Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟΦΥΛΛΑ ΤΑ ΣΤΗΘΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΣ, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΓΥΜΝΗ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ:

Οι φίλοι που μας άφησαν ποτέ δεν θα γυρίσουν. Πολλοί τους ονειρεύονται στις χώρες του Νοτιά, στα δάση καθώς έμπαιναν χλωμοί να πολεμήσουν. Το δάκρυ αυτό που κύλησε το πήραν τα πουλιά. Το χέρι αυτό που χτύπησε σαράντα μαχαιριές, τώρα που σ’ αγαπήσαμε σε κρύβουν τα νησιά. Κάθε φωνή στο πέλαγος έχει πολλές φωνές. Όταν χτυπούν στην πόρτα σου ποτέ να μην ανοίγεις. Οι σύντροφοι κοιμήθηκαν μαζί στις αμμουδιές. Καράβι μου καράβι μου δεν ήθελα να φύγεις. Σηκώθηκε ένας άνεμος μου πήρε τα πανιά. Όσο μπορείς τον πόνο σου καλύτερα να πνίγεις. Ο δρόμος που ακολούθησες δε βγαίνει πουθενά. Ο στρατηγός στον πύργο του κι εμείς εδώ στο χιόνι. Μου φάνηκε πως χτύπησαν καμπάνες στα βουνά. Εκείνοι που σε πρόδωσαν τώρα θα μείνουν μόνοι. Με τους νεκρούς ωρίμασαν και φέτος οι ελιές. Ο ποταμός στη χώρα μας ποτέ του δεν παγώνει. Πόσοι πνιγμένοι βρέθηκαν σ’ εκείνες τις σπηλιές, πόσοι από μας δεν τόλμησαν ποτέ να σου μιλήσουν. Οι φίλοι μου κοιμήθηκαν πολλές πρωτοχρονιές. Τώρα μας λεν δεν είχανε σκοπό να τυραννήσουν, μονάχα λίγοι που έπρεπε να μπουν στις φυλακές. Οι φίλοι που μας άφησαν ποτέ δεν θα γυρίσουν!..  [ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΦΗΣΑΝ, από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ]



ΤΡΟΙΑ (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)
Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι
Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.

Στις αμμουδιές θυμήσου οι πεθαμένοι
Καθώς περνάς γυρεύουν να μιλήσουν
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι

Τούτη την άνοιξε κανείς δεν ξέρει
Ο ποταμός μου γέμισε το στόμα
Κι ο ήλιος μου κρατούσε από το χέρι.

Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς το σώμα
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι
Θεέ μου πώς άλλαξαν οι πύργοι χρώμα

ΔΕΝ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ
Οι ξένοι που τρυπώνουν στον καθρέφτη όταν κοιμούνται
Τα δαχτυλίδια που άφησαν οι αιώνες στα συρτάρια
Στα δάχτυλα των γυναικών κι αυτά τα παλικάρια
Που αποστηθίζει ο πόλεμος στις πόλεις που απειλούνται.

Στις αμμουδιές όπου μιλάνε ακόμα κι αγαπιούνται
Τόσες ψυχές που στάθηκαν παντοτινά ζευγάρια
Στους λόφους πάνω οι τυχεροί χαϊδεύουν τα λιοντάρια
Και στα περβόλια ο θάνατος μαζεύει όσους φιλιούνται.

Απόψε που γεννήθηκε πεθαίνει το όνειρό τους
Όταν τους ήσυχους σφυγμούς διαδέχονται οι βροχές
Όταν βροντούν στις πόρτες μας  οι πρώτες πασχαλιές.

Στις πόλεις που αποστρέφουν από χθες το πρόσωπό τους
Απόψε δεν ακούγονται τα γέλια των τρελών
Και τα νερά σκεπάζουν τις κραυγές των ναυαγών

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ
Πες μας που πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του
Το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή
Τώρα μας δείχνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του
Ω πρόσωπο που σκέπασε σα μάρμαρο η σιγή

Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις
Πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς
Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει
Κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς

Είναι καρδιές που μάθαμε σα γράμματα ανοιγμένα
Είναι τραπέζια οπού κανείς δε θα καθίσει πια
Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα
Τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά

Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του
Από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σα νερό
Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ’ ανάστημά του
Καμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό

Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη
Ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή
Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα 'ναι αρκετά μεγάλη
Για να χωρέσει τον καημό που μάζεψε η ψυχή

Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
Είναι μια πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
Ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά

Η χώρα που αγαπήσαμε σιγά-σιγά πεθαίνει
Κάθε στιγμή στον κόρφο της ανοίγει νέα πληγή
Όσοι πλαγιάζουν σήμερα ξυπνούν την επομένη
Κι η Αγάπη γίνεται αίνιγμα καθώς πλησιάζει η αυγή.

Βαθιά στη γη ολομόναχοι εκεί που θα μας βάλει
Ο νεκροφόρος άγγελος με τα σγουρά μαλλιά
Τα φέρετρα που ανοίξαμε θα μας τα κλείσουν άλλοι
Που φεύγοντας δεν πρόλαβαν να ρίξουν τα σπαθιά.

Όμως οι πόρτες έκλεισαν κανείς δεν θα περάσει
Τα μυστικά που χάθηκαν θα μείνουν μυστικά
Το στόμα τους δε στάθηκε να μας χαμογελάσει
Βροντάνε τα κανόνια τους, η σάρκα μας βαθιά.

Όπως παλεύουν οι καιροί να μπούνε στην ψυχή σου
Στο μέτωπό σου ερημικά παλάτια οι κεραυνοί
Ακούς βροντούν στην πόρτα μας, πού πήγε η αντοχή σου;
Τα χέρια που μας χώρισαν δεν είχαν γεννηθεί.

Η Γη αυτή που μ’ έθρεψε μου πήρε την καρδιά σου
Οι ξένοι εδώ στα σύνορα βαστάνε το κλειδί
Μη με κρατάς και δεν μπορώ να μπω στην κάμαρά σου
Άμα ξυπνούν οι γίγαντες και χάσκουν οι γκρεμοί.

Άσε να ’ρθουν οι ποταμοί να μπουν ανάμεσά τους
Πεθαίνοντας μας άφησαν στο στήθος μια πληγή
Οι μελλοθάνατοι περνούν και λύνουν τα μαλλιά τους
Τα στήθια τους ωρίμασαν και πέφτουνε στη γη.

Χριστέ μου, πώς χαμήλωσαν τα σπίτια μες το χιόνι
Πώς έμοιαζε στο γυρισμό η πόρτα πιο στενή
Σαν κυπαρίσσια οι άνθρωποι μαζί μα πάντα μόνοι
Έτσι που μεγαλώσαμε ποια χώρα μας χωρεί;

Ποιος είναι αυτός που στέκεται ο σκοτεινός κοντά μας
Ποιος είναι αυτός ο ψίθυρος αυτός ο κουρνιαχτός
Ποιοι να ’ναι αυτοί που αυθαίρετα ορίζουν τα όνειρά μας
Εκείνοι σαν αγάλματα κι αυτός παντοτινός;

Όσες φορές τα κύματα στο μέτωπό μας τόσοι
Ορμούνε απ’ τα κρεβάτια τους και πέφτουν σιωπηλοί
Τόσα κορμιά πώς χάθηκαν ποιος θα βρεθεί να νιώσει
Εκείνους που ξεκίνησαν και γύρισαν τυφλοί;

Άλλοι καθρέφτες τώρα πια κρατούν την ομορφιά τους
Άλλα πουλιά που αδιάκοπα τα έδιωχνε ο καιρός
Άλλα καράβια σταματούν όταν σταθεί η καρδιά τους
Και σ’ άλλα στήθια ακούγεται του φεγγαριού ο σφυγμός

Μα πιο βαθιά τα μάτια μας ποτέ δεν προχωρούνε
Όσο παλιός κι αν φαίνονταν ο νέος αυτός νεκρός
Πόσοι από μας δεν άκουσαν τα σήμαντρα να ηχούνε
Και κάθε μέρα ο τύραννος ξυπνούσε πιο σκληρός.

Μονάχα ο θάνατος μπορεί τις πολιτείες να πλύνει
Ήρθε καιρός τα χιόνια του να γίνουν ποταμοί
Σ’ αυτή την έρημη εποχή κανείς δεν έχει μείνει
Κι αυτός που περιμέναμε δεν μπόρεσε να ’ρθει.

Σαν τα κουπιά στο πέλαγος γλιστρούσαν οι εβδομάδες
Τα γράμματά μας χάθηκαν μέσα στην πυρκαγιά
Στις πέτρες που αναπαύονται παιδιά και βασιλιάδες
Είδα να φεύγουν τ’ άλογα στα δάση του Μωριά.

Πολλές φορές στον ύπνο μας πέφτουν τα δαχτυλίδια
Μας καρτερούν στα τρίστρατα τα τρία τυφλά πουλιά
Οι δυνατοί στο διάβα τους πάντα θα βρίσκουν φίδια
Κι αδιάκοπα στο βλέμμα τους πληθαίνει η μοναξιά.

Πολλές φορές τους άκουγα τις νύχτες που γυρνούσαν
Το μήνυμα που φέρανε δεν ήταν μυστικό
Οι φίλοι μας οι φίλοι μας γιατί δεν μας μιλούσαν
Με σκεπασμένα πρόσωπα κοιτούσαν το κενό.

Ανάμεσα στις εποχές ταξίδια δεν χωρούσαν
Όσα καράβια πέρασαν δε θα τα ξαναδείς
Τα δάχτυλα που σ΄ άγγιζαν ποτέ δεν σε κρατούσαν
Πόσες φορές σου μήνυσα κι αρνήθηκες να ’ρθεις.

Να ’τανε τάχα ο χωρισμός η πιο κρυφή μας θλίψη
Να ’τανε πέρα η πυρκαγιά στην κορυφογραμμή
Να ’ξερε τάχα ο θάνατος προτού να σε συντρίψει
Ω τρικυμία που γέννησε σιγά-σιγά η σιγή.

Πώς είναι εδώ κατάφωτη με χίλια παραθύρια
Μια πύλη που ένας άγγελος δοκίμασε να μπει
Πώς είναι οι φάροι σαν ψυχές που καίνε στ’ ακρωτήρια
Έρημοι σαν αγάλματα που τύφλωσε η βροχή.

Ποιοι να ’ναι αυτοί που προχωρούν με σμιλεμένα μάτια
Στο πρόσωπό τους φάνηκαν αυτά που μελετάς
Εκείνοι που αντιστάθηκαν στα χίλια σκαλοπάτια
Σε χαιρετούν και πέφτουνε την ώρα που περνάς.

Αιχμάλωτος στη χώρα μας ο χρόνος μεγαλώνει
Όταν θα δεις πώς χάθηκες θα μάθεις ν’ αγαπάς
Θυμάσαι όταν προσπάθησες να πιάσεις το τιμόνι
Ανάμεσά μας άπλωσε τα χιόνια του ο Βοριάς

Όταν τα βόλια βρήκανε την άνοιξη στα στήθια
Τα βλέμματα σκοτείνιασαν μέσα στις φυλακές
Χωρίς ν’ ακούσεις μάθημα θα μάθεις την αλήθεια
Κάθε καρδιά έχει μέσα της αμέτρητες καρδιές.

Η λευτεριά ετοιμάζεται σαν υποβρύχιο κύμα
Τώρα στη γη πια δεν μπορεί κανείς να κοιμηθεί
Γιατί στενάζει ο γίγαντας μες στο πελώριο μνήμα
Κι ο νάνος μας φανέρωσε το ρόδο που αγρυπνεί.

Οι πολιτείες μαρμάρωσαν θωρώντας τη μορφή της
Στον ύπνο τους που κράτησε χιλιάδες ντουφεκιές
Περίμενα το σύνθημα που θα ΄φερνε η φωνή της
Για να λυθεί ο λαβύρινθος ν’ αρχίσουν οι γιορτές.

Πόσες καρδιές να χώρεσε και μια χαμένη Ελλάδα
Τι να σημαίνουν άραγες στα τείχη οι δαχτυλιές
Ο χρόνος μ’ ένα βλέμμα του αδειάζει την πεδιάδα
Μα ο θάνατος λησμόνησε να πάρει τις ψυχές.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι


Δεν υπάρχουν σχόλια: