Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΕΠΕΦΤΕ ΑΠΟ ΨΗΛΑ ΝΕΚΡΟ ΚΑΘΩΣ ΧΤΥΠΟΥΣΕ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΠΟΡΤΑ:

Νύχτωνε και στο παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο σκιές, «θεία Ευδοκία, της είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη», μα εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν έκρυβε κάτι που δεν έπρεπε ακόμα να το μάθω, ο άγνωστος μας διηγόταν σημεία και τέρατα, εγκλήματα εδώ και αιώνες, είπε και για μια μύγα, στο παιδικό τζάμι, που της έκαψε τα φτερά, «από τότε στέκει εκεί και δε μ’ αφήνει» κι έδειχνε πέρα, μακριά, το δρόμο που δεν μπόρεσε να πάρει, η ξενοδόχα, έλεγαν έκλεβε κρυφά τα πτώματα και τα έθαβε στα ντουλάπια, έτσι το ξενοδοχείο είχε πολύ κίνηση, γιατί έβρισκες πάντα κάποιον που να μη σε διώχνει - κι ούτε κατάλαβα όταν μου βύθισαν το μαχαίρι, σαν να μην ήμουνα εδώ ποτέ μου κι απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στο κενό. Και κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπούσε πάνω στην απαγορευμένη πόρτα. [ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by BALEA The death of a queen]


ΑΝΑΣΤΑΣΗ
«Δε σ’ ακολουθώ πια», φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μην μας γκρεμίσουν,
κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί  με τα παιδιά και τους σαστισμένους,
κι αυτό το κάθαρμα ο αμαξάς προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του,
έπρεπε να ξεφύγω , γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,
τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος,
γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.

ΤΟ ΑΜΑΞΙ
Ο άγνωστος κουβέντιαζε χαμηλόφωνα με τη γυναίκα, βέβαια, η γυναίκα είχε πεθάνει, κι εκείνος κοίταζε το πεπρωμένο, που σαν μια άδεια άχρηστη θήκη αφήνουν οι νεκροί στο κάθισμα,
τα πουλιά χτυπούσαν στο ταβάνι κι έπεφταν στο βρόμικο νιπτήρα, εδώ τέλειωναν όλες οι ιστορίες, βαλσαμωμένοι γέροι κάθονταν πίσω απ’ τα τζάμια κι η στοά σκοτεινή με τα υγρά μαγαζιά που πουλούσαν μεγάλα στρίποδα και φέρετρα και στέφανα απ’ τις δόξες που είχαμε ονειρευτεί,
όμως, στο ίδιο σπίτι κατοικούσαν κι εκείνοι οι άλλοι, που δεν τους βλέπουμε, μόνο τις νύχτες άκουγες να περπατάνε κρατώντας τις σβησμένες λάμπες και καμιά φορά περνούσαμε για δικές μας τις ακατάληπτες χειρονομίες τους,
κι μικρή πεθαμένη υπηρέτρια, που πλαγιάζαμε κάποτε, άπλωνε τώρα  το χέρι της μέσα στις αγρύπνιες μου να της δώσω ένα ζευγάρι κάλτσες που της είχα υποσχεθεί.
Έπειτα ησυχία, κι ο θόρυβος του αμαξιού που έφευγε έσβηνε σιγά-σιγά.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Ήταν μια αίθουσα μαύρη, ένα άθλιο χαρτοπαίγνιο όπου κατέβαζαν τους αρρώστους, οι ζητιάνοι κυλούσαν κάτω από τις πέτρες των εκκλησιών κι οι παραλυτικοί ανασηκωμένοι στους αγκώνες κοίταζαν χαιρέκακα την κρεατόμυγα, που πάλευε απεγνωσμένα με το Αόρατο,
ο βασανιστής μπήκε ακριβώς τα μεσάνυχτα κι όπως άνοιξε το παλτό του φάνηκε η κίτρινη λάμπα του γκαζιού πάνω απ’ το ικρίωμα, γιατί στον καθένα θα ’ρθει η ώρα του να πλαγιάσει στη γη, κι η άσχημη γυναίκα είχε γδυθεί, αλλά δεν πήγαινε κανείς, τότε ξανάβαλε το φτερό που της είχε πέσει, και πέθανε ολομόναχη στο διάδρομο,
ήταν οι ονειροπόλοι εκεί, κρατώντας τα κεφάλια τους στο χέρι σαν φτωχά καπέλα, και τα λόγια του ηλίθιου ακατάληπτα, σαν το αρμόνιο του Θεού που έπαιζε στο υπόγειο,
«μην αποστρέφεις το πρόσωπό σου, φώναξα, δεν έχω τίποτα άλλο απ’ την ντροπή μου» και του ‘δειξα τα φύλλα του φθινοπώρου που μ’ ακολουθούσαν,
εκείνος δεν μίλησε, μα όπως ακούμπησε στην κολόνα το χέρι του ήταν τόσο διάφανο, που έβλεπες πολύ μακριά κι ο νεκρόφιλος έφευγε τώρα με το κλειδί κι ο αιμομίχτης με το εικόνισμα,
ενώ ο βαμμένος άνδρας που σφουγγάριζε τις σκάλες ήταν γεννημένος βασιλιάς.

Ο ΤΡΙΤΟΣ
Τότε ήρθε κι ο άλλος, κρατούσε μια παλιά φθαρμένη βαλίτσα, όπου έκρυβε τα φαντάσματα της ζωής του, για να μην κάνουν τον κόπο να τον κυνηγούν,
ήμασταν στο ίδιο πνιγηρό δωμάτιο και το μεγάλο ζώο που ήταν ζωγραφισμένο στο χαλί μας έτρωγε κιόλας τα γόνατα,
«μητέρα, ρώτησα κάποτε, πού μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ’ άλογό μου;», «μα δεν βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ μητέρα»,
μια σειρά κεριά ήταν κι απ’ τις δυο μεριές του διαδρόμου, και στο βάθος το σκοτεινό μαγαζί που πουλούσε παλιά μουσικά όργανα κρεμασμένα απ’ το ταβάνι, σαν τους φτωχούς, και στη μέση ο παλαιοπώλης, γέρος και βρόμικος, κούρντιζε πάνω στα γόνατά του το πεθαμένο χέρι, «μας γέλασαν, φώναξα, μας έδωσαν άλλο σπίτι», μα δεν υπήρχε κανείς γύρω, μονάχα μια φουρκέτα κάτω στις πλάκες σαν ένα μικρό έντομο, που μόλις έκανα να την αγγίξω πέταξε και χάθηκε απ’ το παράθυρο.
Κι όλη τη νύχτα ακούγαμε τους σιδεράδες που ετοίμαζαν τα καρφιά, σαν να υπήρχε κάποιος Ιησούς ανάμεσα στους τρεις μας.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δεν υπάρχουν σχόλια: