Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, ΟΧΙ ΑΙΣΘΑΝΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΟΧΙ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΙ, ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΠΛΩΣ (μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

Ένα χώρο να σταθούμε ζητήσαμε, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία. Ένα αναγκαίο υστέρημα εις όλους περιττόν (κι η ευαισθησία σε τέτοιες στιγμές τι χρησιμεύει;) Όπως λ.χ. ο Γιώργος Τάδε φίλος λυρικός ποιητής ποζάρει επιμελώς και πείσμων στα πάνω ράφια των επαρχιακών βιβλιοπωλείων όπως στο θερινό κινηματογράφο που δεν πειράζεται από τη νόηση των φιλησύχων ημερομισθίων της συνοικίας. Είμαστε συνεπώς πολύ ικανοποιημένοι πιστεύοντας –οψίμως- ασυζητητί σε σοφότατα προγονικά αποφθέγματα: να πούμε το «ουκ εν τω πολλω το ευ» ή «μηδέν άγαν» και τα παρόμοια. Ενδεδυμένοι ευπρεπώς με καινουργή ενδύματα και γραβάτες ημίμαυρες παρελθούσης νεότητος. Διηγούμαστε, εν κύκλω στενώ πως τη ζωή μας τυράννησε ένας άγονος έρωτας –πριν τόσα ή τόσα χρόνια- μια απασχόληση κι αυτό, να μην το έχεις ακόμα ξεχάσει. Σε μια δεδομένη ηλικία δεν αρνιούμαστε πως γράψαμε και στίχους –ω νεότης, μ’ ένα χαμόγελο συγκαταβατικό ή διαβάσαμε την «Άννα Καρένινα» σε μετάφραση αγνώστου κι άλλες μηδαμινότατες κοινοτοπίες. Επιτέλους έναν χώρο απλούστατο, έστω 1χ2, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία… άνθρωποι χωρις καμιά ιδιαίτερη ιδεολογία, όχι αισθαντικότητα, όχι απογοητευμένοι, άνθρωποι απλώς!..  [ΑΝΘΡΩΠΟΙ από τις ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ 1949 του Μανόλη Αναγνωστάκη – ART by Angeli and dariusz klimczak]

Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς!]

ΤΟΠΙΟ
Ερειπωμένοι τοίχοι. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δεν θ’ αλλάξει δω μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς επιστροφή
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν Άνοιξη.



Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16
Το πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φευγε μια μέρα από κοντά μας
Απρόσιτος, έστω, χειρονομούσε με κινήσεις ανέλπιδες
Ίσως αξιαγάπητος, ίσως –ή μάλλον – συμπαθητικός
Μέσα σ’ εναντιότητες, σ’ αβλεψίες, μ’ αξιοπρέπεια
Με μια χλαμύδα οδύνης ανιστόρητης
Καλλιεργώντας με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα
Σε σχήμα καρδιάς ή ξεθωριασμένων αναμνήσεων.
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φευγε μια μέρα από κοντά μας
Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε επιτυχία
Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο –ολέθριος επίλογος-
Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής.

ΕΠΙΓΝΩΣΗ
Όλα αυτά σου θυμίζανε τόσο έντονα ναυαγισμένες επικλήσεις
Ερειπωμένες επιθυμίες, όνειρα, χέρια ετοιμοθάνατα
(κάτω από κάθε υπόθεση ασφάλεια σχετική).
Πρέπει, λοιπόν, να συμπληρώσεις κάθε εικόνα σύμφωνα με τη θέλησή σου
Εδώ κάτι θ’ αλλάξει, να πούμε η παρουσία ενός τρίτου
Δημιουργώντας μια ποίηση πάνω από κάθε καταστροφή
Χωρίς να λησμονούμε κάποτε εντελώς τον προορισμό μας.
Αν τώρα πάλι από παντού καμιά ανταπόκριση
Κάτι απροσδόκητα ζημίωσε, κάτι που δεν το καταλάβαμε καλά.

ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε… 1949
Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)


[Όπως δηλώνεται στον τίτλο, ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…, με το ποίημα αυτό, (γραμμένο το 1949 στη φυλακή του Γεντί Κουλέ –Επταπύργιο-, όπου είχε οδηγηθεί ο ποιητής  κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ζώντας την εφιαλτική εμπειρία του μελλοθάνατου), απευθύνεται στον Νίκο Εγγονόπουλο και δίνει μια δική του διάσταση για το ρόλο της Ποίησης σε δίσεκτους καιρούς με τον ακροτελεύτιο επιγραμματικό στίχο: «Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;». Είχε προηγηθεί η ΠΟΙΗΣΗ 1948, το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου, όπου η ποιητική δήλωση του Εγγονόπουλου, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για αισιόδοξη πρόβλεψη στο ίδιο θέμα: «τούτη η εποχή του εμφύλιου σπαραγμού δεν είναι εποχή για ποίηση κι άλλα παρόμοια: σαν πάει κάτι να γραφεί είναι ως αν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου…»   

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

ΧΑΜΟΓΕΛΑΣ ΒΑΘΙΑ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ ΚΙ ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΖΩΗΣ ΜΕ ΘΑΜΠΩΝΕΙ:

Ακόμα κι αν τα’ αρνηθώ εκατό φορές, η ραχοκοκαλιά της ζωής μου ακουμπάει στον τόπο μου και σε κάθε έρωτα ήλιο, αμετάκλητα όπως τούτη η ώρα όταν όλα με γράφουν, όπως τούτο το αγαπημένο πλάσμα που μ’ αρπάζει απ’ τη νύχτα… χώμα νησιού άγονο και σβολιασμένο, συντρίμμια αρχαίων αγγείων μαζεμένα στην επιφάνεια του χωραφιού… τσαμπιά από μικρά άσπρα σαλιγκάρια κολλημένα στα στεγνά κοτσάνια των ασφοδέλων είναι αυτή μία άλλη μορφή αθανάτων… τα ξυρισμένα κεφάλια των παιδιών του χωριού ξεπερνάνε τη ράχη ενός λόφου κατεβαίνουμε απ’ το μονοπάτι εκείνα κουτρουβαλάνε πίσω μας απ’ τη μια μεριά στην άλλη του τοπίου, ξαναπροβάλλουνε για να μας πετάξουν γελαστά χωρατά ή μικρά λιθάρια έπειτα στη μέση του νησιού αυτά τα σύννεφα των γλάρων φτερουγίζουνε πίσω απ’ το χωρικό και τ’ αλέτρι του τ’ ανακατεμένο χώμα την άνοιξη προσφέρει τόσο έντονα απολαυστικά [επιλογές από την ποιητική συλλογή της Μάτση Χατζηλαζάρου ΕΚΕΙ-ΠΕΡΑ ΕΔΩ ART by Angeli and Ben Goosens]



ΤΟΠΙΑ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
Εσύ που το μάτι σου είναι χείλι
κομπολόι οι ροδοδάφνες φωτισμένες από τα ερευνητικά αυτοκίνητα όλη νύχτα τις μετράνε μία μία το άλλο κομπολόι απλώνεται νωθρά κοίτα τα γριγριά που η θάλασσα του Φαλήρου λικνίζει
αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια της λεύκας
μακριά έξω στον όρμο τα πολεμικά φωταγωγημένα με λαμπτήρες ως τα πι ψηλά κατάρτια διαγράφουν μια τρελή γεωμετρία
τα χάδια σου μυρίζουνε γαρίφαλο
λόγχη της πιο περήφανης αγαύης πάνω σ’ ένα ξερό λόφο της Αττικής
ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου
φωνές των κυμάτων μες στη σπηλιά όπου σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα βράχο αγαλλίαση η δροσερή παλάμη στήριγμα της πλάτης μου
πόσο κάθετος είσαι
τη νύχτα ένας φάρος μακρινός σάρωνε και ξανασάρωνε το κρεβάτι μας από τότε ανοίγω την αγκαλιά μου στο βλέμμα των φάρων
μ’ έχεις γοργόνα ακρόπλωρη
πέρα απ’ τα γαλάζια λαγκάδια είναι το βουνό ανάμεσα οι βελόνες των πεύκων μας σκιάζουν με κρόσσια κατά την πνοή της αύρας
χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου

Στο Παρίσι
φύλλα κισσού τρυφερά βλαστάρια
φώτα πάνω σε σκούρο πράσινο χαλί
σπαρμένο μ’ έξι δάχτυλα ζαρωμένα
που πέσανε απ’ την κοκκινισμένη καστανιά
πέρα στον τόπο μου
φωνές υπόκωφες απορημένες
ναι να δρέψουμε τις μικροσκοπικές χελώνες
που διαβαίνουν μες στο μαλακό καυκί τους
αιφνίδια αποκάλυψη ζωής με θαμπώνει

Ακόμα κι αν τα’ αρνηθώ εκατό φορές
η ραχοκοκαλιά της ζωής μου ακουμπάει στον τόπο μου
και σε κάθε έρωτα ήλιο
αμετάκλητα
όπως τούτη η ώρα όταν όλα με γράφουν
όπως τούτο το αγαπημένο πλάσμα
που μ’ αρπάζει απ’ τη νύχτα

χώμα νησιού άγονο και σβολιασμένο
συντρίμμια αρχαίων αγγείων
μαζεμένα στην επιφάνεια του χωραφιού

τσαμπιά από μικρά άσπρα σαλιγκάρια
κολλημένα στα στεγνά κοτσάνια των ασφοδέλων
είναι αυτή μία άλλη μορφή αθανάτων

τα ξυρισμένα κεφάλια των παιδιών του χωριού
ξεπερνάνε τη ράχη ενός λόφου
κατεβαίνουμε απ’ το μονοπάτι
εκείνα κουτρουβαλάνε πίσω μας
απ’ τη μια μεριά στην άλλη του τοπίου
ξαναπροβάλλουνε για να μας πετάξουν
γελαστά χωρατά ή μικρά λιθάρια
έπειτα στη μέση του νησιού
αυτά τα σύννεφα των γλάρων φτερουγίζουνε
πίσω απ’ το χωρικό και τ’ αλέτρι του
τ’ ανακατεμένο χώμα την άνοιξη προσφέρει
τόσο έντονα απολαυστικά

Ναοί στάδια κρανία διαφανή
σαρκαστικοί μάρτυρες του διάβα μας
μες στον ήλιο πνοές μυρουδιάς
να μπεις στη σκιά είναι κάθαρση
βουητό της σφήκας
πετάει και ψάχνει τα χείλια σου
πάντα με κάποια διακοπή
και ξεκίνημα τριγμού τζιτζικιών
ν’ αγγίξουμε τα τρυφερά βλαστάρια της κληματαριάς
πιο μακριά
το βουνό ξαπλωμένος ελέφαντας
εδώ ο εχθρός ή ο πόλεμος κορόιδευαν
τα πτώματα που πέρασαν απ’ το απόσπασμα
και απ’ το λιμό

Σκαρφάλωμα κατηφόρα σκαρφάλωμα κι αφού
διαβείς την τελευταία πτυχή της γης
η παρουσία του ναού
που το τοπίο στις Βάσσες σηκώνει
ψηλά στα χέρια και συν να του δοθείς

το χώνεμα αυτό ανθρώπου και φύσης
δεν είναι διόλου πιο συνταρακτικό
απ’ τη βλάστηση του πλάτανου
ακόμα κι αν η δημιουργία είναι τυχερή σύνθεση
από μόρια πολύ-συναρμολογημένα
α να μπορούσα ν’ ανατρέψω λίγο το συνηθισμένο
ν’ ανακαλύψω μονάχα πώς να κάνω εγώ
μία αληθινή ανθισμένη περικοκλάδα
να φκιάσω χίλια μάτια πάντα διαφορετικά
να εφεύρω ένα βράχο με κατσίκια όλο σκιρτήματα
να ανεβάσω στον ορίζοντα έναν τεράστιο ήλιο
λουλακί σε σχήμα χεριού

Στις οχτώ ο ήλιος φουσκώνει σα γάλος
μες στη θάλασσα είναι μεγάλο ματωμένο λαχούρι
εγώ ονειρεύομαι ακόμα προσηλωμένη
στη μικρή σελήνη της ημέρας
αυτή η τόσο ωχρή η δίχως λάμψη
μετά το τελευταίο πληθωρικό ξέσπασμα του ήλιου ακούω
μια γνήσια ελληνική μουσική που να σκίζει την καρδιά
που κρατάει το αίσθημα επί τόπου
έτσι απόλυτα αιωρούμενο σαν κολιμπρί
τέλος κάτι που μοιάζει με έρωτα
ή το να προσπαθείς να γράψεις

Ο άνεμος βάζει τις φωνές
ξυπνάει τα βότσαλα
είναι φορτωμένος με απειροελάχιστα μόρια φυκιών
με σκόνες αρμυρές
με ήχους παφλασμού και
αλαφριά αγγίζει ζώα τριχωτά ή φττερωτά
τρυπωμένα κάτω από πυκνά φυλλώματα
στο νησί μέσα στη νύχτα
τέτοιο ταξίδι του ακρογιαλιού είναι σπάνιο

Διαγράφουν περισσότερο από ένα σύμπλεγμα
φανερώνουν ακόμα περισσότερα χρώματα
κι από συμπλέγματα ανάλογα με τη λάμψη
των φτερών τους τόσο λεπτά
όσο και τα χόρτα τσίνορα πλάι στο ρυάκι
ζευγαρώνουν η μια σχηματίζοντας έλικα
κι η άλλη αγκίστρι
οι λιμπελούλες ή ντεμουαζέλες
αρσενικές και θηλυκές

Ναυτίλος μεγαλόπρεπος πάνω στο τραπέζι μου
κοχύλι άσπρο και πυρρό
παλιό κέλυφος ζώου με φροντίδα
αν και το περίβλημα είναι πάντα έρμα
εγώ όταν φύγω στο θάνατο
το κάλυμμα που θα ’χω εκκρίνει
δε θα ’ναι παρά λόγια λογιών

 [επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.] 

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΑΝΑ ΤΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Την άνοιξη είδα μες τα κρύσταλλα γυμνό το σώμα σου. Τριγύρα ήταν πυράκανθοι κι ανήσυχα κλαδιά ο άνεμος τ’ ανέμιζε δειλά. Δεν ήταν νύχτα μήτε μέρα είδα το σώμα σου γυμνό. Πρόσωπα από χαλκό με κόκκινο αντιφέγγισμα γυρίζανε κι εχάνονταν. Και σ’ άγγιξα και μ’ άγγιξες κι άναψαν όλα τα νερά μ’ αίγλη απαράμιλλη τριαντάφυλλο άσπρο δροσερό βαθύ… Δεν είχα δει ποτέ τέτοια άνοιξη πριν χίλια χρόνια χωρίς ήχο και νερό, πελώρια δάση από άνεμο σιωπή και λησμονιά. Κι ήσουνα φως αίμα και χιόνι σάρκινο φυτό γεμάτη από τη νύχτα την καθρέφτινη, διαποτισμένη από την έκταση τούτης της νύχτας κι εκράταγες ανασηκωμένα τα γυμνά μαλλιά με τα θερμά σου χέρια που άστραφταν λευκά διαδήματα μες τα μαλλιά και δεν μπορούσα να σ’ αγγίξω πια μονάχα σ’ ένιωθα μεσ’ απ’ την αρχιτεκτονική του μαύρου μου ύπνου, γιατί ήσουν φως κι εγώ δεν είχα δύναμη γιατί ήμουν ίσκιος, όταν το φως πέφτει λοξά και δίπλα χύνεται ίσκιος πάνω στη χώρα της σιωπής… (αποσπάσματα από το πρώτο ΑΣΜΑ του Τάκη Σινόπουλου, από τη συλλογή του  ΑΣΜΑΤΑ Ι-XI 1953 με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Ιστολογίου κι άλλα ΑΣΜΑΤΑ – ART by Olbinski Rafal )




ΑΣΜΑ ΙΙ Ερωτικό
Και τότε μπήκαμε κάτω από των βασιλιάδων το βλέμμα.

Κόκκινα φορέματα από μέσα μπλε θαμπό μετάξι
πράσινα και ρόδινα στα δάχτυλα διαμαντικά
τόσα στολίδια πώς να κρύψουν τη φθορά
κι εκείνες τις ουλές.
Ωστόσο ακούγαμε
θορύβους άνοιξη και φθινόπωρο. Έρχονταν
κλειστές πυργωμένες ημέρες αποφασισμένη πια η σιωπή.
Τα σώματά μας όπου αγγιζαμε πονούσανε.
Πώς να βοηθήσει η έπαρση που η σάρκα ερεθιζότανε με τη φωτιά;
Ακολουθούσε η μεταμέλεια
η μεταμέλεια δίχως την πράξη που γεννάει τη μεταμέλεια
η μεταμέλεια ένα λεπίδι κοφτερό
η μεταμέλεια ένα στεγνό λαρύγγι
και μη φωνάζεις πια σκοτείνιασαν οι θάλαμοι
τόσο κακά τα πράξαμε χωρίς καμιά συγνώμη.

Όμως εσύ Λεονώρα σάρκα και αίμα και βαθιά
αφορμή κανένα πλάσμα τόσο αστραφτερό σαν τη Λεονώρα.
Μια μέρα στο Σούνιο ήτανε πολύ άσπρη μέρα
κι ο ήλιος ανήσυχος εκεί
γελώντας παίζαμε ζάρια με τη Λεονώρα
κι έλεγα Λεονώρα α σ’ αγγίξω και θα χάσεις.
Την άγγιξα κι εκέρδισε η Λεονώρα συλλογίζομαι
τη φρόνηση την έχουμε νωρίς ή αργά
κι ύστερα ιδού
τα βούκινα ακουστήκανε ψηλά στο διάστημα
γυρίσαμε κι εκείνοι
κατέβαιναν αργά από τ’ αυτοκίνητα άστραφτε
στα μάτια ο πυρετός διψούσανε
γύρευαν ίσκιους ή νερό
τυφλοί από μια σκόνη εφιαλτική κι εφύσαγε
ξακολουθούσε η άσπρη μέρα δεν είχε τελειωμό.

Αντήχησαν τα βούκινα απ’ τα γυμνά βουνά απάνω στον αιθέρα
εκεί που ακούμπαγε βασανισμένος ο ήλιος
κι εκεί η σιγή σα διάβαση νεκρών μα εγώ
ακόμα νέος ακόμα νέος και λαμπερός
βλέμμα γοργό καινούργια φλόγα που γεννιέται
εγώ σε πλήρη διαδοχή δοκίμασα μια μέρα άσπρη πολύ
πείνα και δίψα φόβο και λησμονιά
κι αισθήσεις άλλες
σα να γυρίζεις άξαφνα απ’ την έρημο χωρίς αποσκευές
με την ψυχή στα δόντια φώναξα
Λεονώρα κι είπα μην ξεχάσεις
τα κόκκινα μαλλιά της ανασήκωνε
τα κόκκινα μαλλιά καθώς χυνότανε πάνω από τη φωτιά
τα χείλη ρόδιζαν με τ’ αντιφέγγισμα της φλόγας πρόδινε
καινούργιο μήνυμα τούτο τ’ ανύποπτο χαμόγελο
μετά τη γνώση.
Μετά τη γνώση η πληρωμή της γνώσης =
πώς ν’ απλώσω τα ρυτιδωμένα χέρια πώς να σκεπάσω
εκείνα τα έργα που ’πραξα κι εκείνα
που συλλογίστηκα να πράξω; η μεταμέλεια μ’ ακολούθησε
και μου ’φερε σε πλήρη διαδοχή
πείνα και δίψα λησμονιά και φόβο
κι αισθήσεις άλλες
σα να περνάς απ’ το στενό λαγκάδι και να σου φωνάζουν φώναξα
με την ψυχή στα δόντια.
Κοίτα
το σώμα της καπνός διαλύεται χάνεται μεσ’ απ’ τα φύλλα
ήχος από φύλλα απάνω από τα βράχια τα γυμνά
το ίδιο γυμνή και αποκαλυπτική καθώς όταν μιλούσε
το σώμα κρύβοντας στο μέρος που άναβε η φωτιά.
Κοίταξε το σχηματισμό του σώματος της είπα.
Απ’ τη στιγμή που χάνεται διάφανη στον αγέρα
είναι η Λεονώρα μόνο Αυτή
άνθη μηλιάς απάνω από το πέλαγο καθώς σαλεύουν
μ’ άνεμο του πρωιού.
Κοίτα τον άνεμο και μην αφήσεις
να γίνουν όλα τούτα σάπια πέφτοντας
αργά στο μαύρο χώμα.

Οι άλλοι όπως τους γνώρισα ήτανε σε κύκλους χωριστούς
κάπου ψηλότερα στα βράχια ή χαμηλά στους άμμους
κι κάθε κύκλος γραμμένος δυνατά φυλάκιζε
σε σχήμα σταθερό κίνηση κι αλλαγή δε μαντευόταν.
Όμως υπήρχε κίνηση κι εγύριζαν εκεί
κι άλλαζαν λόγια –δε θυμάμαι πια
μα τα ’νιωθα να παίζουν μέσα μου με την πρώτη σημασία
που δίνουμε στα πράγματα όταν μας κομματιάζουν.
Ξανάρχομαι λοιπόν
γιατί θαρρώ πως άρχισαν να σαπίζουν οι καρποί
με τέτοιο ανάποδο καιρό κι αναδαυλίζω
την αρχική φωτιά μονάχος.
Η Λεονώρα
συναρμολογημένη με περίσκεψη κι όμως σπαταλημένη
σ’ ό,τι χρειαζότανε να ξοδευτεί
τίποτ’ ανακούφιση μονάχα βάρος.
σε τόσα βάρη.
Ιδού τα κάρβουνα μου ακόμα κόκκινα
δυναμώνουν τη φωτιά και με ξαναγεννάνε.
Και τα χαρτιά που σώριασα καιρό δε με βοηθάνε πια
να κρατηθώ μόνο που λέω το μακαρίτη λόγο:
Την δε γενεάν αυτού τις θέλει διηγηθη;
Ώρα απιέναι.

Κι αναχωρώ!..

Άσμα ΙΙΙ
Είναι καιρός πολύς.
Οι κάμποι μου χλωροί κάτω απ’ τον ήλιο τα χωράφια μου
χλωρά ρίζες αχόρταγες μες στην ακίνητη γαλήνη.
Όμως οι νύχτες μου ένα μαύρο αυλάκι πυρετού κι οι μέρες μου
πυρακτωμένες πέτρες πέφτοντας η μια πίσω απ΄ την άλλη.
                                                                                  Κι ήρθε
με τις πορφυρές του και με τη δύναμή του όλος αστράφτοντας
ο Μέγας μου Αδερφός και μου ’δειξε
με φωτισμένο δάχτυλο το μέρος της σποράς:
Ιδού το χόρτο θαλερό κι η χώρα σου βυζαίνοντας βαθύν αγέρα
μετά τις εύκρατες βροχές όταν θεριέψουν τα κλαδιά
και οι γαίες σου βάρυπνες δείξουν τη γονιμότητα
η σάρκα τότε θα σκορπίσει και θα ξεραθεί το κόκαλο
το χόρτο σου δε θα προλάβει για το θερισμό των Βασιλιάδων είπε.
Ιδού η φωτιά θα ορμήσει.
Καιρό κοιμήθηκα σε καυτερές βροχές ακούγοντας
τον ήχο του νερού όταν επιστρέφει απ' την βροχή.
Κοίταξα το πλατύ φεγγάρι πάνω από το χαμηλό φθινόπωρο. Άνεμοι
τινάζοντας μ’ ορμή τα πρώτα σπέρματα χτυπούσανε
τη γη σαλεύοντας ένα χειμώνα απέραντο. Κι υπόφερα
κι ο Μέγας μου Αδερφός παραμερίζοντας τη θλίψη μου ήρεμα
χωρίς κανένα στίγμα στο βαθύ του στοχασμό:
Δε θα ’ρθει η βλάστηση είπε. Εδώ η φωτιά θα ορμήσει.
Τώρα αναπαύεται αινιγματικός δείχνοντας έτσι
πιο δυνατή την ανεξήγητη αίγλη της οργής του.
Τα γόνατά του διπλωμένα πίσω από τις καθαρές
παλάμες στάζουν ησυχία και φως. Κι εγώ είμαι εδώ
στο ύψος του πόνου μου. Κι ο λαός μου κάτω
πληθαίνοντας στις αγορές πουλώντας ή αγοράζοντας
μολέβοντας με πλάνες το μυαλό.
                                                   Μ΄ αν ξάφνου
σ’ ώραν αμφίβολη στήσεις τα’ αυτί με προσοχή κι ακούσεις
έρημους γέροντες στην αγορά να προφητεύουνε
 
με συλλογή κοιτάζοντας τη μυρωμένη πόλη
σκέπασε το κορμί σου θα το κάψει η άνοιξη
και τη φωνή σου κρύψε θα την πνίξουν αναρίθμητες φωνές
μουρμούρισμα από ανάσες πυρωμένες
 
κάτω απ’ τον άνεμο χόρτο και ξερολίθαρο.
Διότι η γη μου πάσα θέλει ερημωθεί
και φως δεν θέλει υπάρξη επ’ αυτής
κι ο χόρτος θέλει ξηρανθή.
                                         Στου πόνου μου
το σκότος κάθισα. Δεν έχω πια κυρίαρχα χέρια.
Ο ήχος ακούστηκε μες από τις φυλλωσιές που ανάδευαν
ώρα πρωινή μονάχος ήχος λαμπερός σε κοιμισμένη ακοή.
                                                                             Ο ήχος δυνάμωνε
κι ερχότανε μ’ όλη την ασυνήθιστη ευωδιά της γέννας του
πάνω από την αιθέρια βλάστηση που συνεχώς ανέβαινε.
Κι ύστερα μ’ ανοιχτές αρπαγές η φωτιά γυρόφερνε
τη χώρα μου αφανίζοντας τάφους και κόκαλα
κι έρημες εκκλησίες κι ο κόσμος μου απανθρακωμένος κι ο ήλιος
με φλογισμένα νύχια ψάχνοντας βαθιά τη γη βαθιά
κι ο λαός μου κάτω αλλοπαρμένος ρώταγε μ’ επιμονή
δεχότανε τον πανικό σε φόβο γαντζωνότανε σε φήμες ακατάπαυστες
σμίγοντας εύκολα φήμες και πανικό. Κι ήμουν εκεί.
Γερόντιο εγώ με σάρκα χάρτινη γύρω από το μυαλό
την πράξη του Αδερφού πώς να ζυγιάσω;
Μονάχος τώρα συνδαυλίζοντας την αρχική ρίζα του πόνου μου
γεύομαι το πικρό νόημα του καθαρμού. Κρατήθηκα
καιρό-καιρό ήμουν Βασιλιάς. Δοκίμασα
χαρά κι αποστροφή. Δίπλωσα την οργή και το θυμό μου εσύναξα
στη θήκη του τη μεταμέλεια γεύτηκα
ψηλάφισα το καύκαλο του πιο φτωχού νεκρού
τις στάχτες ανασκάλεψα και το σβησμένο κάρβουνο
μέτρησα οφέλη και ζημιές χτύπησα και χτυπήθηκα.
Κι είπα να παραδώσω τα κλειδιά ξέρω από φυλακές
γιατί η δολοφονία σαν πυρετός κατάκαψε τα μάτια μου.
Ωστόσο εσείς παρακαλώ σηκώστε τα λυχνάρια και
διαβάστε τις γραφές όταν έρθει ο καιρός.
Τα έργα μου πάνε πια. Κι εγώ
με τόσην ένταση πεινώντας και διψώντας κι υποφέροντας
την ώρα τη φριχτή που τα όνειρα πέφτουν απάνω μου
και καίνε καίνε καίνε. Ω, άγραφη οδύνη λαέ μου κι αν ακόμα
πάνω στη γη μου ταπεινός πλανήθηκα
πυρ επιρρίψω εις πάντα τόπον και σιωπήν
κι η σιωπή δυναμώνοντας το έργο της φωτιάς
κι η σιωπή δυναμώνοντας το έργο της σιωπής
                                                            πυρ επιρρίψω. Ιδού
ο αιθέρας τώρα ανοίχτηκε ψηλά ένα φως ανθίζει.
Κανείς υπαινιγμός ακόμα. Όμως εσύ με χέρια οκνά
τα’ αστραφτερά μαλλιά ανασήκωνες γυρεύοντας τη γονιμότητα
με ανήσυχη βιασύνη. Υπαινιγμός κανείς.
Όχι στην επιφάνεια μα στην εσωτερική συναρμογή του σώματος.
Κοίταξε πόση καθαρότητα στο βάθος του νερού
γωνιές με φως εικόνες του νερού. Τοπία του αγέρα
διάφανα μόλις γράφονται πρώτη φορά στην όραση.
Κι η λέξη η πρώτη λέξη τρέμοντας από τη γέννα προχωρεί
σκαλί σκαλί στο λάρυγγα.
  Κοίταξε ακόμα
την πρώτη νύχτα και τον πρώτο αστερισμό
μια φλούδα φωτισμένη φλέβα δροσερή ψηλάφησε
με τα δειλά σου δάχτυλα τη βλάστηση του δέρματος
κι αυτό το σάρκινο κλαδί που τώρα ανθίζει.
                                                                  Εσύ ζώντας την αρχική
φρίκη της νέας Σποράς όταν οι προπατορικές
βροχές απάνω στους αγρούς του κόσμου σκοτεινιάζουν
δέξου τη γονιμότητα και δώσε τον καρπό
πριν σε κερδίσει η αθόρυβη έλευση και εν γη ακαθάρτω τελευτήσεις
βλαστάρι δώσε για τη θερινή συγκομιδή
πριν έρθει το βαθύ σου μήνυμα και εν γη
 
και πάλιν απελεύσει.
 
 

Άσμα IV
Παρακαλώ να θυμηθείτε τον πορτιέρη κι όσους
αφάνισε η παντοτινή φωτιά.
Ανεβήκαμε
την ώρα του μεσημεριού μέσα στο πλήθος ψίθυροι
σβησμένα λόγια εικόνες γύριζαν εκεί. Ο ζωγράφος;
ναι κάπου θάφτηκε με λύπη κι ήσυχες φωνές.
Εκείνοι οι δυο στον όχτο αγκαλιασμένοι εσάπισαν.
Λησμόνησα τον έμπορα το μούτρο του μισό
καθώς τον χτύπαγε ξάφνου το φως άδειαζε με σημαντική
ζημιά ξέρεις μιλώ γι’ αυτόν που πάει με τ’ άσπρα
λαβώθηκε στις μάχες τού έξυσαν το κόκαλο πονάει ακόμα.
Νάρκισσε! φώναξε με δυνατή φωνή κοιτάζοντας ανάμεσα.
Μα εκεί δεν ήτανε κανείς κι εκείνος φώναζε
κι έμοιαζε να γυρεύει κάποιον που λεγόταν Νάρκισσος
κι απομακρύνονταν χωρίς ν’ ακούσει.
Ένα πουλί
στη λησμονιά μιας καταχνιάς απ’ το πρωί
τίου τιου μίρερε μίρερε σι
ήρεμα σα να πέτρωσε σιγά σιγά από τη σιωπή
δεν ήτανε σιωπή κάθε φθαρτό στον ήλιο
κέρδιζε ένα παράξενο αντιφέγγισμα παμπάλαιου χρυσαφιού.
Ναι ο Πάρνελ
κείνη την εποχή πάνω σ’ υγρές τούφες χορτάρι
μαύρο καθώς πηδούσαμε το λάκκο ο ένας πίσω από τον άλλο
πολλοί αναρίθμητοι σκορπώντας σιγανά χωρίς σκοπό
μέσ’ απ’ τους τάφους. Θα ξανάρθει ο Πάρνελ είπα
σίγουρα θα ξανάρθει όπως τ’ απόγευμα
που γύρισε απ’ τη Λάρισα κι εξάπλωσε στον καναπέ
δεξιά της λάμπας και μιλούσε νευριασμένος με τη Νόρα.
Η Νόρα εκεί κοντά στη Νόρα
η θεία της Νόρας η μαμά πιο εκεί με το σημάδι
πιο πέρα ο Πάρνελ η δική μου θέση αριστερά
κοντά στο Φίλιππο. Κι αλήθεια κέρδισα την άκρη ετούτη
μόχθησα πολύ. Κι αριστερότερα με τ’ άλογο ο μικρούλης
Ben.
Τίου τιου
ένα πουλί μπαλσαμωμένο κάπου μες στην καταχνιά.
Μα το νερό θα ξαναφέρει τάχα μια άνθιση στους κήπους;
Άνοιξη θέλω να πω. Το χώμα
πιο μαλακό ανατολικά στο μέρος του Οδυσσέα και πλήρωσα
με νόμισμα τον κηπουρό να το κρατήσει μαλακό
βγάζοντας τ’ αγριοχόρταρα.
Θυμήσου οι ψίθυροι ψηλά
κι η μνήμη των προγεγονότων πάντοτε γυρίζοντας
στις ήσυχες γωνιές. Με φως ή χωρίς φως
τα πρόσωπα που πάσχισα να γαληνέψω θα ’ρθουνε
ξανά και θα γυρέψουνε το δίκιο τους όταν συλλογιστούν.
Ο Πάρνελ θα ξανάρθει αλλά
τίου τιου
ένα πουλί χαμένο μες στην καταχνιά —
πού θα ’ναι τότε ο Πύργος της Σιωπής
ο
Ben κι η όμορφη Annabella;

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΟΥΣ ΜΑΥΡΟΥΣ ΒΡΑΧΟΥΣ ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΕ ΛΙΓΟ ΦΩΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΑΣ ΧΡΟΝΙΑ:

Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι και παραπάνω το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη και παραπάνω ακόμη πολλές φορές το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει. Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά, να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε. Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη. Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα και το παίξαμε στα ζάρια. Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε. Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.  [ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ από το ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ του Γιώργου Σεφέρη – ART by TSIBIKAKI through the seas]


 [Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι, μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου άπλωνε τις άσπρες φτερούγες πάνω στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δένδρων και τα σπίτια με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια]
-
ΙΓ- (Ύδρα)
Δελφίνια φλάμπουρα και κανονιές.
Το πέλαγο τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε,
σήκωνε τα πολύχρωμα κι αστραφτερά καράβια
λύγιζε, τα κλυδώνιζε κι όλο το μαβί μ’ άσπρα φτερά,
τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε
τώρα γεμάτο χρώματα στον ήλιο.



Άσπρα πανιά και φως και τα κουπιά τα υγρά
χτυπούσαν με ρυθμό τυμπάνου ένα ημερωμένο κύμα.

Θα ήταν ωραία τα μάτια σου να κοιτάζουν
θα ήταν λαμπρά τα χέρια σου ν’ απλώνονταν
θα ήταν σαν άλλοτε ζωηρά τα χείλια σου
μπρος σ’ ένα τέτοιο θάμα.
το γύρευες
τι γύρευες μπροστά στη στάχτη
ή μέσα στη βροχή στην καταχνιά στον άνεμο,
την ώρα ακόμα που χαλάρωναν τα φώτα
κι η πολιτεία βύθιζε κι από τις πλάκες
σου ’δειχνε την καρδιά του ο Ναζωραίος,
τι γύρευες; γιατί δεν έρχεσαι; τι γύρευς;

-ΙΔ-
Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως
χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως
με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων
που αγαπήσαμε

-ΙΕ (Quid πλατανών opacissimus?)-
Ο ύπνος σε τύλιξε, σαν ένα δένδρο, με πράσινα φύλλα,
ανάσαινες, σαν ένα δένδρο, μέσα στο ήσυχο φως,
μέσα στη διάφανη πηγή κοίταζα τη μορφή σου
κλεισμένα βλέφαρα και τα ματόκλαδα χάραζαν το νερό.
Τα δάχτυλά μου στο μαλακό χορτάρι, βρήκαν τα δάχτυλά σου
κράτησα το σφυγμό σου μια στιγμή
κι ένιωσα αλλού τον πόνο της καρδιάς σου.

Κάτω απ’ το πλατάνι, κοντά στο νερό, μέσα στις δάφνες
ο ύπνος σε μετακινούσε και σε κομμάτιαζε
γύρω μου, κοντά μου, χωρίς να μπορώ να σ’ αγγίξω ολόκληρη,
ενωμένη με τη σιωπή σου
βλέποντας τον ίσκιο σου να μεγαλώνει και να μικραίνει,
να χάνεται στους άλλους ίσκιους, μέσα στον άλλο
κόσμο που σ’ άφηνε και σε κρατούσε.

Τη ζωή που μας έδωσαν να ζήσουμε, τη ζήσαμε.
Λυπήσου εκείνους που περιμένουν με τόση υπομονή
χαμένοι μέσα στις μαύρες δάφνες κάτω απ’ τα βαριά πλατάνια
κι όσους μονάχοι τους μιλούν σε στέρνες και σε πηγάδια
και πνίγονται μέσα στους κύκλους της φωνής.
Λυπήσου το σύντροφο που μοιράστηκε τη στέρησή μας και τον ιδρώτα
και βύθισε μέσα στον ήλιο σαν κοράκι πέρα απ’ τα μάρμαρα,
χωρίς ελπίδα να χαρεί την αμοιβή μας.

Δώσε μας, έξω από τον ύπνο, τη γαλήνη.

-ΙΣΤ- Όνομα δ’ Ορέστης
Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,
πόσοι γύροι πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες
σειρές. Οι άνθρωποι που με κοιτάζουν,
που με κοίταζαν όταν πάνω στο άρμα
σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλλάλαξαν

Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ’ άλογα πότε θα αποστάσουν;
Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ’ ανάψει;
Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα
θα πατήσουν μ’ όλο το πλάτος πάνω στο χώμα
πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.
Ήταν ωραία τα  μάτια σου μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα
εγώ που μάχομαι εδώ πέρα, πόσοι γύροι;
και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα
πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,
τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,
κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τι να την κάνεις τη δύναμη, δεν μπορείς
να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις
τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα,
με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρόπο λυδικό,
τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν τρέχεις
όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται,
χωρίς συχώρεση.

-ΙΖ- (Αστυάναξ)
Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κατω από κείνο το πλατάνι,
μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες κι έλαμπα όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στη γούρνα με τα υγρά τους ρουθούνια.

Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδελφού μας ζωντανό στο χώμα
ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώρισαν την προσευχή τους.

Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δένδρα.

-ΙΗ-
Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του περασμένου φθινοπώρου.

-ΙΘ-
Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά

μας βαραίνουν
οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]