Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

ΤΙ ΕΥΚΟΛΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝΕ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΤΛΟΥΣ:

Το μικρό μου παιδί σοβαρή αταξία έκανε πάλι. Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε, σκούντησε με το χέρι του το κρεμασμένο στον τοίχο τ’ ουρανού κόκκινο πιάτο, κι έχυσε όλο το φως επάνω του. Ο Θεός απόρησε που είδε τον ήλιο ντυμένο ρούχα παιδικά να κατεβαίνει τρέχοντας της φαντασίας μου τη σκάλα και να ’ρχεται σε μένα. Κι εγώ κάθομαι τώρα και μαλώνω αυστηρά το μικρό μου παιδί ενώ κλέβω κρυφά τον χυμένο επάνω του ήλιο [Κική Δημουλά, ΕΚΣΤΑΣΙΣ από τη συλλογή ΕΡΗΜΗΝ 1958] 


[Σημειώθηκε χθες διόγκωση της ματαιότητας. Αυτό, φυσικά, κανείς δεν το αντελήφθη. Κανείς από τους ελάχιστους «πλησίον μου»… Μονάχα εγώ που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου, σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια, άφησα να διαφύγει από το χώρο μου ένα ολόκληρο απόγευμα, σε μια ρευστότητα αθεράπευτη, γνωστή αλλ’ επιδεινωμένη… Ιδού…]

ΟΥΤΟΠΙΕΣ
Καθ’ οδόν
(7 και 30’ πρωινή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο
ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη
και ανοίξεως και λοιπά.



Αναβάλλω την υπόστασή μου,
ανακόπτω τη σύμβασή μου
με το χειμώνα,
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο
καθ’ όλα σύμφωνο
σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη
ανθίζω συναισθήματα,
και είναι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν
και τοποθέτησιν.

«Απαγορεύεται η άνοιξις»!
ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο
απειλεί. Αμέσως
μια βροχή άρχισε κι έλεγε
εις βάρος της ανοίξεως
και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος
μου κατάσχει τα άνθη,
μου κατάσχει τα συναισθήματα
και μ’ οδηγεί στο Γραφείο.

Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ’ οδόν,
από κυρία σχεδόν ώριμη,
με οικογενειακές υποχρεώσεις,
και πολυετή θητείαν
εις Δημοσίαν θέσιν
και χειμώνες.

ΜΕΤΑΘΕΣΙΣ
Η νύχτα ενταφιάζει αθόρυβα
στον τύμβο της σιωπής της
το σώμα της ημέρας,
της μάνας των έργων μου.

Κι εγώ, τα ορφανά κι ανήλικα
τούτα έργα μου
μαζεύω γύρω μου,
και τα προετοιμάζω
για την άγνωστη μητρία τους:
την αυριανήν ημέρα.

ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ
Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.

Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.

Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη,
με μια εποχή φθινόπωρου
ν’ αποτελειώνω.

ΑΥΤΟΓΡΑΦΟ
Ένα κίτρινο φύλλο σου,
φθινόπωρο,
σ’ ένα άνεμο ράθυμο κάθισε
και μ’ ακολούθησε επίμονα.

Το πήρα και το κρατώ
σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,
σαν φιλικό αυτόγραφο,
ίσως σαν ένα ‘ευχαριστώ»
που διόλου μέρος δεν έλαβα
στο καλοκαίρι τούτο.

Το πήρα
κι εξιχνιάζω
τις φετινές προθέσεις σου
απέναντί μου.

ΠΕΝΘΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΥΨΕΛΗΣ
Τέλη Μαΐου.

Πήρε φωτιά το μεσημέρι
θύμα του ήλιου.

Λαμπάδιασε η αδειανή πλατεία
και η στοχαστική ερημία της,
το καφενείο
και το πάθος των θαμώνων του,
τα σπίτια
και οι στεγασμένες περιπτώσεις τους,
το επιπλοποιείο
και η τραπεζαρία του
-τραπέζι κι έξι πολυθρόνες,
να επιπλωθεί η ανία
με «δόσεις», μεγάλες
ή μικρές ανάλογα-,
και, φυσικά, και το περίπτερο.
Με την ορθοστασία του,
ντυμένο
τις απογευματινές του εφημερίδες.

Πήραν φωτιά
και καίγονται τα άφθονα «πωλείται»,
τα επίσης άφθονα «ζητείται»,
τα «κύρια άρθρα» της ζωής»,
και η στήλη θεαμάτων.
Και, βέβαια, και ο περιπτεράς.

Εκτός από το χέρι του,
το αγκαλιασμένο βίαια
από το μαύρο πένθος
προς διαιώνισιν της λύπης του
γιατί απροσχεδίαστα, απότομα σχεδόν,
η νέα κόρη του
ένα μικρό περίπτερο, δικό της,
άνοιξε στο θάνατο,
τα είκοσί της χρόνια πριν τελειώσει.

ΣΤΑΣΙΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
Η αισθαντικότητά μου
τα τελευταία μεσημέρια
μπαίνει σε θέση δύσκολη
μ’ αυτό το άρωμα της λησμονιάς
που αποδρά από τα’ Οφθαλμιατρείο
και την καθολική εκκλησία,
και που επίμονα εμπορεύεται
μνήμην και νοσταλγία.

Σε πολύ δύσκολη θέση.
Λυπάμαι πολύ,
δεν μπορεί,
δεν διαθέτει παρά μόνον δυο δραχμές
δύο στιγμές μόνον έχει
για να μπει,
ώσπου να μπει
στην εντεταγμένη επιστροφή
«Παγκράτι – Κυψέλη»,
στην πεπρωμένη επιστροφή
«Λήθη – Απάρνηση».

ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΦΩΝΙΑ
Και βέβαια είμαι
κατά της διαταράξεως της σελήνης.
Οι λόγοι πολλοί.
Εκτός από την κακόσχημην υπερβολή
-εγώ από καιρό τις αποφεύγω
λόγω υπερκοπώσεως-
είναι κι απρέπεια.
Οι σχέσεις της με την γη
υπήρξαν έως τώρα
άκρως τυπικές.
Διακριτική μες στη μαγευτική της απόστασή της,
έδωσε λύσεις άψογες
στης ανθρωπότητας τη ρέμβη.
Και, το κυριότερο,
δωρεάν κάθε τόσο
αυτή την εφθαρμένη γη
επαργυρώνει.

ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ
Τυχαία διαβάζω
σε χαρτιά του γραφείου
ένα γνωστό μου όνομα
πάνω απ’ τη φίρμα:
«Εμπορικός Αντιπρόσωπος εν Αιγύπτω»΄

Τι εύκολα οι άνθρωποι
αλλάζουνε
ιδιότητες και τίτλους!
Πριν λίγα χρόνια
αυτός ο ίδιος ήτανε
αγαπημένος εν Ελλάδι.

(Περί αυτού εγράφη,
αν ενθυμείσθε,
το ποίημα…)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ
Πέταξε την ορμή του
στα κλειστά
του συναισθηματισμού μου παράθυρα,
κι έτρεξα ν’ ανοίξω.
Βρήκα μονάχα
το επισκεπτήριο μιας στιγμής.
Κι εν τούτοις χρήσιμο
το έβαλα τίτλο στους στίχους τούτους.

ΕΝ ΤΕΛΕΙ
Έπειτα από γερή
φιλονικία μεταξύ τους
να γίνει πιο σύντομη,
την είχε πείσει,
πιο τελειωμένη.
Να καταργήσει
τις μακρηγορίες των ονείρων,
και να κρατήσει
τις ετυμηγορίες τους.

Την είχε πείσει.
Ο χρόνος.


 [επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ ερήμην μου]


Δεν υπάρχουν σχόλια: