όπου πεθαίνεται ο λυγμός ζητώντας άλλα αστέρια
Ψάχνοντας με φθαρτές χειρονομίες την άμμο που άφησαν ανασκαμμένη των ερώτων οι σπασμοί

Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτα

Φεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται, στην παλάμη του διαβάζει ρόδα και γιορτές
Φεύγει ο κόσμος είμαι σ’ ένα κύμα του, εμπιστεύομαι όλος στη φορά του
Μέτωπα φέγγουν, δάχτυλα ερευνούν τον ύπνο που πιστεύουμε
Μα ποια βουή, ποιο σπήλαιο είναι αυτό που καλεί την αγνότητα
Γλάρου στιγμή οριζόντια επάνω από τα πάθη, βάρκα ευτυχισμένη, ορμητήριο αναπάντεχο

Θα βγω στις άσπρες πύλες του μεσημεριού χτυπώντας με λαλιές τα γαλανά αναστάσιμα
Κι όλα τα κρύα νησιά θ’ ανάψουν τα μαλλιά τους για να σεργιανίσουν
Με αθώες φλόγες και με βότσαλα τα ερωτικά πελάγη
Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια την πιο σίγουρη στιγμή της πλώρης
Που χαρούμενη σχίζει τις υγρές ελπίδες των απλών καλών ανθρώπων.

ζ  (εφαρμόζει ο πόθος της εικόνες τους)
Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός
Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται
γράφοντας τ’ αρχικά της στο σκοτάδι
Απλωμένο σ’ άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων προνομιούχο

Πιο κοντά στην κλειδαριά
Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
Εφαρμόζει ο πόθος της εικόνες του, ζωή που υπάρχει σ’ άλλη ζωή
Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)
Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται ως τα χρώματα του θυρεού της λήθης
Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει μια φτυαριά ουρανού καθάριου

Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως
Η γη στη θάλασσα, η φουρτούνα στη γαλήνη
Κρεμασμένος απ’ τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούργιους ήχους, άθλους της δροσιάς που επίστεψαν στα δένδρα
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σα γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαράζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη

Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό φεύγα ζαρκάδι, Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή]


Δεν υπάρχουν σχόλια: