Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

ΞΕΚΡΕΜΑΣΕ ΤΗ ΖΑΚΕΤΑ ΤΗΣ ΔΙΧΩΣ ΝΑ ΚΛΑΨΕΙ ΚΙ ΕΦΥΓΕ (σα να ξεκρέμασε το φεγγάρι απ’ τον καλοκαιριάτικο ουρανό)

Αυτός δεν πίστευε. Περίμενε την ίδια νύχτα, την άλλη μέρα και την άλλη. Περίμενε. Σαν κλείσαν δυο βδομάδες, με το γύρισμα του φεγγαριού, έμεινε να θυμάται σαν παράθυρο ανοιχτό σ’ έναν ουρανό χωρίς φεγγάρι. Γιατί είχε πάρει μαζί της τη ζακέτα της… Θολά τ’ αστέρια μες στη στέρνα, η στέρνα μες στη μέση της αυλής, σαν τον καθρέφτη της κλεισμένης κάμαρας. Γύρω στη στέρνα κάθονται τα περιστέρια, άκρη-άκρη στο φεγγάρι οι ασβεστωμένες γλάστρες, γύρω-γύρω στην πληγή μας τα τραγούδια μας!.. Εδώ στην ακαταστασία της κάμαρας, ανάμεσα στα σκονισμένα βιβλία και στα γεροντικά πορτρέτα, ανάμεσα στο ναι και στο όχι τόσων σκιών μια στήλη ασάλευτο φως, εδώ, σ’ αυτή τη θέση που ’χες γδυθεί μια νύχτα!..    [επιλογές  από τις ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ του Γιάννη Ρίτσου και μ’ ενα ΚΛΙΚ αποσπάσματα από ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ – ART by ANARASHA summer ]



ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ  ΩΚΕΑΝΟΥ  (αποσπάσματα)
Νυχτερινό λιμανάκι
φώτα πνιγμένα στα νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια
φωτισμένα από τους περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κι ύστερα βυθισμένα στη σκιά του ταξιδού
λοξά  ιστία  με κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σαν τις ραγισμένες φτερούγες των αγγέλων που αμάρτησαν
οι στρατιώτες με τις κάσκες
ανάμεσα στη νύχτα και το κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σαν τη συγνώμη που έφτασε αργά

Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι άλλες αλυσίδες εκεί στα πόδια των παιδιών
και στα χέρια της αυγής που κρατούν μια μαργαρίτα.
Κι είναι τα κατάρτια που επιμένουνε
να μετρήσουν τ’ άστρα
με τη βοήθεια της ήρεμης ανάμνησης
μια ανθοδέσμη γλάρων στην αυγινή ευδία.
Φεύγει το χρώμα απ’ το πρόσωπο της ημέρας
και το φως δε βρίσκει ένα άγαλμα
να κλειστεί να δοξαστεί να γαληνέψει.
Θα υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη
την ανοιχτή πληγή του ήλιου
που αναβρύζει σπόρους λουλουδιών
στην ίδια πορεία
στην ίδια ερώτηση
στις γόνιμες φλέβες της άνοιξης
που επαναλαμβάνει τους γύρους των χελιδονιών
γράφοντας ερωτικά μηδέν
στο ακατανίκητο στερέωμα;
Ποια πληγή
δεν μας δωρήθηκε ακόμη
για να συμπληρώσουμε
του θεού τη θεότητα;
Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ’ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός
κι η μητέρα καθισμένη
στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια.
Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα
— μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
— ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.
Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής και ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.
Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών.

Γυμνοί παλέψαμε στην αμμουδιά το μεσημέρι
με τα υγρά κορμιά των δωδεκάχρονων παιδιών
πιο πολύ για το αγκάλιασμα παρά για την πάλη
πιο πολύ για την πάλη παρά για τη νίκη
μονάχα για τη νίκη.

Αλμυρά μαλλιά
ηλιοψημένοι μηροί
ο φλοίσβος ανάμεσα στο φιλί
η θάλασσα πιο πέρα απ’ το σπασμό.

Τα μεσημέρια βουίζοντας κατέβαιναν σε στροβίλους φωτιάς
να τυλίξουν μ’ άσπρες φλόγες τα ψαράδικα σπίτια
να κάψουν τις καρδιές που δεν αντιστέκονται.

Έξω από τα παράθυρα το γαληνό καθάρισμα του μπάτη
το φωτεινό πρόσωπο της ευδίας
στην άσπρη μνήμη του καλοκαιριού
με μια μαβιά δέσμη σκιάς
λοξά στο βελούδινο μάγουλο.

Χρυσή αναπνοή του ατέλειωτου νερού
δίχτυα που λιάζονται στα βράχια
βάρκες γεμάτες καρπούς και λουλούδια
να τα σπίτια μας…

Σκόλασμα κυριακάτικης λειτουργίας
ασβεστωμένη αυλή
κατάντικρυ στον πόντο το σιωπηλό καμπαναριό
που σήμανε ψυχοσάββατα ναυτικών
και τώρα γελάει στη λιακάδα.

Έχουμε την πίπα του πατέρα στα χείλη
κάτω από το μαθητικό πηλήκιο
στο στήθος κεντημένος ο σταυρός του νότου
κι η αρχαία γοργόνα.

Σκούρα φανέλα ναυτική
κλεισμένη ως το λαιμό
κι όπως μας βλέπουν τα κορίτσια
παίρνουμε το πλατύ κι ανοιχτό βήμα
των κοσμογυρισμένων καπετάνιων.

Μες στη ματιά των κοριτσιών τρεμίζει ο ήχος
ενός μεγάλου δάσους πρωινού
μια μουσική διαύγειας
κι εμπιστοσύνης.

Μα ενώ μας χαιρετάνε τρυφερά
τα ήρεμα σπίτια
με τη σκυφτή γαζία στον άσπρο τοίχο
θα μπει και πάλι ανάμεσά μας
να μας νικήσει ακόμα μια φορά
η λάμψη της μεγάλης θάλασσας.

Ε καπετάνιε
φάει το ξερό ψωμί σου βιαστικά
και τη μαύρη ελιά
βουτηγμένη στ’ αλάτι και στον ήλιο
πάνω στον όρθιο βράχο.

Καιρός ν’ ανοίξουμε πανιά…

Μας πήραν το θαλασσινό τραγούδι
μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια.

Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα
με τα αλατισμένα ματόκλαδα
με τα μεγάλα μάτια τα γαλάζια
περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες
κάτω απ’ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα
κάτω απ’ τα σπίτια με τούς κόκκινους γλόμπους
κάτω απ’ τα μέγαρα
που καπνίζουν αίμα νύχτα κι αρπαγή.

Μητέρα μητέρα
που αρνηθήκαμε
την τρυφερή σοφία των δακρύων σου
που  ‘ναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
που ’ναι το χέρι σου
ν’ ακούσουμε την αυγή και την θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;

Μητέρα
ο ουρανός γκρεμίστηκε
στα δάκρια των αθώων.

Εμείς που περπατήσαμε τις νύχτες
σε λευκά δάση μαργαριταριών
εμείς που πελεκήσαμε στην πέτρα
τη γαληνή μορφή του ονείρου
δεν ξέρουμε να περπατάμε
πάνω στους δρόμους που κάθε μέρα βάφονται
με το αίμα του ξανθού Ιησού.

Πίσω απ’ τους τοίχους μας παραμονεύουν
Απ’ τις γωνιές φεύγουν περίτρομα
πλήθη αγριοπερίστερων.

Πόρτες χάσκουν την νύχτα.
Ξίφη αστράφτουν.
Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.

Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες
με ανθρώπινα κόκαλα
για να ανέβουν.

Κύριε Κύριε
κι εμείς εδώ
στη μέση των μεγάλων δρόμων
λυπημένοι κι αδέξιοι
με το άδειο δισάκι στα χέρια
μ' ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη
με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο
με χέρια αθώα που δεν επαιτούν.

Μητέρα δεν μας μένει τίποτα.
Πού θ’ απαγκιάσουμε;
Πού θα κοιμηθούμε;
...
Παιδί μελαχρινό με τα γαλάζια μάτια
με τα πυκνά μαλλιά που τα χτένισε η θάλασσα
παιδί με το ανεύθυνο βάδισμα που ποτέ δεν ρωτούσε την γη
περήφανο παιδί που αρνιόσουνα την εκκλησία της Κυριακής
που έφτιαχνες χαρταετούς και πλοία με τα τετράδια της αριθμητικής
θυμάσαι τον γέρο καπετάνιο
που ξέχασε το λιμάνι κοιτάζοντας τα αστέρια
για να κερδίσει την νιότη τραγουδώντας τη θάλασσα;

Έτσι την ώρα που μας άφηνε
το τελευταίο χαμόγελο της νύχτας
και δεν είχαμε άλλο πλοίο να μπαρκάρουμε
κι ήταν οι προκυμαίες χωρίς φανάρια κι επιβάτες
απαντήσαμε τον ίσκιο μας ώ παιδί της θάλασσας
απαντήσαμε σένα μ’ ένα φεγγάρι ανοιξιάτικο στα χέρια
να βηματίζεις μονάχο στ’ ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια
όπου ρεμβάζουν γαλήνια τα καβούρια και οι φώκιες.

Μάτια χορτασμένα με ζωγραφιές υδάτινες
που πεινούν ακόμη το νερό
παρελάσεις άστρων στη μνήμη κοιμισμένων γλάρων
έφοδος ξαφνική των δελφινιών, πανικός των υδρόβιων
και πάνω στους ραγισμένους καθρέφτες του νερού
η κυκλική απόδραση του γαλαξία.

Η σιγή φεύγει πάλι τρομαγμένη
μακριά στην κοιμισμένη παραλία
- λευκή κόρη των πνιγμένων καπετάνιων
που ζει στα ερείπια του πανάρχαιου μώλου
και κάθε νύχτα που γεμίζει το φεγγάρι
την κυνηγούν οι μεθυσμένοι ναύτες.

Κύριε τ' ουρανού της γης και της θάλασσας
ως πότε θ’ αγρυπνούμε
ως πότε θα διψάμε
ως πότε δεν θα πεθαίνουμε;

Η Συλλογή «Το Εμβατήριο του ωκεανού» γράφτηκε από τον Γιάννη Ρίτσο στα 1939 – 1940.  Ο τίτλος («Το Εμβατήριο του ωκεανού») σχετίζεται άμεσα με την μουσική, όπως άλλωστε και κάποιοι άλλοι τίτλοι έργων του Ρίτσου αυτής της περιόδου («Το τραγούδι της αδελφής μου» - 1937, «Εαρινή συμφωνία» - 1938, «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» - 1943). Αυτή η άμεση σχέση της Σύνθεσης με τη μουσική φανερώνεται μέσα από πολλούς στίχους: Κηδέψαμε προχτές το πρώτο χελιδόνι με τα θλιμμένα φ λ ά ο υ τ α των λουλουδιών …και τ ρ α γ ο υ δ ά μ ε τη θάλασσα κοιτώντας το ασημένιο σύννεφο πλάι στ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι. Ακούσαμε το τ ρ α γ ο ύ δ ι της θάλασσας και δε μπορούμε πια να κοιμηθούμε. Όπως δηλώνεται από τον τίτλο, κύριο θέμα της Συλλογής είναι η θάλασσα… Η απόφαση για ένα ταξίδι μακρινό, η φυγή από τη στυγνή πραγματικότητα, η επιστροφή στην αγνότητα των παιδικών χρόνων αποτελούν θέματα που ήταν συνηθισμένα στην εποχή του μεσοπολέμου. Αναμφισβήτητα, στο «Εμβατήριο του ωκεανού» το όνειρο… του μεγάλου ταξιδιού τρέφεται με μνήμες από τον βράχο της Μονεμβασιάς, γενέτειρας του Γιάννη Ρίτσου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: