Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

ΧΑΜΟΓΕΛΑΣ ΒΑΘΙΑ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ ΚΙ ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΖΩΗΣ ΜΕ ΘΑΜΠΩΝΕΙ:

Ακόμα κι αν τα’ αρνηθώ εκατό φορές, η ραχοκοκαλιά της ζωής μου ακουμπάει στον τόπο μου και σε κάθε έρωτα ήλιο, αμετάκλητα όπως τούτη η ώρα όταν όλα με γράφουν, όπως τούτο το αγαπημένο πλάσμα που μ’ αρπάζει απ’ τη νύχτα… χώμα νησιού άγονο και σβολιασμένο, συντρίμμια αρχαίων αγγείων μαζεμένα στην επιφάνεια του χωραφιού… τσαμπιά από μικρά άσπρα σαλιγκάρια κολλημένα στα στεγνά κοτσάνια των ασφοδέλων είναι αυτή μία άλλη μορφή αθανάτων… τα ξυρισμένα κεφάλια των παιδιών του χωριού ξεπερνάνε τη ράχη ενός λόφου κατεβαίνουμε απ’ το μονοπάτι εκείνα κουτρουβαλάνε πίσω μας απ’ τη μια μεριά στην άλλη του τοπίου, ξαναπροβάλλουνε για να μας πετάξουν γελαστά χωρατά ή μικρά λιθάρια έπειτα στη μέση του νησιού αυτά τα σύννεφα των γλάρων φτερουγίζουνε πίσω απ’ το χωρικό και τ’ αλέτρι του τ’ ανακατεμένο χώμα την άνοιξη προσφέρει τόσο έντονα απολαυστικά [επιλογές από την ποιητική συλλογή της Μάτση Χατζηλαζάρου ΕΚΕΙ-ΠΕΡΑ ΕΔΩ ART by Angeli and Ben Goosens]



ΤΟΠΙΑ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
Εσύ που το μάτι σου είναι χείλι
κομπολόι οι ροδοδάφνες φωτισμένες από τα ερευνητικά αυτοκίνητα όλη νύχτα τις μετράνε μία μία το άλλο κομπολόι απλώνεται νωθρά κοίτα τα γριγριά που η θάλασσα του Φαλήρου λικνίζει
αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια της λεύκας
μακριά έξω στον όρμο τα πολεμικά φωταγωγημένα με λαμπτήρες ως τα πι ψηλά κατάρτια διαγράφουν μια τρελή γεωμετρία
τα χάδια σου μυρίζουνε γαρίφαλο
λόγχη της πιο περήφανης αγαύης πάνω σ’ ένα ξερό λόφο της Αττικής
ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου
φωνές των κυμάτων μες στη σπηλιά όπου σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα βράχο αγαλλίαση η δροσερή παλάμη στήριγμα της πλάτης μου
πόσο κάθετος είσαι
τη νύχτα ένας φάρος μακρινός σάρωνε και ξανασάρωνε το κρεβάτι μας από τότε ανοίγω την αγκαλιά μου στο βλέμμα των φάρων
μ’ έχεις γοργόνα ακρόπλωρη
πέρα απ’ τα γαλάζια λαγκάδια είναι το βουνό ανάμεσα οι βελόνες των πεύκων μας σκιάζουν με κρόσσια κατά την πνοή της αύρας
χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου

Στο Παρίσι
φύλλα κισσού τρυφερά βλαστάρια
φώτα πάνω σε σκούρο πράσινο χαλί
σπαρμένο μ’ έξι δάχτυλα ζαρωμένα
που πέσανε απ’ την κοκκινισμένη καστανιά
πέρα στον τόπο μου
φωνές υπόκωφες απορημένες
ναι να δρέψουμε τις μικροσκοπικές χελώνες
που διαβαίνουν μες στο μαλακό καυκί τους
αιφνίδια αποκάλυψη ζωής με θαμπώνει

Ακόμα κι αν τα’ αρνηθώ εκατό φορές
η ραχοκοκαλιά της ζωής μου ακουμπάει στον τόπο μου
και σε κάθε έρωτα ήλιο
αμετάκλητα
όπως τούτη η ώρα όταν όλα με γράφουν
όπως τούτο το αγαπημένο πλάσμα
που μ’ αρπάζει απ’ τη νύχτα

χώμα νησιού άγονο και σβολιασμένο
συντρίμμια αρχαίων αγγείων
μαζεμένα στην επιφάνεια του χωραφιού

τσαμπιά από μικρά άσπρα σαλιγκάρια
κολλημένα στα στεγνά κοτσάνια των ασφοδέλων
είναι αυτή μία άλλη μορφή αθανάτων

τα ξυρισμένα κεφάλια των παιδιών του χωριού
ξεπερνάνε τη ράχη ενός λόφου
κατεβαίνουμε απ’ το μονοπάτι
εκείνα κουτρουβαλάνε πίσω μας
απ’ τη μια μεριά στην άλλη του τοπίου
ξαναπροβάλλουνε για να μας πετάξουν
γελαστά χωρατά ή μικρά λιθάρια
έπειτα στη μέση του νησιού
αυτά τα σύννεφα των γλάρων φτερουγίζουνε
πίσω απ’ το χωρικό και τ’ αλέτρι του
τ’ ανακατεμένο χώμα την άνοιξη προσφέρει
τόσο έντονα απολαυστικά

Ναοί στάδια κρανία διαφανή
σαρκαστικοί μάρτυρες του διάβα μας
μες στον ήλιο πνοές μυρουδιάς
να μπεις στη σκιά είναι κάθαρση
βουητό της σφήκας
πετάει και ψάχνει τα χείλια σου
πάντα με κάποια διακοπή
και ξεκίνημα τριγμού τζιτζικιών
ν’ αγγίξουμε τα τρυφερά βλαστάρια της κληματαριάς
πιο μακριά
το βουνό ξαπλωμένος ελέφαντας
εδώ ο εχθρός ή ο πόλεμος κορόιδευαν
τα πτώματα που πέρασαν απ’ το απόσπασμα
και απ’ το λιμό

Σκαρφάλωμα κατηφόρα σκαρφάλωμα κι αφού
διαβείς την τελευταία πτυχή της γης
η παρουσία του ναού
που το τοπίο στις Βάσσες σηκώνει
ψηλά στα χέρια και συν να του δοθείς

το χώνεμα αυτό ανθρώπου και φύσης
δεν είναι διόλου πιο συνταρακτικό
απ’ τη βλάστηση του πλάτανου
ακόμα κι αν η δημιουργία είναι τυχερή σύνθεση
από μόρια πολύ-συναρμολογημένα
α να μπορούσα ν’ ανατρέψω λίγο το συνηθισμένο
ν’ ανακαλύψω μονάχα πώς να κάνω εγώ
μία αληθινή ανθισμένη περικοκλάδα
να φκιάσω χίλια μάτια πάντα διαφορετικά
να εφεύρω ένα βράχο με κατσίκια όλο σκιρτήματα
να ανεβάσω στον ορίζοντα έναν τεράστιο ήλιο
λουλακί σε σχήμα χεριού

Στις οχτώ ο ήλιος φουσκώνει σα γάλος
μες στη θάλασσα είναι μεγάλο ματωμένο λαχούρι
εγώ ονειρεύομαι ακόμα προσηλωμένη
στη μικρή σελήνη της ημέρας
αυτή η τόσο ωχρή η δίχως λάμψη
μετά το τελευταίο πληθωρικό ξέσπασμα του ήλιου ακούω
μια γνήσια ελληνική μουσική που να σκίζει την καρδιά
που κρατάει το αίσθημα επί τόπου
έτσι απόλυτα αιωρούμενο σαν κολιμπρί
τέλος κάτι που μοιάζει με έρωτα
ή το να προσπαθείς να γράψεις

Ο άνεμος βάζει τις φωνές
ξυπνάει τα βότσαλα
είναι φορτωμένος με απειροελάχιστα μόρια φυκιών
με σκόνες αρμυρές
με ήχους παφλασμού και
αλαφριά αγγίζει ζώα τριχωτά ή φττερωτά
τρυπωμένα κάτω από πυκνά φυλλώματα
στο νησί μέσα στη νύχτα
τέτοιο ταξίδι του ακρογιαλιού είναι σπάνιο

Διαγράφουν περισσότερο από ένα σύμπλεγμα
φανερώνουν ακόμα περισσότερα χρώματα
κι από συμπλέγματα ανάλογα με τη λάμψη
των φτερών τους τόσο λεπτά
όσο και τα χόρτα τσίνορα πλάι στο ρυάκι
ζευγαρώνουν η μια σχηματίζοντας έλικα
κι η άλλη αγκίστρι
οι λιμπελούλες ή ντεμουαζέλες
αρσενικές και θηλυκές

Ναυτίλος μεγαλόπρεπος πάνω στο τραπέζι μου
κοχύλι άσπρο και πυρρό
παλιό κέλυφος ζώου με φροντίδα
αν και το περίβλημα είναι πάντα έρμα
εγώ όταν φύγω στο θάνατο
το κάλυμμα που θα ’χω εκκρίνει
δε θα ’ναι παρά λόγια λογιών

 [επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.] 

Δεν υπάρχουν σχόλια: