Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΑΝΑ ΤΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Την άνοιξη είδα μες τα κρύσταλλα γυμνό το σώμα σου. Τριγύρα ήταν πυράκανθοι κι ανήσυχα κλαδιά ο άνεμος τ’ ανέμιζε δειλά. Δεν ήταν νύχτα μήτε μέρα είδα το σώμα σου γυμνό. Πρόσωπα από χαλκό με κόκκινο αντιφέγγισμα γυρίζανε κι εχάνονταν. Και σ’ άγγιξα και μ’ άγγιξες κι άναψαν όλα τα νερά μ’ αίγλη απαράμιλλη τριαντάφυλλο άσπρο δροσερό βαθύ… Δεν είχα δει ποτέ τέτοια άνοιξη πριν χίλια χρόνια χωρίς ήχο και νερό, πελώρια δάση από άνεμο σιωπή και λησμονιά. Κι ήσουνα φως αίμα και χιόνι σάρκινο φυτό γεμάτη από τη νύχτα την καθρέφτινη, διαποτισμένη από την έκταση τούτης της νύχτας κι εκράταγες ανασηκωμένα τα γυμνά μαλλιά με τα θερμά σου χέρια που άστραφταν λευκά διαδήματα μες τα μαλλιά και δεν μπορούσα να σ’ αγγίξω πια μονάχα σ’ ένιωθα μεσ’ απ’ την αρχιτεκτονική του μαύρου μου ύπνου, γιατί ήσουν φως κι εγώ δεν είχα δύναμη γιατί ήμουν ίσκιος, όταν το φως πέφτει λοξά και δίπλα χύνεται ίσκιος πάνω στη χώρα της σιωπής… (αποσπάσματα από το πρώτο ΑΣΜΑ του Τάκη Σινόπουλου, από τη συλλογή του  ΑΣΜΑΤΑ Ι-XI 1953 με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Ιστολογίου κι άλλα ΑΣΜΑΤΑ – ART by Olbinski Rafal )




ΑΣΜΑ ΙΙ Ερωτικό
Και τότε μπήκαμε κάτω από των βασιλιάδων το βλέμμα.

Κόκκινα φορέματα από μέσα μπλε θαμπό μετάξι
πράσινα και ρόδινα στα δάχτυλα διαμαντικά
τόσα στολίδια πώς να κρύψουν τη φθορά
κι εκείνες τις ουλές.
Ωστόσο ακούγαμε
θορύβους άνοιξη και φθινόπωρο. Έρχονταν
κλειστές πυργωμένες ημέρες αποφασισμένη πια η σιωπή.
Τα σώματά μας όπου αγγιζαμε πονούσανε.
Πώς να βοηθήσει η έπαρση που η σάρκα ερεθιζότανε με τη φωτιά;
Ακολουθούσε η μεταμέλεια
η μεταμέλεια δίχως την πράξη που γεννάει τη μεταμέλεια
η μεταμέλεια ένα λεπίδι κοφτερό
η μεταμέλεια ένα στεγνό λαρύγγι
και μη φωνάζεις πια σκοτείνιασαν οι θάλαμοι
τόσο κακά τα πράξαμε χωρίς καμιά συγνώμη.

Όμως εσύ Λεονώρα σάρκα και αίμα και βαθιά
αφορμή κανένα πλάσμα τόσο αστραφτερό σαν τη Λεονώρα.
Μια μέρα στο Σούνιο ήτανε πολύ άσπρη μέρα
κι ο ήλιος ανήσυχος εκεί
γελώντας παίζαμε ζάρια με τη Λεονώρα
κι έλεγα Λεονώρα α σ’ αγγίξω και θα χάσεις.
Την άγγιξα κι εκέρδισε η Λεονώρα συλλογίζομαι
τη φρόνηση την έχουμε νωρίς ή αργά
κι ύστερα ιδού
τα βούκινα ακουστήκανε ψηλά στο διάστημα
γυρίσαμε κι εκείνοι
κατέβαιναν αργά από τ’ αυτοκίνητα άστραφτε
στα μάτια ο πυρετός διψούσανε
γύρευαν ίσκιους ή νερό
τυφλοί από μια σκόνη εφιαλτική κι εφύσαγε
ξακολουθούσε η άσπρη μέρα δεν είχε τελειωμό.

Αντήχησαν τα βούκινα απ’ τα γυμνά βουνά απάνω στον αιθέρα
εκεί που ακούμπαγε βασανισμένος ο ήλιος
κι εκεί η σιγή σα διάβαση νεκρών μα εγώ
ακόμα νέος ακόμα νέος και λαμπερός
βλέμμα γοργό καινούργια φλόγα που γεννιέται
εγώ σε πλήρη διαδοχή δοκίμασα μια μέρα άσπρη πολύ
πείνα και δίψα φόβο και λησμονιά
κι αισθήσεις άλλες
σα να γυρίζεις άξαφνα απ’ την έρημο χωρίς αποσκευές
με την ψυχή στα δόντια φώναξα
Λεονώρα κι είπα μην ξεχάσεις
τα κόκκινα μαλλιά της ανασήκωνε
τα κόκκινα μαλλιά καθώς χυνότανε πάνω από τη φωτιά
τα χείλη ρόδιζαν με τ’ αντιφέγγισμα της φλόγας πρόδινε
καινούργιο μήνυμα τούτο τ’ ανύποπτο χαμόγελο
μετά τη γνώση.
Μετά τη γνώση η πληρωμή της γνώσης =
πώς ν’ απλώσω τα ρυτιδωμένα χέρια πώς να σκεπάσω
εκείνα τα έργα που ’πραξα κι εκείνα
που συλλογίστηκα να πράξω; η μεταμέλεια μ’ ακολούθησε
και μου ’φερε σε πλήρη διαδοχή
πείνα και δίψα λησμονιά και φόβο
κι αισθήσεις άλλες
σα να περνάς απ’ το στενό λαγκάδι και να σου φωνάζουν φώναξα
με την ψυχή στα δόντια.
Κοίτα
το σώμα της καπνός διαλύεται χάνεται μεσ’ απ’ τα φύλλα
ήχος από φύλλα απάνω από τα βράχια τα γυμνά
το ίδιο γυμνή και αποκαλυπτική καθώς όταν μιλούσε
το σώμα κρύβοντας στο μέρος που άναβε η φωτιά.
Κοίταξε το σχηματισμό του σώματος της είπα.
Απ’ τη στιγμή που χάνεται διάφανη στον αγέρα
είναι η Λεονώρα μόνο Αυτή
άνθη μηλιάς απάνω από το πέλαγο καθώς σαλεύουν
μ’ άνεμο του πρωιού.
Κοίτα τον άνεμο και μην αφήσεις
να γίνουν όλα τούτα σάπια πέφτοντας
αργά στο μαύρο χώμα.

Οι άλλοι όπως τους γνώρισα ήτανε σε κύκλους χωριστούς
κάπου ψηλότερα στα βράχια ή χαμηλά στους άμμους
κι κάθε κύκλος γραμμένος δυνατά φυλάκιζε
σε σχήμα σταθερό κίνηση κι αλλαγή δε μαντευόταν.
Όμως υπήρχε κίνηση κι εγύριζαν εκεί
κι άλλαζαν λόγια –δε θυμάμαι πια
μα τα ’νιωθα να παίζουν μέσα μου με την πρώτη σημασία
που δίνουμε στα πράγματα όταν μας κομματιάζουν.
Ξανάρχομαι λοιπόν
γιατί θαρρώ πως άρχισαν να σαπίζουν οι καρποί
με τέτοιο ανάποδο καιρό κι αναδαυλίζω
την αρχική φωτιά μονάχος.
Η Λεονώρα
συναρμολογημένη με περίσκεψη κι όμως σπαταλημένη
σ’ ό,τι χρειαζότανε να ξοδευτεί
τίποτ’ ανακούφιση μονάχα βάρος.
σε τόσα βάρη.
Ιδού τα κάρβουνα μου ακόμα κόκκινα
δυναμώνουν τη φωτιά και με ξαναγεννάνε.
Και τα χαρτιά που σώριασα καιρό δε με βοηθάνε πια
να κρατηθώ μόνο που λέω το μακαρίτη λόγο:
Την δε γενεάν αυτού τις θέλει διηγηθη;
Ώρα απιέναι.

Κι αναχωρώ!..

Άσμα ΙΙΙ
Είναι καιρός πολύς.
Οι κάμποι μου χλωροί κάτω απ’ τον ήλιο τα χωράφια μου
χλωρά ρίζες αχόρταγες μες στην ακίνητη γαλήνη.
Όμως οι νύχτες μου ένα μαύρο αυλάκι πυρετού κι οι μέρες μου
πυρακτωμένες πέτρες πέφτοντας η μια πίσω απ΄ την άλλη.
                                                                                  Κι ήρθε
με τις πορφυρές του και με τη δύναμή του όλος αστράφτοντας
ο Μέγας μου Αδερφός και μου ’δειξε
με φωτισμένο δάχτυλο το μέρος της σποράς:
Ιδού το χόρτο θαλερό κι η χώρα σου βυζαίνοντας βαθύν αγέρα
μετά τις εύκρατες βροχές όταν θεριέψουν τα κλαδιά
και οι γαίες σου βάρυπνες δείξουν τη γονιμότητα
η σάρκα τότε θα σκορπίσει και θα ξεραθεί το κόκαλο
το χόρτο σου δε θα προλάβει για το θερισμό των Βασιλιάδων είπε.
Ιδού η φωτιά θα ορμήσει.
Καιρό κοιμήθηκα σε καυτερές βροχές ακούγοντας
τον ήχο του νερού όταν επιστρέφει απ' την βροχή.
Κοίταξα το πλατύ φεγγάρι πάνω από το χαμηλό φθινόπωρο. Άνεμοι
τινάζοντας μ’ ορμή τα πρώτα σπέρματα χτυπούσανε
τη γη σαλεύοντας ένα χειμώνα απέραντο. Κι υπόφερα
κι ο Μέγας μου Αδερφός παραμερίζοντας τη θλίψη μου ήρεμα
χωρίς κανένα στίγμα στο βαθύ του στοχασμό:
Δε θα ’ρθει η βλάστηση είπε. Εδώ η φωτιά θα ορμήσει.
Τώρα αναπαύεται αινιγματικός δείχνοντας έτσι
πιο δυνατή την ανεξήγητη αίγλη της οργής του.
Τα γόνατά του διπλωμένα πίσω από τις καθαρές
παλάμες στάζουν ησυχία και φως. Κι εγώ είμαι εδώ
στο ύψος του πόνου μου. Κι ο λαός μου κάτω
πληθαίνοντας στις αγορές πουλώντας ή αγοράζοντας
μολέβοντας με πλάνες το μυαλό.
                                                   Μ΄ αν ξάφνου
σ’ ώραν αμφίβολη στήσεις τα’ αυτί με προσοχή κι ακούσεις
έρημους γέροντες στην αγορά να προφητεύουνε
 
με συλλογή κοιτάζοντας τη μυρωμένη πόλη
σκέπασε το κορμί σου θα το κάψει η άνοιξη
και τη φωνή σου κρύψε θα την πνίξουν αναρίθμητες φωνές
μουρμούρισμα από ανάσες πυρωμένες
 
κάτω απ’ τον άνεμο χόρτο και ξερολίθαρο.
Διότι η γη μου πάσα θέλει ερημωθεί
και φως δεν θέλει υπάρξη επ’ αυτής
κι ο χόρτος θέλει ξηρανθή.
                                         Στου πόνου μου
το σκότος κάθισα. Δεν έχω πια κυρίαρχα χέρια.
Ο ήχος ακούστηκε μες από τις φυλλωσιές που ανάδευαν
ώρα πρωινή μονάχος ήχος λαμπερός σε κοιμισμένη ακοή.
                                                                             Ο ήχος δυνάμωνε
κι ερχότανε μ’ όλη την ασυνήθιστη ευωδιά της γέννας του
πάνω από την αιθέρια βλάστηση που συνεχώς ανέβαινε.
Κι ύστερα μ’ ανοιχτές αρπαγές η φωτιά γυρόφερνε
τη χώρα μου αφανίζοντας τάφους και κόκαλα
κι έρημες εκκλησίες κι ο κόσμος μου απανθρακωμένος κι ο ήλιος
με φλογισμένα νύχια ψάχνοντας βαθιά τη γη βαθιά
κι ο λαός μου κάτω αλλοπαρμένος ρώταγε μ’ επιμονή
δεχότανε τον πανικό σε φόβο γαντζωνότανε σε φήμες ακατάπαυστες
σμίγοντας εύκολα φήμες και πανικό. Κι ήμουν εκεί.
Γερόντιο εγώ με σάρκα χάρτινη γύρω από το μυαλό
την πράξη του Αδερφού πώς να ζυγιάσω;
Μονάχος τώρα συνδαυλίζοντας την αρχική ρίζα του πόνου μου
γεύομαι το πικρό νόημα του καθαρμού. Κρατήθηκα
καιρό-καιρό ήμουν Βασιλιάς. Δοκίμασα
χαρά κι αποστροφή. Δίπλωσα την οργή και το θυμό μου εσύναξα
στη θήκη του τη μεταμέλεια γεύτηκα
ψηλάφισα το καύκαλο του πιο φτωχού νεκρού
τις στάχτες ανασκάλεψα και το σβησμένο κάρβουνο
μέτρησα οφέλη και ζημιές χτύπησα και χτυπήθηκα.
Κι είπα να παραδώσω τα κλειδιά ξέρω από φυλακές
γιατί η δολοφονία σαν πυρετός κατάκαψε τα μάτια μου.
Ωστόσο εσείς παρακαλώ σηκώστε τα λυχνάρια και
διαβάστε τις γραφές όταν έρθει ο καιρός.
Τα έργα μου πάνε πια. Κι εγώ
με τόσην ένταση πεινώντας και διψώντας κι υποφέροντας
την ώρα τη φριχτή που τα όνειρα πέφτουν απάνω μου
και καίνε καίνε καίνε. Ω, άγραφη οδύνη λαέ μου κι αν ακόμα
πάνω στη γη μου ταπεινός πλανήθηκα
πυρ επιρρίψω εις πάντα τόπον και σιωπήν
κι η σιωπή δυναμώνοντας το έργο της φωτιάς
κι η σιωπή δυναμώνοντας το έργο της σιωπής
                                                            πυρ επιρρίψω. Ιδού
ο αιθέρας τώρα ανοίχτηκε ψηλά ένα φως ανθίζει.
Κανείς υπαινιγμός ακόμα. Όμως εσύ με χέρια οκνά
τα’ αστραφτερά μαλλιά ανασήκωνες γυρεύοντας τη γονιμότητα
με ανήσυχη βιασύνη. Υπαινιγμός κανείς.
Όχι στην επιφάνεια μα στην εσωτερική συναρμογή του σώματος.
Κοίταξε πόση καθαρότητα στο βάθος του νερού
γωνιές με φως εικόνες του νερού. Τοπία του αγέρα
διάφανα μόλις γράφονται πρώτη φορά στην όραση.
Κι η λέξη η πρώτη λέξη τρέμοντας από τη γέννα προχωρεί
σκαλί σκαλί στο λάρυγγα.
  Κοίταξε ακόμα
την πρώτη νύχτα και τον πρώτο αστερισμό
μια φλούδα φωτισμένη φλέβα δροσερή ψηλάφησε
με τα δειλά σου δάχτυλα τη βλάστηση του δέρματος
κι αυτό το σάρκινο κλαδί που τώρα ανθίζει.
                                                                  Εσύ ζώντας την αρχική
φρίκη της νέας Σποράς όταν οι προπατορικές
βροχές απάνω στους αγρούς του κόσμου σκοτεινιάζουν
δέξου τη γονιμότητα και δώσε τον καρπό
πριν σε κερδίσει η αθόρυβη έλευση και εν γη ακαθάρτω τελευτήσεις
βλαστάρι δώσε για τη θερινή συγκομιδή
πριν έρθει το βαθύ σου μήνυμα και εν γη
 
και πάλιν απελεύσει.
 
 

Άσμα IV
Παρακαλώ να θυμηθείτε τον πορτιέρη κι όσους
αφάνισε η παντοτινή φωτιά.
Ανεβήκαμε
την ώρα του μεσημεριού μέσα στο πλήθος ψίθυροι
σβησμένα λόγια εικόνες γύριζαν εκεί. Ο ζωγράφος;
ναι κάπου θάφτηκε με λύπη κι ήσυχες φωνές.
Εκείνοι οι δυο στον όχτο αγκαλιασμένοι εσάπισαν.
Λησμόνησα τον έμπορα το μούτρο του μισό
καθώς τον χτύπαγε ξάφνου το φως άδειαζε με σημαντική
ζημιά ξέρεις μιλώ γι’ αυτόν που πάει με τ’ άσπρα
λαβώθηκε στις μάχες τού έξυσαν το κόκαλο πονάει ακόμα.
Νάρκισσε! φώναξε με δυνατή φωνή κοιτάζοντας ανάμεσα.
Μα εκεί δεν ήτανε κανείς κι εκείνος φώναζε
κι έμοιαζε να γυρεύει κάποιον που λεγόταν Νάρκισσος
κι απομακρύνονταν χωρίς ν’ ακούσει.
Ένα πουλί
στη λησμονιά μιας καταχνιάς απ’ το πρωί
τίου τιου μίρερε μίρερε σι
ήρεμα σα να πέτρωσε σιγά σιγά από τη σιωπή
δεν ήτανε σιωπή κάθε φθαρτό στον ήλιο
κέρδιζε ένα παράξενο αντιφέγγισμα παμπάλαιου χρυσαφιού.
Ναι ο Πάρνελ
κείνη την εποχή πάνω σ’ υγρές τούφες χορτάρι
μαύρο καθώς πηδούσαμε το λάκκο ο ένας πίσω από τον άλλο
πολλοί αναρίθμητοι σκορπώντας σιγανά χωρίς σκοπό
μέσ’ απ’ τους τάφους. Θα ξανάρθει ο Πάρνελ είπα
σίγουρα θα ξανάρθει όπως τ’ απόγευμα
που γύρισε απ’ τη Λάρισα κι εξάπλωσε στον καναπέ
δεξιά της λάμπας και μιλούσε νευριασμένος με τη Νόρα.
Η Νόρα εκεί κοντά στη Νόρα
η θεία της Νόρας η μαμά πιο εκεί με το σημάδι
πιο πέρα ο Πάρνελ η δική μου θέση αριστερά
κοντά στο Φίλιππο. Κι αλήθεια κέρδισα την άκρη ετούτη
μόχθησα πολύ. Κι αριστερότερα με τ’ άλογο ο μικρούλης
Ben.
Τίου τιου
ένα πουλί μπαλσαμωμένο κάπου μες στην καταχνιά.
Μα το νερό θα ξαναφέρει τάχα μια άνθιση στους κήπους;
Άνοιξη θέλω να πω. Το χώμα
πιο μαλακό ανατολικά στο μέρος του Οδυσσέα και πλήρωσα
με νόμισμα τον κηπουρό να το κρατήσει μαλακό
βγάζοντας τ’ αγριοχόρταρα.
Θυμήσου οι ψίθυροι ψηλά
κι η μνήμη των προγεγονότων πάντοτε γυρίζοντας
στις ήσυχες γωνιές. Με φως ή χωρίς φως
τα πρόσωπα που πάσχισα να γαληνέψω θα ’ρθουνε
ξανά και θα γυρέψουνε το δίκιο τους όταν συλλογιστούν.
Ο Πάρνελ θα ξανάρθει αλλά
τίου τιου
ένα πουλί χαμένο μες στην καταχνιά —
πού θα ’ναι τότε ο Πύργος της Σιωπής
ο
Ben κι η όμορφη Annabella;

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δεν υπάρχουν σχόλια: