Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

ΝΑ ΦΟΡΕΣΕΙ ΤΗ ΜΑΣΚΑ ΤΟΥ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΦΟΒΟΣ ΠΟΥ ΦΤΑΝΕΙ ΨΗΛΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ:

Πουλιά μαύρες σαΐτες της δύσκολης πίκρας, δεν είναι εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος, ξέρετε τις σπηλιές του, το δάσος, τους βράχους του; Έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του, κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του. Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δένδρα, κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του, τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του, το στόμα της γριάς με τα σάπια δόντια του, τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους, την αστραπή, τον  κεραυνό, τη βροχή του, τη μακριά ηδονή το γαλαξία του [Ο ΟΥΡΑΝΟΣ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΙΑΣ 1948 – ART by Buchholz Home]


 [Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Εκεί δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

Ο ΒΥΘΟΣ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μες το φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ’ τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι



ΤΑ ΧΩΡΙΣΜΕΝΑ (στον Ανδρέα Εμπειρίκο)
Το ποτάμι το όνειρο τα σπιρούνια κι ο φόβος
σκορπίστηκαν σ’ αυτό το λιβάδι
κι η ωραία γυναίκα με τη βέργα του πάθους
τυραννάει τα μάτια της τυραννάει την ψυχή της
να γυρίσει το άλογο στη φωνή της φοράδας
τα σπιρούνια να βρούνε τα πόδια
να φορέσει τη μάσκα του ο μεγάλος ο φόβος
το ποτάμι ν’ αφήσει σ’ άλλο ρέμα το αίμα του
και τα’ όνειρο να γεμίσει μ’ άλλο φως την καρδιά της
την καρδιά τη δική της και των άλλων ανθρώπων

Κι ο γενναίος θεός ο σκληρός εραστής της
που γυρίζει τα βράδια με μεγάλα καράβια
να ριχθεί στα σοκάκια μ’ ένα άσπρο μαντίλι
μες τη νύχτα με τα δένδρα και τα άστρα
να τη βρει σ’ ένα δρόμο να τη βρει σ’ ένα σπίτι
με γνωστούς μάνες – γριές κι αδύναμα αγόρια
να τη βρει στην πληγή στο σημάδι του πάθους
όταν μόνη σηκώνει τη βέργα
για να σμίξουν και πάλι μαζί στο λιβάδι
το ποτάμι το όνειρο τα σπιρούνια κι ο φόβος

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Αυτό τον άνθρωπο κανείς δεν τον εσκότωσε
δεν ήταν φύλακας του λιμανιού
δεν ήτανε πολεμιστής στη μάχη
μέσα σε τραίνα έφερνε θηρία σιδερόφρακτα
κι απάνω στα ψηλά βουνά φώλιαζεν η καρδιά του
κάποτε το αίμα του θα μιλήσει
και τότε μαύρα σκοτεινά πουλιά θα πνίξουνε τα σύννεφα
γεμάτοι μαύροι αγέρηδες θα ζώσουνε τον κάμπο
θα τραγουδήσουν οι αχλαδιές την ιστορία του
μέσα στο σπίτι της φωτιάς με τ’ άγρια θεριά
τα φλυτζάνια του θανάτου πάνω στα τραπέζια
κουρτίνες δίχως ήλιο λυχνάρι και κρύα λόγια
λυχνάρι και κρύα φιλιά δίχως αγάπη
με τα αισχρά κορίτσια της σιωπής
που κάθε βράδυ κλείναν τα παράθυρα
που κάθε βράδυ σταύρωναν τον Ύπνο
που κάθε βράδυ σκίζαν τρώγαν τα φουστάνια τους
πέφταν ανάσκελα και φτύναν τα όνειρά τους.


ΟΡΥΧΕΙΟ
Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μια στοά νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεκτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παλιώσει

Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι  κι έχω κρύψει τα πιρούνια και τα μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σαν στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα

Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα

Να με θυμάσαι

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ (στον Οδυσσέα Ελύτη)
Δεν δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει
μεσ’ στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς

Ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
με τια γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας
ελάτε βγείτε με το φεγγάρι στην καρδιά
σα θα σηκώσω την ταφόπετρά μου

Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά
ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
ελάτε βγείτε σφαγμένα περιστέρια μου

Ο ΔΥΝΑΤΟΣ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Καθρέφτης κρεβάτι γιασεμί

στάχτες τσιγάρων δάκρυα
κόκκινο από χείλια στα σεντόνια
η ηρωίδα απελπισμένη μέχρι θανάτου
καθρέφτης κρεβάτι

ένας άνδρας δίχως πόδια
σε μια καρέκλα με ρόδες
με ρόδινες ανταύγειες ο ήλιος
στον τοίχο
στο πάτωμα φρίκη ένα φιλί

Καθρέφτης

ο δυνατός άνδρας είναι στο ταβάνι
γυμνάζει τα όνειρά του
με πάθος
κατεβαίνει κλείνει το παράθυρο
σκοτεινιάζει

Κραυγή

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]

Δεν υπάρχουν σχόλια: