Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΡΟΟΡΙΖΕ Η ΑΝΟΙΞΗ: ΝΑ ΚΕΡΔΙΖΩ ΤΕΡΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ ΤΩΝ ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΩΝ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΟΡΝΤΕΛΙΑ

Δεχθείτε με επιτέλους ως έναν όπως έλεγα προηγουμένως ηλίθιο. Γενικά δεν υπάρχω κι ας βράζει το αίμα μου παρόλη την κακοκαιρία στο έργο του Strindberg. Ωσάν -: είναι αυτή η έσχατη λεκτική μου θνησιμότητα. Χρυσάνθεμα από στήθους και άμφια στο αρχείο του αχυρώνα. Χτες ήτανε; Προχτές ίσως; Πιάνω στον ύπνο μου κάτι στίχους αναντίρρητους με διαβολεμένο οξύ και προικώα συλλαβικά θέλγητρα. Είπα για μια στιγμή να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι και να τους αλλάξω φθαρτότητα: να τους αδειάσω με ένα κερένιο κύπελλο απ’ την τόσο γαιώδη στάμνα της μνημοσύνης απάνω στου χαρτιού την αυτάρεσκη λευκότητα. Να τους αφήσω εκεί να νυμφεύονται τις πιο βαγνερικές μου ώρες. Την άλλη μέρα όταν αφυπνίστηκα, πολύ πρωί για μένα, η ώρα εννέα - με ξύπνησε ένα επίμονο στα κουδουνίσματα τηλεφωνικό λάθος. «Φαρμακείο εκεί;» «Τι αριθμό πήρατε;» αποκρίθηκα, «εδώ είμαι εγώ κατά πάσα πιθανότητα, μήπως έχετε έτοιμη την ακτινογραφία;» «Όχι», λέει η άλλη φωνή «δεν κατορθώσαμε την απεργία». Την άλλη μέρα δε θυμόμουνα τους υπνογέννητους στίχους κι άρχισα να στεναχωριέμαι. Αν ξέρατε πόσο τα ’χω βαρεθεί τα πενθήματα… Σουτάρω, τότε, από μεγάλη απόσταση. Κι όχι μόνο αυτό. Γελώντας αισθάνθηκα πως αποβαίνω συμπαθέστερος. Δεν εχτίμησα ποτέ την ιερόδουλη γραμματική και τα νοσήλεια του συνταχτικού δεν είμαι εγώ, βέβαια, οπού πρέπει να τα πληρώσω…     [ΤΥΦΛΗ ΑΠΟΚΡΟΥΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 - ART by

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές…

ΘΕΡΙΝΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ
Ζούμε απ’ το μέλλον τη σύγχρονη υπερένταση της Ιστορίας
τον Άξεστο Φασουλή που κρέμεται στο παλκοσένικο ένθεος
από ταχύτατες κλωστές αφάνταστα θρησκευτικές κι ασυμπόνετες-
το χειροποίητο λεξιλόγιο της Συνταραχτικής:
εμπειρία όπου αμνηστεύουμε ειδύλλια διαμελισμένα
η αφερέγγυα οικειότητα της υπάρξεως
που ονομάζουμε κάλλος ή θεοφοβούμενη λησμοσύνη
πολύχορδη ιατρική πολυτέλεια.
Η ελπίδα μου σώπασε ώ Πολύμνια
δίχως θέαση το Απόλυτο λιμοκτονεί μα η ώρα του θα ’ρθει
ωσάν ορμητική βλάβη της αντικειμενικότητας.
Χρήσιμο αναβλύζει από το άχρηστο
Προφορική είναι πάντα η αλήθεια, τα γραφτά μας
αποκοπτόμενα με του αστάθμητου
το αυθεντικό ψαλίδι.



ΟΝΟΜΑΣΙΑ
Στον εαυτό μου ξαναβρέθηκα απόψε
θρυμματισμένο βροχερό γειτόνεμα οπτασίας.
Πίνοντας αγνάντια στο ανισόρροπο φεγγάρι.
Σωπασμένη μέσα μου η ταυτολογία
κι η αντίφαση που εξολοθρεύει την πραγματικότητα.
Ίσως έπρεπε να πουλήσω αύριο
το μουλιασμένο στην πίκρα μαργαριτάρι.
Του νερού ξενιτιά τρεχάμενη
χωρίς αχνάρι.
Πάρε στην τύχη βότανο και φρούρησέ το
σαν ένα τελευταίο αόμματο νόημα
σε  σμαράγδινους όρθρους από νερολούλουδα.
Η νύχτα είναι καμωμένη για να λυπόμαστε κατάκαρδα.
Χνούδι δεν έχει ο θάνατος η μόνη μαθηματική αρχή μας
μυστήρια δεν σκαμπάζει μηδέ χάμουρα
χρειάστηκε ποτέ στην άδοξη φοράδα του.
Τι να διαλέξω κύριε νομάρχα συνέχεια χρεμετίζοντας;
Νεφέλες που κρεμάστηκαν απ’ τη δόνηση του θείου
δεν άφησαν ενθύμια: τις άδειες νεκροκεφαλές τους
κι αναπλάθουν ένα-ένα τα βαρβαρικά τους μόρια
κοροϊδεύοντας / αναγκαία κι αυτή η μετοχή / τα θηκάρια
την άφαντη στατιστική δυνατότητα.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ
Είμαι βαθιά ηλίθιος αλλά δεν έχω
κλειστοφοβία
σαλτάροντας απ’ τη βρώση κι απ’ την πόση
στο Ένα
τον ακέραστο αριθμητικό μας μύθο
ψυχαγωγία η χοϊκότητα μα η όραση
γιγάντιος ισχυρισμός που αναθάλλει
η τσιμουδιά στα σωματίδια.
Είμαι θαυμάσιος ηλίθιος όπως το αεροπλάνο
ξεσχίζοντας όμως ανεκτίρμονα
τις εκνευρισμένες αποστάσεις
κι ακόμη
ξεκοκαλίζοντας τις επηρμένες λύσεις
χωρίς να βλέπω καν τα κοπιώδη προβλήματα

ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΡΑΧΥΤΗΤΑΣ
Διστάζουμε να νυχτώσουμε στην άβαφη αυταπάτη της γλώσσας
καθίζοντας απαλά στα γόνατά μας τους τόσο λυγμικούς φθόγγους
με ταξιδιάρικα λιγδωμένα και απλήρωτα, φληναφήματα-δώρα
λίγο στυγνά μονοσύλλαβα εκθρονίζουν ένα ξεγυρισμένο εκατομμύριο
φράσεις πολυθόρυβες φιλάρεσκα ηχοληπτικές
τείνοντας ολοένα προς το όνειδος του Ριχάρδου του Τρίτου
μηχανισμός με κουνελίσια εγγλέζικα
στην αιχμή της μεγάλης μεσημεριάτικης κυκλοφορίας
φεύγει ένα τερπνό φωνήεν απ’ τη διάβαση
πάει να κάνει έρωτα στην άλλη άκρη της νευροπάθειας
ω Άννα Ψυχολογία του Ύψους
με βασιλιάδες υετούς που δε σκυλεύουν το κούτελό σου
στάσου βρε άνθρωπε τι τα θέλεις τα ονείρατα
πέρνα τώρα που έχει ανάψει το πράσινο κι αλλάζει γρήγορα
η μικροσκοπική πραγματικότητα η γιγαντιαία στύση
θα καλέσουμε όπως είπαμε το Σάββατο τη φαγώσιμη Λαίδη Μάκβεθ -ε;
να μας παίξει φόνους από μουσική στο μισόφωτο
με ουίσκι και γλυκές κιθάρες που λέγαμε και εμείς οι έλληνες
αυτή που διώχνει τους βολβούς απ’ τα μάτια της
κι απομένουν οι άσεμνες κόγχες περίσσευμα της ανατομίας.
Μήπως δεν ήπιανε κρασί με τον παμπόνηρο Ίακχο
αγγίζοντας φαιδρά μακιγιαρίσματα τη μαύρη Κυρία με τα δάχτυλα
σουίτες  παρτίτες και δειλές παρτιτούρες.

ΑΝΤΙ-ΝΕΦΕΛΩΜΑ
Η σιωπή δεν είναι λευτεριά η σιωπή
δεν είναι αιχμαλωσία
η σιωπή δεν είναι δωρεά η σιωπή
δεν είναι ιδιοκτησία
η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο
η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη
κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιγή μιλιέται
κάθε στιγμή της χαστουκίζει τα ρολόγια
καταρρέουν ελατήρια ο καιρός παξιμάδια και βίδες
η σιωπή περιπαίζει τα αδιέξοδα
η σιωπή δεν κατάγεται από την Κίνα η σιωπή
τη γλώσσα της φασκιώνει με συνταχτικό και κανόνες
αναπαύεται στα ανώμαλα ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα
στους ρήτορες όπου σείουν τα μπαλκόνια συσσωρεύεται
πηγαίνει τις Κυριακάδες στην εκκλησία για να ψάλει
συχνά τηγανίζει πατάτες
τα τύμπανα δικά της είναι οι γενετήσιοι
σπασμοί της αγάπης
τα ουρλιάσματα των γυναικώνε  στα μαιευτήρια
όλα τα κλάματα δικά της είναι κι όλα τα ξεφαντώματα
μα όμως τι όλεθρος
η σιωπή δε βρίσκει πουθενά το όνομά της


[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νίκου Καρούζου, κάτι σαν ΔΟΚΙΜΕΣ ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ, που, «εν Φαντασία και Λόγω», «κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το φρικτό μαχαίρι…» του χρόνου… «Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή   «Δουλειά δεν είχε ο διάβολος…]

Δεν υπάρχουν σχόλια: