Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

ΝΑ ΦΟΡΕΣΕΙ ΤΗ ΜΑΣΚΑ ΤΟΥ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΦΟΒΟΣ ΠΟΥ ΦΤΑΝΕΙ ΨΗΛΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ:

Πουλιά μαύρες σαΐτες της δύσκολης πίκρας, δεν είναι εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος, ξέρετε τις σπηλιές του, το δάσος, τους βράχους του; Έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του, κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του. Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δένδρα, κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του, τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του, το στόμα της γριάς με τα σάπια δόντια του, τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους, την αστραπή, τον  κεραυνό, τη βροχή του, τη μακριά ηδονή το γαλαξία του [Ο ΟΥΡΑΝΟΣ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΙΑΣ 1948 – ART by Buchholz Home]


 [Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Εκεί δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

Ο ΒΥΘΟΣ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μες το φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ’ τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι



ΤΑ ΧΩΡΙΣΜΕΝΑ (στον Ανδρέα Εμπειρίκο)
Το ποτάμι το όνειρο τα σπιρούνια κι ο φόβος
σκορπίστηκαν σ’ αυτό το λιβάδι
κι η ωραία γυναίκα με τη βέργα του πάθους
τυραννάει τα μάτια της τυραννάει την ψυχή της
να γυρίσει το άλογο στη φωνή της φοράδας
τα σπιρούνια να βρούνε τα πόδια
να φορέσει τη μάσκα του ο μεγάλος ο φόβος
το ποτάμι ν’ αφήσει σ’ άλλο ρέμα το αίμα του
και τα’ όνειρο να γεμίσει μ’ άλλο φως την καρδιά της
την καρδιά τη δική της και των άλλων ανθρώπων

Κι ο γενναίος θεός ο σκληρός εραστής της
που γυρίζει τα βράδια με μεγάλα καράβια
να ριχθεί στα σοκάκια μ’ ένα άσπρο μαντίλι
μες τη νύχτα με τα δένδρα και τα άστρα
να τη βρει σ’ ένα δρόμο να τη βρει σ’ ένα σπίτι
με γνωστούς μάνες – γριές κι αδύναμα αγόρια
να τη βρει στην πληγή στο σημάδι του πάθους
όταν μόνη σηκώνει τη βέργα
για να σμίξουν και πάλι μαζί στο λιβάδι
το ποτάμι το όνειρο τα σπιρούνια κι ο φόβος

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Αυτό τον άνθρωπο κανείς δεν τον εσκότωσε
δεν ήταν φύλακας του λιμανιού
δεν ήτανε πολεμιστής στη μάχη
μέσα σε τραίνα έφερνε θηρία σιδερόφρακτα
κι απάνω στα ψηλά βουνά φώλιαζεν η καρδιά του
κάποτε το αίμα του θα μιλήσει
και τότε μαύρα σκοτεινά πουλιά θα πνίξουνε τα σύννεφα
γεμάτοι μαύροι αγέρηδες θα ζώσουνε τον κάμπο
θα τραγουδήσουν οι αχλαδιές την ιστορία του
μέσα στο σπίτι της φωτιάς με τ’ άγρια θεριά
τα φλυτζάνια του θανάτου πάνω στα τραπέζια
κουρτίνες δίχως ήλιο λυχνάρι και κρύα λόγια
λυχνάρι και κρύα φιλιά δίχως αγάπη
με τα αισχρά κορίτσια της σιωπής
που κάθε βράδυ κλείναν τα παράθυρα
που κάθε βράδυ σταύρωναν τον Ύπνο
που κάθε βράδυ σκίζαν τρώγαν τα φουστάνια τους
πέφταν ανάσκελα και φτύναν τα όνειρά τους.


ΟΡΥΧΕΙΟ
Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μια στοά νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεκτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παλιώσει

Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι  κι έχω κρύψει τα πιρούνια και τα μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σαν στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα

Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα

Να με θυμάσαι

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ (στον Οδυσσέα Ελύτη)
Δεν δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει
μεσ’ στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς

Ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
με τια γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας
ελάτε βγείτε με το φεγγάρι στην καρδιά
σα θα σηκώσω την ταφόπετρά μου

Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά
ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
ελάτε βγείτε σφαγμένα περιστέρια μου

Ο ΔΥΝΑΤΟΣ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Καθρέφτης κρεβάτι γιασεμί

στάχτες τσιγάρων δάκρυα
κόκκινο από χείλια στα σεντόνια
η ηρωίδα απελπισμένη μέχρι θανάτου
καθρέφτης κρεβάτι

ένας άνδρας δίχως πόδια
σε μια καρέκλα με ρόδες
με ρόδινες ανταύγειες ο ήλιος
στον τοίχο
στο πάτωμα φρίκη ένα φιλί

Καθρέφτης

ο δυνατός άνδρας είναι στο ταβάνι
γυμνάζει τα όνειρά του
με πάθος
κατεβαίνει κλείνει το παράθυρο
σκοτεινιάζει

Κραυγή

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

ΞΕΚΡΕΜΑΣΕ ΤΗ ΖΑΚΕΤΑ ΤΗΣ ΔΙΧΩΣ ΝΑ ΚΛΑΨΕΙ ΚΙ ΕΦΥΓΕ (σα να ξεκρέμασε το φεγγάρι απ’ τον καλοκαιριάτικο ουρανό)

Αυτός δεν πίστευε. Περίμενε την ίδια νύχτα, την άλλη μέρα και την άλλη. Περίμενε. Σαν κλείσαν δυο βδομάδες, με το γύρισμα του φεγγαριού, έμεινε να θυμάται σαν παράθυρο ανοιχτό σ’ έναν ουρανό χωρίς φεγγάρι. Γιατί είχε πάρει μαζί της τη ζακέτα της… Θολά τ’ αστέρια μες στη στέρνα, η στέρνα μες στη μέση της αυλής, σαν τον καθρέφτη της κλεισμένης κάμαρας. Γύρω στη στέρνα κάθονται τα περιστέρια, άκρη-άκρη στο φεγγάρι οι ασβεστωμένες γλάστρες, γύρω-γύρω στην πληγή μας τα τραγούδια μας!.. Εδώ στην ακαταστασία της κάμαρας, ανάμεσα στα σκονισμένα βιβλία και στα γεροντικά πορτρέτα, ανάμεσα στο ναι και στο όχι τόσων σκιών μια στήλη ασάλευτο φως, εδώ, σ’ αυτή τη θέση που ’χες γδυθεί μια νύχτα!..    [επιλογές  από τις ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ του Γιάννη Ρίτσου και μ’ ενα ΚΛΙΚ αποσπάσματα από ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ – ART by ANARASHA summer ]



ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ  ΩΚΕΑΝΟΥ  (αποσπάσματα)
Νυχτερινό λιμανάκι
φώτα πνιγμένα στα νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια
φωτισμένα από τους περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κι ύστερα βυθισμένα στη σκιά του ταξιδού
λοξά  ιστία  με κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σαν τις ραγισμένες φτερούγες των αγγέλων που αμάρτησαν
οι στρατιώτες με τις κάσκες
ανάμεσα στη νύχτα και το κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σαν τη συγνώμη που έφτασε αργά

Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι άλλες αλυσίδες εκεί στα πόδια των παιδιών
και στα χέρια της αυγής που κρατούν μια μαργαρίτα.
Κι είναι τα κατάρτια που επιμένουνε
να μετρήσουν τ’ άστρα
με τη βοήθεια της ήρεμης ανάμνησης
μια ανθοδέσμη γλάρων στην αυγινή ευδία.
Φεύγει το χρώμα απ’ το πρόσωπο της ημέρας
και το φως δε βρίσκει ένα άγαλμα
να κλειστεί να δοξαστεί να γαληνέψει.
Θα υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη
την ανοιχτή πληγή του ήλιου
που αναβρύζει σπόρους λουλουδιών
στην ίδια πορεία
στην ίδια ερώτηση
στις γόνιμες φλέβες της άνοιξης
που επαναλαμβάνει τους γύρους των χελιδονιών
γράφοντας ερωτικά μηδέν
στο ακατανίκητο στερέωμα;
Ποια πληγή
δεν μας δωρήθηκε ακόμη
για να συμπληρώσουμε
του θεού τη θεότητα;
Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ’ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός
κι η μητέρα καθισμένη
στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια.
Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα
— μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
— ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.
Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής και ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.
Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών.

Γυμνοί παλέψαμε στην αμμουδιά το μεσημέρι
με τα υγρά κορμιά των δωδεκάχρονων παιδιών
πιο πολύ για το αγκάλιασμα παρά για την πάλη
πιο πολύ για την πάλη παρά για τη νίκη
μονάχα για τη νίκη.

Αλμυρά μαλλιά
ηλιοψημένοι μηροί
ο φλοίσβος ανάμεσα στο φιλί
η θάλασσα πιο πέρα απ’ το σπασμό.

Τα μεσημέρια βουίζοντας κατέβαιναν σε στροβίλους φωτιάς
να τυλίξουν μ’ άσπρες φλόγες τα ψαράδικα σπίτια
να κάψουν τις καρδιές που δεν αντιστέκονται.

Έξω από τα παράθυρα το γαληνό καθάρισμα του μπάτη
το φωτεινό πρόσωπο της ευδίας
στην άσπρη μνήμη του καλοκαιριού
με μια μαβιά δέσμη σκιάς
λοξά στο βελούδινο μάγουλο.

Χρυσή αναπνοή του ατέλειωτου νερού
δίχτυα που λιάζονται στα βράχια
βάρκες γεμάτες καρπούς και λουλούδια
να τα σπίτια μας…

Σκόλασμα κυριακάτικης λειτουργίας
ασβεστωμένη αυλή
κατάντικρυ στον πόντο το σιωπηλό καμπαναριό
που σήμανε ψυχοσάββατα ναυτικών
και τώρα γελάει στη λιακάδα.

Έχουμε την πίπα του πατέρα στα χείλη
κάτω από το μαθητικό πηλήκιο
στο στήθος κεντημένος ο σταυρός του νότου
κι η αρχαία γοργόνα.

Σκούρα φανέλα ναυτική
κλεισμένη ως το λαιμό
κι όπως μας βλέπουν τα κορίτσια
παίρνουμε το πλατύ κι ανοιχτό βήμα
των κοσμογυρισμένων καπετάνιων.

Μες στη ματιά των κοριτσιών τρεμίζει ο ήχος
ενός μεγάλου δάσους πρωινού
μια μουσική διαύγειας
κι εμπιστοσύνης.

Μα ενώ μας χαιρετάνε τρυφερά
τα ήρεμα σπίτια
με τη σκυφτή γαζία στον άσπρο τοίχο
θα μπει και πάλι ανάμεσά μας
να μας νικήσει ακόμα μια φορά
η λάμψη της μεγάλης θάλασσας.

Ε καπετάνιε
φάει το ξερό ψωμί σου βιαστικά
και τη μαύρη ελιά
βουτηγμένη στ’ αλάτι και στον ήλιο
πάνω στον όρθιο βράχο.

Καιρός ν’ ανοίξουμε πανιά…

Μας πήραν το θαλασσινό τραγούδι
μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια.

Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα
με τα αλατισμένα ματόκλαδα
με τα μεγάλα μάτια τα γαλάζια
περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες
κάτω απ’ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα
κάτω απ’ τα σπίτια με τούς κόκκινους γλόμπους
κάτω απ’ τα μέγαρα
που καπνίζουν αίμα νύχτα κι αρπαγή.

Μητέρα μητέρα
που αρνηθήκαμε
την τρυφερή σοφία των δακρύων σου
που  ‘ναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
που ’ναι το χέρι σου
ν’ ακούσουμε την αυγή και την θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;

Μητέρα
ο ουρανός γκρεμίστηκε
στα δάκρια των αθώων.

Εμείς που περπατήσαμε τις νύχτες
σε λευκά δάση μαργαριταριών
εμείς που πελεκήσαμε στην πέτρα
τη γαληνή μορφή του ονείρου
δεν ξέρουμε να περπατάμε
πάνω στους δρόμους που κάθε μέρα βάφονται
με το αίμα του ξανθού Ιησού.

Πίσω απ’ τους τοίχους μας παραμονεύουν
Απ’ τις γωνιές φεύγουν περίτρομα
πλήθη αγριοπερίστερων.

Πόρτες χάσκουν την νύχτα.
Ξίφη αστράφτουν.
Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.

Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες
με ανθρώπινα κόκαλα
για να ανέβουν.

Κύριε Κύριε
κι εμείς εδώ
στη μέση των μεγάλων δρόμων
λυπημένοι κι αδέξιοι
με το άδειο δισάκι στα χέρια
μ' ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη
με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο
με χέρια αθώα που δεν επαιτούν.

Μητέρα δεν μας μένει τίποτα.
Πού θ’ απαγκιάσουμε;
Πού θα κοιμηθούμε;
...
Παιδί μελαχρινό με τα γαλάζια μάτια
με τα πυκνά μαλλιά που τα χτένισε η θάλασσα
παιδί με το ανεύθυνο βάδισμα που ποτέ δεν ρωτούσε την γη
περήφανο παιδί που αρνιόσουνα την εκκλησία της Κυριακής
που έφτιαχνες χαρταετούς και πλοία με τα τετράδια της αριθμητικής
θυμάσαι τον γέρο καπετάνιο
που ξέχασε το λιμάνι κοιτάζοντας τα αστέρια
για να κερδίσει την νιότη τραγουδώντας τη θάλασσα;

Έτσι την ώρα που μας άφηνε
το τελευταίο χαμόγελο της νύχτας
και δεν είχαμε άλλο πλοίο να μπαρκάρουμε
κι ήταν οι προκυμαίες χωρίς φανάρια κι επιβάτες
απαντήσαμε τον ίσκιο μας ώ παιδί της θάλασσας
απαντήσαμε σένα μ’ ένα φεγγάρι ανοιξιάτικο στα χέρια
να βηματίζεις μονάχο στ’ ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια
όπου ρεμβάζουν γαλήνια τα καβούρια και οι φώκιες.

Μάτια χορτασμένα με ζωγραφιές υδάτινες
που πεινούν ακόμη το νερό
παρελάσεις άστρων στη μνήμη κοιμισμένων γλάρων
έφοδος ξαφνική των δελφινιών, πανικός των υδρόβιων
και πάνω στους ραγισμένους καθρέφτες του νερού
η κυκλική απόδραση του γαλαξία.

Η σιγή φεύγει πάλι τρομαγμένη
μακριά στην κοιμισμένη παραλία
- λευκή κόρη των πνιγμένων καπετάνιων
που ζει στα ερείπια του πανάρχαιου μώλου
και κάθε νύχτα που γεμίζει το φεγγάρι
την κυνηγούν οι μεθυσμένοι ναύτες.

Κύριε τ' ουρανού της γης και της θάλασσας
ως πότε θ’ αγρυπνούμε
ως πότε θα διψάμε
ως πότε δεν θα πεθαίνουμε;

Η Συλλογή «Το Εμβατήριο του ωκεανού» γράφτηκε από τον Γιάννη Ρίτσο στα 1939 – 1940.  Ο τίτλος («Το Εμβατήριο του ωκεανού») σχετίζεται άμεσα με την μουσική, όπως άλλωστε και κάποιοι άλλοι τίτλοι έργων του Ρίτσου αυτής της περιόδου («Το τραγούδι της αδελφής μου» - 1937, «Εαρινή συμφωνία» - 1938, «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» - 1943). Αυτή η άμεση σχέση της Σύνθεσης με τη μουσική φανερώνεται μέσα από πολλούς στίχους: Κηδέψαμε προχτές το πρώτο χελιδόνι με τα θλιμμένα φ λ ά ο υ τ α των λουλουδιών …και τ ρ α γ ο υ δ ά μ ε τη θάλασσα κοιτώντας το ασημένιο σύννεφο πλάι στ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι. Ακούσαμε το τ ρ α γ ο ύ δ ι της θάλασσας και δε μπορούμε πια να κοιμηθούμε. Όπως δηλώνεται από τον τίτλο, κύριο θέμα της Συλλογής είναι η θάλασσα… Η απόφαση για ένα ταξίδι μακρινό, η φυγή από τη στυγνή πραγματικότητα, η επιστροφή στην αγνότητα των παιδικών χρόνων αποτελούν θέματα που ήταν συνηθισμένα στην εποχή του μεσοπολέμου. Αναμφισβήτητα, στο «Εμβατήριο του ωκεανού» το όνειρο… του μεγάλου ταξιδιού τρέφεται με μνήμες από τον βράχο της Μονεμβασιάς, γενέτειρας του Γιάννη Ρίτσου.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΛΑΜΨΗ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΙ ΑΝ ΕΙΔΕΣ, ΕΙΔΕΣ! ΕΑΡ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΖΩΗ ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑΣ:

Τι ωραία να τρέχει το χέρι σου πλάι σ’ ένα τοιχάκι γεμάτο λέξεις που προεξέχουν, έτσι που ν’ αρπάζεται της λαλιάς σου η αγράμπελη. Τα πάντα είναι ζήτημα μυελού οστέων της Φαντασίας… Από την άποψη όμως της διαφορετικής ταχύτητας των σωμάτων, έχουν και οι αισθήσεις τη δική τους χημεία…  Ρίχνεις τα χαρτιά κι εμφανίζονται πλήθος από μοβ «όχι» και κόκκινα «ναι», σιωπηλά «πάντα» και ηχερά «ποτέ», όλα τους με τρόπο τοποθετημένα σε σχέδια γεωμετρικά δοσμένα κατευθείαν από την ψυχή σου… Τι είναι λοιπόν αυτό που μας κάνει να παίζουμε διαφορετικό ρόλο σε κάθε πράξη ενός και του αυτού έργου; Τι είναι αυτό που μας κάνει να γινόμαστε άθελά μας εκατομμυριούχοι θραυσμάτων από εικόνες που γεννάει το μέσα μας ασήμαντον; Υπάρχει ένας τρόπος να μπαινοβγαίνουμε στα καθημερινά γεγονότα, έτσι που το ρούχο μας να μην πιάνεται απ’ τα κλαδιά που απλώνει γύρω μας το συμφέρον, η Ποίηση, αυτό το επίμονο βήμα σημειωτόν πάνω στο θυμικό μας… Έαρ χρειάζεται και ζωή πλήρης καθαρότητας!  [σκόρπιοι αφορισμοί Οδυσσέα Ελύτη, εισαγωγή στην πρώτη ενότητα από τον ΚΗΠΟ με τις ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ: Κατά το στρείδι και το μαργαριτάρι του με ΚΛΙΚ στην εικόνα ART by Ouzo Kim ]


Θ’ αρχίσω με μιαν ήχηση που να φτάνει από το πιο σκληρό μέταλλο έως την πιο λεπτή χορδή, χωρίς ούτε οι απολαύσεις ν’ αποκλείονται ούτε οι ενοχές να επιβάλλονται, αλλά η φύσις να παραμένει φύσις. Υπάρχει ένας τρόπος να μπαινοβγαίνουμε στα καθημερινά γεγονότα, έτσι που το ρούχο μας να μην πιάνεται από τα κλαδιά που απλώνει γύρω μας το συμφέρον, αυτό το επίμονο βήμα σημειωτόν πάνω στο θυμικό μας, η αφαίρεση ενός μικρότατου ευτυχισμού που ο άνθρωπος φυλάγει στα πιο ασφαλή θησαυροφυλάκια της ιδιωτικής του ζωής. Κι όμως διαφορετικός θα ήταν ο Μάιος αν αντί να πληρώνουμε και τέλη για την εισπνοή του οξυγόνου του, λαλούσαμε πέτρα και λαλούσαμε νερό με την ελπίδα ν’ αναφανεί μια μέρα ένα καινούργιο άλσος, κατάλληλο να δεχθεί την ταφή μας. Έαρ χρειάζεται και ζωή πλήρης καθαρότητας, για ένα δώρο που κανείς άλλος δεν μπορεί να στο προσφέρει - Αποσπάσματα από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη: Ο ΚΗΠΟΣ με τις ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ]


ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΤΡΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ ΤΟΥ  (από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ Εκδόσεις Ύψιλον/ βιβλία 1995)


Είμαι του ολίγου και του ακριβούς. Δεν υπήρξα ποτέ του τρίτου προσώπου. Τρέφομαι από το δ υ ς και το ε υ που κατά περίσταση προσφέρω. Αρνούμαι όμως τροφή στους χορτάτους που ζητούν ολοένα και άλλη, κι άλλη πείνα. Θα ’τανε σαν να επεδίωκα να ιδιοποιηθώ τα ίδια μου τα υπάρχοντα. Κατά τ’ άλλα, συχνάζω εκεί όπου κάθε θολούρα, ως και ο καπνός του τσιγάρου μου ακόμη εξουδετερώνεται απ’ το θαλασσάκι που φυλάγει καλού κακού για χάρη μου στο βορειοδυτικό της ντουλαπάκι η Παναγία η Παντοχαρά.
Όμως η εύνοια δεν είναι πάντοτε μια συγγενής που συμπίπτει να σ’ αγαπά. Και περνά πολύς καιρός έως ότου υπερεκχυλίσουν τα φρεάτια του νου σου και το συμπίλημα που δημιουργείται απ’ όλων των λογιών τις κακοδαιμονίες αποξηραθεί και το πάρει ο αέρας. Έτσι απλά όπως ο ύπνος παίρνει ένα μικρό αγόρι πάνω στα σανά. Και με το τρίτο του το αυτί τους παλμούς μιας άλλης, πιο δικής του γης, κρυφίως εγγράφει. Οπόταν, τι ωραία να τρέχει το χέρι σου πλάι σ’ ένα τοιχάκι γεμάτο λέξεις που προεξέχουν, έτσι που να αρπάζεται της λαλιάς σου η αγράμπελη. Τα πάντα είναι ζήτημα μυελού οστέων της φαντασίας. Πώς; Το άτυπτον ύδωρ του Καβο-Μαλιά να ’ναι συνάμα και πέτρα πελεκητή του πατρός Πινδάρου. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι σαν να μην μιλάς πλέον εσύ, αλλά τα συστατικά της πατρίδας σου, της ονομαζομένης γης. Και ο συνειρμών, συνειρμείτω.
Επειδή και της Θαλάσσιας
Πέτρας εύσχημος ο τρόπος είναι να υποκρίνεται
Μια τρικυμία και το Γοργόνιον
Συναινεί των ιπποκάμπων τα τέθριππα όλα
Να κινούν πάνω στην άργιλο η το κόκκινο χώμα
Κάποιου νέου Ικαρίου πελάγους
Με πολλών σταγόνων άγρια –
Λούλουδα και μαργαρίτες ώστε

Κάθε να ‘ναι ζωή. Και οι οφιοειδής γραμμές των πίθων της Κνωσσού και οι ραβδωτές των κιονίσκων του Ιονίου, στο ίδιο σημείο να κατατείνουν:
Εκεί που δείχνει νύχι ο αδάμαντας και το ατλάζι της νύχτας με άλματα γυρίζει δώθε τον ουρανό. Μια εύστροφη αντιστροφή που σου επιτρέπει να εντείνεις κατά βούλησιν το στιγμιαίο και το διαρκές. Και να! Τόσο πολύ από κίτρου πεντάσταγμα και βόρειον σέλας να γίνεται πιο Βέρμιον το Βέρμιον, όσο από άκουα μαρίνα και κίτρινο του χρυσού όλο πιο πράσινο το πράσινο μιας Ναξίας πλαγιάς γεμάτης από φλοιφλοισβιστά χορτάρια και όστρακα. Έχει κι η θάλασσα τις ανηφοριές της.

Στην Ελλάδα τα βουνά, ως ένα σημείο τουλάχιστον, αποτελούν μέρος της θάλασσας, ακριβώς όπως οι χειμώνες μέρος του θέρους. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς, σε μιαν άλλη κλίμακα, για την εορταστική ατμόσφαιρα∙ που αποτελεί μέρος της μελαγχολίας∙ και, ακόμα βαθύτερα, για την επαναστατική τέχνη, που εάν είναι υψηλής ποιότητας αποτελεί πρόπλασμα μιας μελλοντικής νομοθεσίας. Εδώ, στο σημείο αυτό εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς πόσο διφυής είναι πάντοτε, χωρίς εξαίρεση, η υπόσταση των υλικών και των πνευματικών φαινομένων. Με τον ίδιο τρόπο που ένα τμήμα της ύλης μετέχει κάποιου άλλου, έστω και αντιθέτου, ή που μια σκέψη μετέχει σ’ ένα γενικότερο σύστημα ιδεών που την περιβάλλει∙ έτσι και τα δύο αυτά μετέχουν εναλλάξ το ένα στο άλλο. Ας μην μας πτοεί ο παράγων της τύχης, όπου κι ένα φρέσκο φασολάκι μπορεί να εμπλακεί μέσα στην θεωρία των κβάντα. Είναι θέμα δικό μας, θέμα προσωπικού χειρισμού. Επειδή το τυχαίο δύο τρόπους έχεις να το αντιμετωπίζεις. Ή το δέχεσαι όπως είναι, όπως σου το φυσά ο αέρας, και του δίνεις μια θέση σταθερή και ακλόνητη μέσα στο γεωμετρημένο σύνολο των αντιλήψεών σου για τα επιστητά ∙ ή το αφήνεις ν’ αλλοιώνει την μοίρα σου και, με τις σχιζοειδείς μετατοπίσεις του, να σε μεταβάλλει σε αντίγραφο εξπρεσσιονιστικό της μορφής σου
.

Α να μπορούσα να σβήνω και να γράφω ανθρώπους όπως εγώ τους θέλω.
Τι λόγος! Εδωπέρα, ο καθυστερημένος πίθηκος μέσα μου δοκιμάζει να συνδυάσει το ευφυές με το κενό και το βλακώδες με το απίθανο. Με ποιον τρόπο λειτουργεί ένας λωποδύτης του ιδίου του αγαθού; Η ερασμιότητα είναι κληρονομική; Πόσες φορές σαράντα είναι το σαράντα; Μια συνείδηση ξεφόρτωτη ξεκολλάει και ανεβαίνει στην επιφάνεια;

Αν δώσει κανείς απάντηση, θα πρέπει να είναι ο μονογενής της μοίρας του. Στο αναμεταξύ, εμείς όλοι, που μπερδευόμαστε με τα χρωμοσώματα, καλύτερα να τ’ αφήσουμε και να ρίξουμε στο γατάκι μας που αδημονεί την κουβαρίστρα του. Μια και δυο και τρεις φορές. Μόνον έτσι, όταν επανέρχονται τα θέματα της τύχης και του παιχνιδιού γίνεται να πλαστεί, εάν όχι τίποτε άλλο, μια μικρή ευτυχία λέξεων. Όπως απ’ την δική του βύνη και τον δικό του λυκίσκο γίνεται του καθενός μας ο σπινθηρίζων ζύθος. Και φυσικά, με την προϋπόθεση να μην παρεισφρήσει ποτέ λαθροχειρία. Θα ‘τανε κι αστείο να βγάζει κανείς στο σφυρί την μοναδική του καλή πιθανότητα, για να ρίξει τις τιμές και να επωφεληθεί ο ίδιος. Η μια πεντάρα σε κάνει πλούσιο, οι πολλές ποτέ. Ανέκαθεν στον κόσμο αυτόν βασιλεύει μια κάποια όπως θα λέγαμε άνισος ισομετρία. Το ίδιο δυναμικό και για το καλό και για το κακό απαιτείται να καταβληθεί, αφού το φαρμάκι επενεργεί αρνητικά, όπως ακριβώς το αγαθόν θετικά, πάνω στους άλλους, που ξέρουν να κρατούν σωστά το κάτοπτρο της καθαρής αντίληψης στη σχέση τους με τους τρίτους. Είναι όμως διαφορετικό το μήκος των πεπρωμένων. Θεέ μου, πόσα πολλά πράγματα, και ν’ αντιστοιχούν μόνο σ’ ένα σκέτο σπίρτο, που το τραβάς επάνω τους ∙ και να!

Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος∙ κι αν είδες, είδες.

Όχι βέβαια τα της χρείας, που αχρείαστα να ‘ναι,
αλλά τα χαϊδεμένα των αισθήσεων,
που τα φυλάγει ο καθένας μας σε μια ζεστή γωνιά της καρδιάς του κι έχει τον λόγο του.
Για κείνο το κάτι ξεχωριστό που το καθένα τους προσκομίζει στο ύφος της κοινής πατρίδας:
Τιμή στην ελαία, για την εγνωσμένη της φρόνηση.
Στην λουίζα, για την ευγενή της καταγωγή και τους λεπτούς της τρόπους.
Στο μάρμαρο, για το ένα κάτι απόλυτο που αντιπροσωπεύει.
Στον πευκώνα, για το απτό και μη της παρουσίας του.
Στο νεράντζι, για τον τρόπο που επέτυχε δέκα αιώνες αργότερα
να συμπυκνώσει την σκέψη των Ιώνων.
Στον θαλασσινό βράχο, για την μνήμη των Πατέρων Πάντων.
Στο απλώς κυανό, για το απείρως παρόμοιο

Ένα σώμα γυμνό, μοναδική προέκταση της νοητής γραμμής που μας ενώνει με το μυστήριο… Το σπουδαίο όμως είναι να βρεθείς στην αγκαλιά μιας γυναίκας που είναι για χατίρι σου είκοσι χρονών!.. Επειδή βέβαια η χώρα της αθωότητας δεν είναι όπως τη φαντάζονται μερικοί, έχει τους αγίους της και τ’ αγρίμια της, τα παρθένα δάση και τα γαλήνια νερά της και μ’ ένα ΚΛΙΚ στο στήθος των βαθιών ονείρων Χρυσαλίδες Ρέμβης με εσωτερική εστίαση περί κάλλους όλα τους με τρόπο τοποθετημένα σε σχέδια γεωμετρικά δοσμένα κατευθείαν από την ψυχή σου! Ρίχνεις τα χαρτιά κι εμφανίζονται πλήθος από μοβ ΟΧΙ και κόκκινα ΝΑΙ, σιωπηλά ΠΑΝΤΑ και ηχηρά ΠΟΤΕ:  «παινεμένη, όπως,  θα λέγαμε κείνη που ’βαλε προσάναμμα το φουστανάκι της κι από τα χίλια λόγια της αγάπης έφτασε να συναγάγει ένα μόνο διαρκείας φιλί» (κολάζ στίχων από ΦΩΤΟΔΕΝΔΡΑ ΛΗΘΗΣ 14ης ΟΜΟΡΦΙΑΣ του Κήπου με τις Αυταπάτες του Οδυσσέα Ελύτη)

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΕΠΕΦΤΕ ΑΠΟ ΨΗΛΑ ΝΕΚΡΟ ΚΑΘΩΣ ΧΤΥΠΟΥΣΕ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΠΟΡΤΑ:

Νύχτωνε και στο παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο σκιές, «θεία Ευδοκία, της είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη», μα εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν έκρυβε κάτι που δεν έπρεπε ακόμα να το μάθω, ο άγνωστος μας διηγόταν σημεία και τέρατα, εγκλήματα εδώ και αιώνες, είπε και για μια μύγα, στο παιδικό τζάμι, που της έκαψε τα φτερά, «από τότε στέκει εκεί και δε μ’ αφήνει» κι έδειχνε πέρα, μακριά, το δρόμο που δεν μπόρεσε να πάρει, η ξενοδόχα, έλεγαν έκλεβε κρυφά τα πτώματα και τα έθαβε στα ντουλάπια, έτσι το ξενοδοχείο είχε πολύ κίνηση, γιατί έβρισκες πάντα κάποιον που να μη σε διώχνει - κι ούτε κατάλαβα όταν μου βύθισαν το μαχαίρι, σαν να μην ήμουνα εδώ ποτέ μου κι απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στο κενό. Και κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπούσε πάνω στην απαγορευμένη πόρτα. [ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by BALEA The death of a queen]


ΑΝΑΣΤΑΣΗ
«Δε σ’ ακολουθώ πια», φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μην μας γκρεμίσουν,
κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί  με τα παιδιά και τους σαστισμένους,
κι αυτό το κάθαρμα ο αμαξάς προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του,
έπρεπε να ξεφύγω , γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,
τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος,
γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.

ΤΟ ΑΜΑΞΙ
Ο άγνωστος κουβέντιαζε χαμηλόφωνα με τη γυναίκα, βέβαια, η γυναίκα είχε πεθάνει, κι εκείνος κοίταζε το πεπρωμένο, που σαν μια άδεια άχρηστη θήκη αφήνουν οι νεκροί στο κάθισμα,
τα πουλιά χτυπούσαν στο ταβάνι κι έπεφταν στο βρόμικο νιπτήρα, εδώ τέλειωναν όλες οι ιστορίες, βαλσαμωμένοι γέροι κάθονταν πίσω απ’ τα τζάμια κι η στοά σκοτεινή με τα υγρά μαγαζιά που πουλούσαν μεγάλα στρίποδα και φέρετρα και στέφανα απ’ τις δόξες που είχαμε ονειρευτεί,
όμως, στο ίδιο σπίτι κατοικούσαν κι εκείνοι οι άλλοι, που δεν τους βλέπουμε, μόνο τις νύχτες άκουγες να περπατάνε κρατώντας τις σβησμένες λάμπες και καμιά φορά περνούσαμε για δικές μας τις ακατάληπτες χειρονομίες τους,
κι μικρή πεθαμένη υπηρέτρια, που πλαγιάζαμε κάποτε, άπλωνε τώρα  το χέρι της μέσα στις αγρύπνιες μου να της δώσω ένα ζευγάρι κάλτσες που της είχα υποσχεθεί.
Έπειτα ησυχία, κι ο θόρυβος του αμαξιού που έφευγε έσβηνε σιγά-σιγά.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Ήταν μια αίθουσα μαύρη, ένα άθλιο χαρτοπαίγνιο όπου κατέβαζαν τους αρρώστους, οι ζητιάνοι κυλούσαν κάτω από τις πέτρες των εκκλησιών κι οι παραλυτικοί ανασηκωμένοι στους αγκώνες κοίταζαν χαιρέκακα την κρεατόμυγα, που πάλευε απεγνωσμένα με το Αόρατο,
ο βασανιστής μπήκε ακριβώς τα μεσάνυχτα κι όπως άνοιξε το παλτό του φάνηκε η κίτρινη λάμπα του γκαζιού πάνω απ’ το ικρίωμα, γιατί στον καθένα θα ’ρθει η ώρα του να πλαγιάσει στη γη, κι η άσχημη γυναίκα είχε γδυθεί, αλλά δεν πήγαινε κανείς, τότε ξανάβαλε το φτερό που της είχε πέσει, και πέθανε ολομόναχη στο διάδρομο,
ήταν οι ονειροπόλοι εκεί, κρατώντας τα κεφάλια τους στο χέρι σαν φτωχά καπέλα, και τα λόγια του ηλίθιου ακατάληπτα, σαν το αρμόνιο του Θεού που έπαιζε στο υπόγειο,
«μην αποστρέφεις το πρόσωπό σου, φώναξα, δεν έχω τίποτα άλλο απ’ την ντροπή μου» και του ‘δειξα τα φύλλα του φθινοπώρου που μ’ ακολουθούσαν,
εκείνος δεν μίλησε, μα όπως ακούμπησε στην κολόνα το χέρι του ήταν τόσο διάφανο, που έβλεπες πολύ μακριά κι ο νεκρόφιλος έφευγε τώρα με το κλειδί κι ο αιμομίχτης με το εικόνισμα,
ενώ ο βαμμένος άνδρας που σφουγγάριζε τις σκάλες ήταν γεννημένος βασιλιάς.

Ο ΤΡΙΤΟΣ
Τότε ήρθε κι ο άλλος, κρατούσε μια παλιά φθαρμένη βαλίτσα, όπου έκρυβε τα φαντάσματα της ζωής του, για να μην κάνουν τον κόπο να τον κυνηγούν,
ήμασταν στο ίδιο πνιγηρό δωμάτιο και το μεγάλο ζώο που ήταν ζωγραφισμένο στο χαλί μας έτρωγε κιόλας τα γόνατα,
«μητέρα, ρώτησα κάποτε, πού μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ’ άλογό μου;», «μα δεν βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ μητέρα»,
μια σειρά κεριά ήταν κι απ’ τις δυο μεριές του διαδρόμου, και στο βάθος το σκοτεινό μαγαζί που πουλούσε παλιά μουσικά όργανα κρεμασμένα απ’ το ταβάνι, σαν τους φτωχούς, και στη μέση ο παλαιοπώλης, γέρος και βρόμικος, κούρντιζε πάνω στα γόνατά του το πεθαμένο χέρι, «μας γέλασαν, φώναξα, μας έδωσαν άλλο σπίτι», μα δεν υπήρχε κανείς γύρω, μονάχα μια φουρκέτα κάτω στις πλάκες σαν ένα μικρό έντομο, που μόλις έκανα να την αγγίξω πέταξε και χάθηκε απ’ το παράθυρο.
Κι όλη τη νύχτα ακούγαμε τους σιδεράδες που ετοίμαζαν τα καρφιά, σαν να υπήρχε κάποιος Ιησούς ανάμεσα στους τρεις μας.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΡΟΟΡΙΖΕ Η ΑΝΟΙΞΗ: ΝΑ ΚΕΡΔΙΖΩ ΤΕΡΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ ΤΩΝ ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΩΝ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΟΡΝΤΕΛΙΑ

Δεχθείτε με επιτέλους ως έναν όπως έλεγα προηγουμένως ηλίθιο. Γενικά δεν υπάρχω κι ας βράζει το αίμα μου παρόλη την κακοκαιρία στο έργο του Strindberg. Ωσάν -: είναι αυτή η έσχατη λεκτική μου θνησιμότητα. Χρυσάνθεμα από στήθους και άμφια στο αρχείο του αχυρώνα. Χτες ήτανε; Προχτές ίσως; Πιάνω στον ύπνο μου κάτι στίχους αναντίρρητους με διαβολεμένο οξύ και προικώα συλλαβικά θέλγητρα. Είπα για μια στιγμή να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι και να τους αλλάξω φθαρτότητα: να τους αδειάσω με ένα κερένιο κύπελλο απ’ την τόσο γαιώδη στάμνα της μνημοσύνης απάνω στου χαρτιού την αυτάρεσκη λευκότητα. Να τους αφήσω εκεί να νυμφεύονται τις πιο βαγνερικές μου ώρες. Την άλλη μέρα όταν αφυπνίστηκα, πολύ πρωί για μένα, η ώρα εννέα - με ξύπνησε ένα επίμονο στα κουδουνίσματα τηλεφωνικό λάθος. «Φαρμακείο εκεί;» «Τι αριθμό πήρατε;» αποκρίθηκα, «εδώ είμαι εγώ κατά πάσα πιθανότητα, μήπως έχετε έτοιμη την ακτινογραφία;» «Όχι», λέει η άλλη φωνή «δεν κατορθώσαμε την απεργία». Την άλλη μέρα δε θυμόμουνα τους υπνογέννητους στίχους κι άρχισα να στεναχωριέμαι. Αν ξέρατε πόσο τα ’χω βαρεθεί τα πενθήματα… Σουτάρω, τότε, από μεγάλη απόσταση. Κι όχι μόνο αυτό. Γελώντας αισθάνθηκα πως αποβαίνω συμπαθέστερος. Δεν εχτίμησα ποτέ την ιερόδουλη γραμματική και τα νοσήλεια του συνταχτικού δεν είμαι εγώ, βέβαια, οπού πρέπει να τα πληρώσω…     [ΤΥΦΛΗ ΑΠΟΚΡΟΥΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 - ART by

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές…

ΘΕΡΙΝΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ
Ζούμε απ’ το μέλλον τη σύγχρονη υπερένταση της Ιστορίας
τον Άξεστο Φασουλή που κρέμεται στο παλκοσένικο ένθεος
από ταχύτατες κλωστές αφάνταστα θρησκευτικές κι ασυμπόνετες-
το χειροποίητο λεξιλόγιο της Συνταραχτικής:
εμπειρία όπου αμνηστεύουμε ειδύλλια διαμελισμένα
η αφερέγγυα οικειότητα της υπάρξεως
που ονομάζουμε κάλλος ή θεοφοβούμενη λησμοσύνη
πολύχορδη ιατρική πολυτέλεια.
Η ελπίδα μου σώπασε ώ Πολύμνια
δίχως θέαση το Απόλυτο λιμοκτονεί μα η ώρα του θα ’ρθει
ωσάν ορμητική βλάβη της αντικειμενικότητας.
Χρήσιμο αναβλύζει από το άχρηστο
Προφορική είναι πάντα η αλήθεια, τα γραφτά μας
αποκοπτόμενα με του αστάθμητου
το αυθεντικό ψαλίδι.



ΟΝΟΜΑΣΙΑ
Στον εαυτό μου ξαναβρέθηκα απόψε
θρυμματισμένο βροχερό γειτόνεμα οπτασίας.
Πίνοντας αγνάντια στο ανισόρροπο φεγγάρι.
Σωπασμένη μέσα μου η ταυτολογία
κι η αντίφαση που εξολοθρεύει την πραγματικότητα.
Ίσως έπρεπε να πουλήσω αύριο
το μουλιασμένο στην πίκρα μαργαριτάρι.
Του νερού ξενιτιά τρεχάμενη
χωρίς αχνάρι.
Πάρε στην τύχη βότανο και φρούρησέ το
σαν ένα τελευταίο αόμματο νόημα
σε  σμαράγδινους όρθρους από νερολούλουδα.
Η νύχτα είναι καμωμένη για να λυπόμαστε κατάκαρδα.
Χνούδι δεν έχει ο θάνατος η μόνη μαθηματική αρχή μας
μυστήρια δεν σκαμπάζει μηδέ χάμουρα
χρειάστηκε ποτέ στην άδοξη φοράδα του.
Τι να διαλέξω κύριε νομάρχα συνέχεια χρεμετίζοντας;
Νεφέλες που κρεμάστηκαν απ’ τη δόνηση του θείου
δεν άφησαν ενθύμια: τις άδειες νεκροκεφαλές τους
κι αναπλάθουν ένα-ένα τα βαρβαρικά τους μόρια
κοροϊδεύοντας / αναγκαία κι αυτή η μετοχή / τα θηκάρια
την άφαντη στατιστική δυνατότητα.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ
Είμαι βαθιά ηλίθιος αλλά δεν έχω
κλειστοφοβία
σαλτάροντας απ’ τη βρώση κι απ’ την πόση
στο Ένα
τον ακέραστο αριθμητικό μας μύθο
ψυχαγωγία η χοϊκότητα μα η όραση
γιγάντιος ισχυρισμός που αναθάλλει
η τσιμουδιά στα σωματίδια.
Είμαι θαυμάσιος ηλίθιος όπως το αεροπλάνο
ξεσχίζοντας όμως ανεκτίρμονα
τις εκνευρισμένες αποστάσεις
κι ακόμη
ξεκοκαλίζοντας τις επηρμένες λύσεις
χωρίς να βλέπω καν τα κοπιώδη προβλήματα

ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΡΑΧΥΤΗΤΑΣ
Διστάζουμε να νυχτώσουμε στην άβαφη αυταπάτη της γλώσσας
καθίζοντας απαλά στα γόνατά μας τους τόσο λυγμικούς φθόγγους
με ταξιδιάρικα λιγδωμένα και απλήρωτα, φληναφήματα-δώρα
λίγο στυγνά μονοσύλλαβα εκθρονίζουν ένα ξεγυρισμένο εκατομμύριο
φράσεις πολυθόρυβες φιλάρεσκα ηχοληπτικές
τείνοντας ολοένα προς το όνειδος του Ριχάρδου του Τρίτου
μηχανισμός με κουνελίσια εγγλέζικα
στην αιχμή της μεγάλης μεσημεριάτικης κυκλοφορίας
φεύγει ένα τερπνό φωνήεν απ’ τη διάβαση
πάει να κάνει έρωτα στην άλλη άκρη της νευροπάθειας
ω Άννα Ψυχολογία του Ύψους
με βασιλιάδες υετούς που δε σκυλεύουν το κούτελό σου
στάσου βρε άνθρωπε τι τα θέλεις τα ονείρατα
πέρνα τώρα που έχει ανάψει το πράσινο κι αλλάζει γρήγορα
η μικροσκοπική πραγματικότητα η γιγαντιαία στύση
θα καλέσουμε όπως είπαμε το Σάββατο τη φαγώσιμη Λαίδη Μάκβεθ -ε;
να μας παίξει φόνους από μουσική στο μισόφωτο
με ουίσκι και γλυκές κιθάρες που λέγαμε και εμείς οι έλληνες
αυτή που διώχνει τους βολβούς απ’ τα μάτια της
κι απομένουν οι άσεμνες κόγχες περίσσευμα της ανατομίας.
Μήπως δεν ήπιανε κρασί με τον παμπόνηρο Ίακχο
αγγίζοντας φαιδρά μακιγιαρίσματα τη μαύρη Κυρία με τα δάχτυλα
σουίτες  παρτίτες και δειλές παρτιτούρες.

ΑΝΤΙ-ΝΕΦΕΛΩΜΑ
Η σιωπή δεν είναι λευτεριά η σιωπή
δεν είναι αιχμαλωσία
η σιωπή δεν είναι δωρεά η σιωπή
δεν είναι ιδιοκτησία
η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο
η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη
κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιγή μιλιέται
κάθε στιγμή της χαστουκίζει τα ρολόγια
καταρρέουν ελατήρια ο καιρός παξιμάδια και βίδες
η σιωπή περιπαίζει τα αδιέξοδα
η σιωπή δεν κατάγεται από την Κίνα η σιωπή
τη γλώσσα της φασκιώνει με συνταχτικό και κανόνες
αναπαύεται στα ανώμαλα ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα
στους ρήτορες όπου σείουν τα μπαλκόνια συσσωρεύεται
πηγαίνει τις Κυριακάδες στην εκκλησία για να ψάλει
συχνά τηγανίζει πατάτες
τα τύμπανα δικά της είναι οι γενετήσιοι
σπασμοί της αγάπης
τα ουρλιάσματα των γυναικώνε  στα μαιευτήρια
όλα τα κλάματα δικά της είναι κι όλα τα ξεφαντώματα
μα όμως τι όλεθρος
η σιωπή δε βρίσκει πουθενά το όνομά της


[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νίκου Καρούζου, κάτι σαν ΔΟΚΙΜΕΣ ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ, που, «εν Φαντασία και Λόγω», «κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το φρικτό μαχαίρι…» του χρόνου… «Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή   «Δουλειά δεν είχε ο διάβολος…]