Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΜΕΡΠΕΙΑ, ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ:

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα  μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω, εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.  (ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ – ART by Fernantez Ricardo painting]


ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΔΙΑΣΩΣΙΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Όντως το βραδινό μετάξι που προσεδόθη στην αντλία του νεόκτιστου δρυμού ανταποκρίνεται στις κραυγές μα όχι στις θωπείες των αγγέλων. Κόνικλοι πανηγυρίζουν και στη χλόη λάμπουν τα κρύσταλλα των φανοκόρων και οι σπερματοσταλίδες των ερωτευμένων. Η καθέλκυσις ενός σφριγώντος λαού πλησιάζει. Μία ριπή ταχεία σαν αίλουρος ιπτάμενος μας έφερε την μαρμαρυγή του θριάμβου των χρυσαλλίδων ενός επανευρεθέντος κόσμου. Στα άχυρα της απεράντου ευνής των μελλονύμφων θα συντελεστεί και η καθιέρωση των διαυγών και επιτέλους ελευθερωμένων μηχανών. Στάρι και καλαμπόκι στους δυστυχείς βελούδο στα κρόταλα των χορευόντων με δορκάδες κεχρί και κεχριμπάρι στους ανθούς αυτού του κήπου.

ΤΑ ΠΟΥΠΟΥΛΑ ΤΗΣ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΣ
Η πολίχνη της ρουμανικής πεδιάδος θα ακμάσει. Μια μέρα θα φυτρώσουν στα μέγαρά της πλατανοφόρα δένδρα που θα κρατούν στα χέρια τους ρομφαίες ή λόγχες πεπυρακτωμένες. Το άρρωστο κριάρι που στεγάζεται σήμερα στο μητροπολιτικό ναό της θα αντικατασταθή με μια γυναίκα συνεχώς συνουσιαζομένη και γύρω από την κεντρική οδό θα παίζουν οι πολιτικοί κατάδικοι το θείον δράμα της αναστάσεως ενός κομμένου κεφαλιού με μουσική υπόκρουση σελέστας.

ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ ΠΡΩΙ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Σαν θάλασσα που φιλεί το χέρι μιας δεσποινίδος πετάχτηκε η φωνή του ονείρου μας. Τριακόσιοι νάνοι περιεκύκλωσαν την μυσταγωγίαν μας. Μερικοί περιφρόνησαν μα οι περισσότεροι έστυψαν την καρδιά τους και την έφαγαν. Τα φύλλα της χθεσινής εσπέρας πέφτουν κι όλες οι δεσποινίδες που γνώρισαν τον έρωτα χτυπούν τα χέρια τους και τα μέτωπά τους από λατρεία για τη λατρεία μας και ολοένα μας μοιάζουν περισσότερο όπως εμείς ολοένα μοιάζουμε περισσότερο με τους γαλανούς μαστούς και τις πόρπες του στήθους των.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΟΥ ΕΝΑΣ ΑΝΕΜΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΝΤΥΣΕΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΟΠΩΣ ΣΕ ΝΤΥΝΕΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ

Χαράζεται η φωνή μεσ’ στον τρεμάμενο άνεμο και μεσ’ στα κούφια δένδρα του εσύ αναπνέεις. Είναι ξανθή κάθε σελίδα του ύπνου σου κι όπως κινάς τα δάχτυλά σου μια φωτιά σκορπίζεται μέσα σου με παρμέν’ από τον ήλιο αχνάρια! Κι ούριος πνέει ο κόσμος των εικόνων και η αύριο δείχνει ολόγυμνο το στήθος της σημαδεμένο από το αναλλοίωτο άστρο που νυχτώνει το βλέμμα καθώς όταν πάει να εξαντλήσει ένα στερέωμα Ω μην ανθέξεις πια στα βλέφαρα!..  Ω μη σαλέψεις πια μέσα στους θάμνους του ύπνου!..  Ξέρεις ποια ικεσία στα δάχτυλα το λάδι ανάβει που φρουρεί τις πύλες της αυγής; Ποιο δροσερό φανέρωμα θροΐζει μεσ’ στην προσδοκία η χορταριασμένη ανάμνηση; Εκεί που ελπίζει ο κόσμος, εκεί που ο άνθρωπος δεν θέλει παρά να ’ναι ο άνθρωπος μόνος του και χωρίς καμιά Ειμαρμένη! [ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ από την ενότητα ΣΠΟΡΑΔΕΣ – συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

 [Από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Έτσι μπορεί να νιώσει κανείς την παρουσία της ηδονής ως μέσα στις κόρες των ματιών του, των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα]

ΕΛΕΝΗ (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμό Εσένα!
κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δεν μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε –σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη-
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούργια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρα απ’ το γέλιο σου ως τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ’ αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου  του νοτισμένου χρώματος μεσ’ στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα και λόγια
Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν: Εσένα



ΕΛΙΓΜΟΣ
Στα μαβιά κρόσσια της οδύνης
Στ’ αγάλματα της αγωνίας
Στις υγρές σιωπές
Υπάρχει ένα πρόσωπο
Τόσο πολύ βγαλμένο από τα δάκρυα
Τόσο ακατανόητο
Τόσο ζεστό στο χέρι που του γνέφει
‘Εν’ άλλο πρόσωπο
Μια οπτασία με πυρσούς που σχίζει την ερήμωση
Καβάλα η νύχτα στις οροσειρές της
Με άστρα σαν νοήματα που σφεντονίστηκαν
Άλλοτε απ’ την παιδική τους ηλικία
Και δίνουνε το κατευόδιο της ζωής
Επάνω στις ανηφοριές του οίκτου

Υπάρχει
Μια τρυφερή καμπύλη που χρωστά  στον πόνο
Την περιπέτεια της φωτοχυσίας της
Ένας φακός που ενώνει τ’ αμαρτήματα
Σαν ύπτια σπλάχνα που ’ριξεν η τύχη
Εκεί

Ένας καλός απ’ τη σκιά που τον μαγεύει τοίχος
Κάνει γωνία πριν από το κλάμα
Ύστερα φτάνουν οι κορμοστασιές του ολέθρου
Δένδρα με μόνη επίπλωση τα δάχτυλά τους
Με μόνη πίστη την ξεριζωμένη τους λαλιά
Είναι καλό να μη μιλάν εκείνοι που έζησαν
Οι άλλοι βαστούν στα χέρια οιμωγές
Τρέχοντας πέρα σαν αβάφτιστες φτερούγες

Έζησαν
Ένα πηγάδι ανοίγει φόβους έπειτα από καθ΄ ελπίδα του
Γιατί να τρέμει αυτό το σύρμα
Τούτο το πουλί ποιο βλέμμα να τροφοδοτεί
Τι θέλουμε
Υπάρχει

Ένα σβησμένο πρόσωπο σε κάθε αυλαία λήθης

ΕΥΑ (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1978)
Αφήνεσαι με κύμα στη σιωπή
Που ερημώνει την κατοικημένη ελπίδα μου

Ένα δασάκι πλάι στη φωτιά
Στοίχημα των νυχτερινών ανέμων
Ένα βημάτισμα σκιάς στην όχθη της Χιμαίρας
Ένα δωμάτιο
Δωμάτιο των απλών ανθρώπων
Ένα μυστικό
Πλυμένο κι απλωμένο στη ματιά που θέλγει

Στη ματιά σου ή στο ύψος του ήλιου της
Όλος μου ο βίος γίνεται μια λέξη
Όλος ο κόσμος χώμα και νερό
Κι όλες οι φλόγες των δαχτύλων μου
Βιάζουν τα χείλη της ημέρας
Κόβουν στα χείλη της ημέρας
Το κεφάλι σου

Αντιμέτωπο στη μοναξιά του ονείρου

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό φεύγα ζαρκάδι, Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή]


Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΕΥΤΥΧΗΣΑ, ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΡΟΥΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΠΛΗΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΕΛΕΙΩΝ…

Αλήθεια –των αδυνάτων αδύνατο- ποτές δεν εκατάφερα να καταλάβω αυτά τα όντα που δεν βλέπουνε το τερατώδες κοινό γνώρισμα τ’ ανθρώπου -το εφήμερο της παράλογης ζωής του- κι ανακαλύπτουνε διαφορές –γιομάτοι μίσος- διαφορές σε χρώμα δέρματος φυλή θρησκεία!.. Ευτύχησα –κατά τον ρουν της ζωής μου να γνωρίσω πλήθος ανθρώπων τέλειων όσο κι αλάνθαστων, ίσως τώρα να είσανε κάπως υπέρ το δέον αυστηροί, ίσως –πώς να το πω- λίγο σκληροί ακόμη, αλλά κι αυτό δεν είναι το δικαίωμα όσων γνωρίζουν –και γνωρίζουν και να κρίνουνε- τα πάντα; Η δυσκολία ενέκειτο στο ότι κανένας απ’ αυτούς τους δίκαιους δεν παραδέχουνταν τους άλλους δίκαιους, τι λέω ποσώς δεν αλληλοεκτιμιόνταν [ΔΥΣΚΟΛΙΑ και ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ Ο ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

[Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό. Για του λόγου το αληθές…]

ΚΛΕΑΡΕΤΗ ΔΙΠΛΑ-ΜΑΛΑΜΟΥ (και δίπλα σ’ αυτή τ’ όνομά μου Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ)
όταν με πάη ο καπετάν Ηρακλής
με το καράβι του
στην Πρέβεζα

η πόρτα η σκοτεινή του κάστρου
που οδηγάει απ’ το λιμάνι
στον κεντρικό το δρόμο
με το ρολόι και τον πύργο

το σμάρι το πολύχρωμο
οι γύφτισες

οι φούρνοι που λαμπροφωτίζουνε
στα βαθιά
των σκοτεινών μαγκιπείων
και τα χρυσά καρβέλια ορθά σειρές στημένα
στα μακριά πάταρα
στις χαμηλές προθήκες

κι όλο τριαντάφυλλα
τριαντάφυλλα παντού
στα περιβόλια
αναρριχώμενα στους φράχτες
φουντωτά στις γλάστρες
στα κατώφλια

πού είναι οι κουρούνες
που είδε ο ποιητής;

εδώ πρωτο-είδε το φως
ο νέος Ηρακλής
-μιας κι άρχισα με τον Ηρακλή-
το υπερήφανο λιοντάρι
της ελευθεριάς
ο Μουτσανάς
(ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος)

ΟΥ ΔΥΝΑΤΑΙ ΤΙΣ ΔΥΣΙ ΚΥΡΙΟΙΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙΝ…
σειώντας το μαντήλι
καλωσορίζουμε
αυτούς που έρχονται
ή χαιρετούμε –απλώς-
κείνους που φεύγουν;
αν η νύχτα ακολουθεί
τη μέρα
βέβαια η μέρα πάλι
δεν θα διαδεχθεί τη νύχτα;
τα ίδια φύλλα όπου είχανε
πέρσι τα δένδρα
δεν θα έχουνε και εφέτος;
-ξανά- την Άνοιξη;
στον ίδιο πάντα ορίζοντα
δεν καταλήγει
ο κάθε ουρανός;
θεώρηξις
για
πλήρης αποχή;
από τρελούς
κι από παιδιά
μάθαμε την αλήθεια
αυτήν που απεσιώπησαν
και λογικοί
και γέροι

πέστε μου πόσοι νοσταλγοί
ζήτησαν να γυρίσουν
κι όμως στο τέλος δεν το έπραξαν
μη κανανοσταλγήσουν

Η ΒΥΚΑΝΗ
ως την Κωνσταντινούπολη φυσάει αλύπητα
ο αφορεσμένος ο Καράγιαλης
(πούρχεται από το Βοριά)
και στη Θεσσαλονίκη λυσσομανάει πεισματάρικα
ο τρομερός Βαρδάρης
εκεί κατά πολύ μεγάλο ποσοστό τα σπίτια τους
τα χτίζουν ξύλινα
έτσι που να μπορούνε το χειμώνα κάπως να ζεσταίνονται
και να μην ξεπαγιάζουν

αλλοίμονο όμως το κατακαλόκαιρο οι μελιτζάνες σα φανούν
κι αρχίζουνε τα τηγανίσματα και οι φουβούδες:
μια μόνη σπίθα αρκεί για να φουντώσει το μεγάλο κακό
μερόνυχτα να μαίνονται οι πυρκαγιές
και να σωριάζονται καπνίζοντα χαλάσματα
απέραντοι μαύροι ερειπιώνες
να καταντούνε οι μεγαλουπόλεις

λοιπόν οι κάτοικοι –πληθυσμοί αμιγώς ελληνικοί-
για να ’βρουν έτσι μια κάποια λύση
στην λεν ουρανόπεμπτη –συχνά επανερχόμενη- θεϊκιά κατάρα
ξαναθυμούνται τους παλιούς μύθους της Φυλής
προ πάντων -τους συμφέρει – τον μύθο τον παλιό του Φοίνικα
που απ’ τις στάχτες του ανασταίνεται –ξαναγεννιέται- ακέριος σαν και πριν

Συνέπεια: εις την Κωνσταντινούπολη γεννήθηκε ο πατέρας μου
σε μιαν ωραία πλατεία της Σαλονίκης στήθηκε
του ήρωα Παύλου Μελά εύμορφο άγαλμα
και ξέρω κάποιον –να τον ξέρω άραγες;-
όπου στης Πόλεως τα μέρη κάποτες γνώρισε
-ανάμεσα σε πολλά πράματα θάματα και περιπέτειες-
μια δάφνη (δένδρο)
ωραία και με τις δόξες της και με τις πίκρες της

στη μνήμη του να ξαναφέρει τη δαφνοπούλα πάλε
πηγαίνει –σα βραδιάζει- να πιει ένα κατοσταράκι στο μπακάλικο
του Καχριμάνη στου Ψαρρή
(εκεί που παλιότερα σύχναζε ο Παπαδιαμάντης)

κάποτε –μα χαμηλόφωνα- τραγουδάει το μεράκι του
και διακριτικά στο όργανό του
τον συνοδεύει
ο Μικρασιάτης με το μπουζούκι
(πάλι του Παπαδιαμάντη)

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

ΤΙ ΕΥΚΟΛΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝΕ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΤΛΟΥΣ:

Το μικρό μου παιδί σοβαρή αταξία έκανε πάλι. Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε, σκούντησε με το χέρι του το κρεμασμένο στον τοίχο τ’ ουρανού κόκκινο πιάτο, κι έχυσε όλο το φως επάνω του. Ο Θεός απόρησε που είδε τον ήλιο ντυμένο ρούχα παιδικά να κατεβαίνει τρέχοντας της φαντασίας μου τη σκάλα και να ’ρχεται σε μένα. Κι εγώ κάθομαι τώρα και μαλώνω αυστηρά το μικρό μου παιδί ενώ κλέβω κρυφά τον χυμένο επάνω του ήλιο [Κική Δημουλά, ΕΚΣΤΑΣΙΣ από τη συλλογή ΕΡΗΜΗΝ 1958] 


[Σημειώθηκε χθες διόγκωση της ματαιότητας. Αυτό, φυσικά, κανείς δεν το αντελήφθη. Κανείς από τους ελάχιστους «πλησίον μου»… Μονάχα εγώ που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου, σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια, άφησα να διαφύγει από το χώρο μου ένα ολόκληρο απόγευμα, σε μια ρευστότητα αθεράπευτη, γνωστή αλλ’ επιδεινωμένη… Ιδού…]

ΟΥΤΟΠΙΕΣ
Καθ’ οδόν
(7 και 30’ πρωινή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο
ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη
και ανοίξεως και λοιπά.



Αναβάλλω την υπόστασή μου,
ανακόπτω τη σύμβασή μου
με το χειμώνα,
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο
καθ’ όλα σύμφωνο
σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη
ανθίζω συναισθήματα,
και είναι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν
και τοποθέτησιν.

«Απαγορεύεται η άνοιξις»!
ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο
απειλεί. Αμέσως
μια βροχή άρχισε κι έλεγε
εις βάρος της ανοίξεως
και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος
μου κατάσχει τα άνθη,
μου κατάσχει τα συναισθήματα
και μ’ οδηγεί στο Γραφείο.

Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ’ οδόν,
από κυρία σχεδόν ώριμη,
με οικογενειακές υποχρεώσεις,
και πολυετή θητείαν
εις Δημοσίαν θέσιν
και χειμώνες.

ΜΕΤΑΘΕΣΙΣ
Η νύχτα ενταφιάζει αθόρυβα
στον τύμβο της σιωπής της
το σώμα της ημέρας,
της μάνας των έργων μου.

Κι εγώ, τα ορφανά κι ανήλικα
τούτα έργα μου
μαζεύω γύρω μου,
και τα προετοιμάζω
για την άγνωστη μητρία τους:
την αυριανήν ημέρα.

ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ
Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.

Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.

Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη,
με μια εποχή φθινόπωρου
ν’ αποτελειώνω.

ΑΥΤΟΓΡΑΦΟ
Ένα κίτρινο φύλλο σου,
φθινόπωρο,
σ’ ένα άνεμο ράθυμο κάθισε
και μ’ ακολούθησε επίμονα.

Το πήρα και το κρατώ
σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,
σαν φιλικό αυτόγραφο,
ίσως σαν ένα ‘ευχαριστώ»
που διόλου μέρος δεν έλαβα
στο καλοκαίρι τούτο.

Το πήρα
κι εξιχνιάζω
τις φετινές προθέσεις σου
απέναντί μου.

ΠΕΝΘΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΥΨΕΛΗΣ
Τέλη Μαΐου.

Πήρε φωτιά το μεσημέρι
θύμα του ήλιου.

Λαμπάδιασε η αδειανή πλατεία
και η στοχαστική ερημία της,
το καφενείο
και το πάθος των θαμώνων του,
τα σπίτια
και οι στεγασμένες περιπτώσεις τους,
το επιπλοποιείο
και η τραπεζαρία του
-τραπέζι κι έξι πολυθρόνες,
να επιπλωθεί η ανία
με «δόσεις», μεγάλες
ή μικρές ανάλογα-,
και, φυσικά, και το περίπτερο.
Με την ορθοστασία του,
ντυμένο
τις απογευματινές του εφημερίδες.

Πήραν φωτιά
και καίγονται τα άφθονα «πωλείται»,
τα επίσης άφθονα «ζητείται»,
τα «κύρια άρθρα» της ζωής»,
και η στήλη θεαμάτων.
Και, βέβαια, και ο περιπτεράς.

Εκτός από το χέρι του,
το αγκαλιασμένο βίαια
από το μαύρο πένθος
προς διαιώνισιν της λύπης του
γιατί απροσχεδίαστα, απότομα σχεδόν,
η νέα κόρη του
ένα μικρό περίπτερο, δικό της,
άνοιξε στο θάνατο,
τα είκοσί της χρόνια πριν τελειώσει.

ΣΤΑΣΙΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
Η αισθαντικότητά μου
τα τελευταία μεσημέρια
μπαίνει σε θέση δύσκολη
μ’ αυτό το άρωμα της λησμονιάς
που αποδρά από τα’ Οφθαλμιατρείο
και την καθολική εκκλησία,
και που επίμονα εμπορεύεται
μνήμην και νοσταλγία.

Σε πολύ δύσκολη θέση.
Λυπάμαι πολύ,
δεν μπορεί,
δεν διαθέτει παρά μόνον δυο δραχμές
δύο στιγμές μόνον έχει
για να μπει,
ώσπου να μπει
στην εντεταγμένη επιστροφή
«Παγκράτι – Κυψέλη»,
στην πεπρωμένη επιστροφή
«Λήθη – Απάρνηση».

ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΦΩΝΙΑ
Και βέβαια είμαι
κατά της διαταράξεως της σελήνης.
Οι λόγοι πολλοί.
Εκτός από την κακόσχημην υπερβολή
-εγώ από καιρό τις αποφεύγω
λόγω υπερκοπώσεως-
είναι κι απρέπεια.
Οι σχέσεις της με την γη
υπήρξαν έως τώρα
άκρως τυπικές.
Διακριτική μες στη μαγευτική της απόστασή της,
έδωσε λύσεις άψογες
στης ανθρωπότητας τη ρέμβη.
Και, το κυριότερο,
δωρεάν κάθε τόσο
αυτή την εφθαρμένη γη
επαργυρώνει.

ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ
Τυχαία διαβάζω
σε χαρτιά του γραφείου
ένα γνωστό μου όνομα
πάνω απ’ τη φίρμα:
«Εμπορικός Αντιπρόσωπος εν Αιγύπτω»΄

Τι εύκολα οι άνθρωποι
αλλάζουνε
ιδιότητες και τίτλους!
Πριν λίγα χρόνια
αυτός ο ίδιος ήτανε
αγαπημένος εν Ελλάδι.

(Περί αυτού εγράφη,
αν ενθυμείσθε,
το ποίημα…)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ
Πέταξε την ορμή του
στα κλειστά
του συναισθηματισμού μου παράθυρα,
κι έτρεξα ν’ ανοίξω.
Βρήκα μονάχα
το επισκεπτήριο μιας στιγμής.
Κι εν τούτοις χρήσιμο
το έβαλα τίτλο στους στίχους τούτους.

ΕΝ ΤΕΛΕΙ
Έπειτα από γερή
φιλονικία μεταξύ τους
να γίνει πιο σύντομη,
την είχε πείσει,
πιο τελειωμένη.
Να καταργήσει
τις μακρηγορίες των ονείρων,
και να κρατήσει
τις ετυμηγορίες τους.

Την είχε πείσει.
Ο χρόνος.


 [επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ ερήμην μου]