Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΕΥΤΥΧΗΣΑ, ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΡΟΥΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΠΛΗΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΕΛΕΙΩΝ…

Αλήθεια –των αδυνάτων αδύνατο- ποτές δεν εκατάφερα να καταλάβω αυτά τα όντα που δεν βλέπουνε το τερατώδες κοινό γνώρισμα τ’ ανθρώπου -το εφήμερο της παράλογης ζωής του- κι ανακαλύπτουνε διαφορές –γιομάτοι μίσος- διαφορές σε χρώμα δέρματος φυλή θρησκεία!.. Ευτύχησα –κατά τον ρουν της ζωής μου να γνωρίσω πλήθος ανθρώπων τέλειων όσο κι αλάνθαστων, ίσως τώρα να είσανε κάπως υπέρ το δέον αυστηροί, ίσως –πώς να το πω- λίγο σκληροί ακόμη, αλλά κι αυτό δεν είναι το δικαίωμα όσων γνωρίζουν –και γνωρίζουν και να κρίνουνε- τα πάντα; Η δυσκολία ενέκειτο στο ότι κανένας απ’ αυτούς τους δίκαιους δεν παραδέχουνταν τους άλλους δίκαιους, τι λέω ποσώς δεν αλληλοεκτιμιόνταν [ΔΥΣΚΟΛΙΑ και ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ Ο ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

[Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό. Για του λόγου το αληθές…]

ΚΛΕΑΡΕΤΗ ΔΙΠΛΑ-ΜΑΛΑΜΟΥ (και δίπλα σ’ αυτή τ’ όνομά μου Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ)
όταν με πάη ο καπετάν Ηρακλής
με το καράβι του
στην Πρέβεζα

η πόρτα η σκοτεινή του κάστρου
που οδηγάει απ’ το λιμάνι
στον κεντρικό το δρόμο
με το ρολόι και τον πύργο

το σμάρι το πολύχρωμο
οι γύφτισες

οι φούρνοι που λαμπροφωτίζουνε
στα βαθιά
των σκοτεινών μαγκιπείων
και τα χρυσά καρβέλια ορθά σειρές στημένα
στα μακριά πάταρα
στις χαμηλές προθήκες

κι όλο τριαντάφυλλα
τριαντάφυλλα παντού
στα περιβόλια
αναρριχώμενα στους φράχτες
φουντωτά στις γλάστρες
στα κατώφλια

πού είναι οι κουρούνες
που είδε ο ποιητής;

εδώ πρωτο-είδε το φως
ο νέος Ηρακλής
-μιας κι άρχισα με τον Ηρακλή-
το υπερήφανο λιοντάρι
της ελευθεριάς
ο Μουτσανάς
(ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος)

ΟΥ ΔΥΝΑΤΑΙ ΤΙΣ ΔΥΣΙ ΚΥΡΙΟΙΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙΝ…
σειώντας το μαντήλι
καλωσορίζουμε
αυτούς που έρχονται
ή χαιρετούμε –απλώς-
κείνους που φεύγουν;
αν η νύχτα ακολουθεί
τη μέρα
βέβαια η μέρα πάλι
δεν θα διαδεχθεί τη νύχτα;
τα ίδια φύλλα όπου είχανε
πέρσι τα δένδρα
δεν θα έχουνε και εφέτος;
-ξανά- την Άνοιξη;
στον ίδιο πάντα ορίζοντα
δεν καταλήγει
ο κάθε ουρανός;
θεώρηξις
για
πλήρης αποχή;
από τρελούς
κι από παιδιά
μάθαμε την αλήθεια
αυτήν που απεσιώπησαν
και λογικοί
και γέροι

πέστε μου πόσοι νοσταλγοί
ζήτησαν να γυρίσουν
κι όμως στο τέλος δεν το έπραξαν
μη κανανοσταλγήσουν

Η ΒΥΚΑΝΗ
ως την Κωνσταντινούπολη φυσάει αλύπητα
ο αφορεσμένος ο Καράγιαλης
(πούρχεται από το Βοριά)
και στη Θεσσαλονίκη λυσσομανάει πεισματάρικα
ο τρομερός Βαρδάρης
εκεί κατά πολύ μεγάλο ποσοστό τα σπίτια τους
τα χτίζουν ξύλινα
έτσι που να μπορούνε το χειμώνα κάπως να ζεσταίνονται
και να μην ξεπαγιάζουν

αλλοίμονο όμως το κατακαλόκαιρο οι μελιτζάνες σα φανούν
κι αρχίζουνε τα τηγανίσματα και οι φουβούδες:
μια μόνη σπίθα αρκεί για να φουντώσει το μεγάλο κακό
μερόνυχτα να μαίνονται οι πυρκαγιές
και να σωριάζονται καπνίζοντα χαλάσματα
απέραντοι μαύροι ερειπιώνες
να καταντούνε οι μεγαλουπόλεις

λοιπόν οι κάτοικοι –πληθυσμοί αμιγώς ελληνικοί-
για να ’βρουν έτσι μια κάποια λύση
στην λεν ουρανόπεμπτη –συχνά επανερχόμενη- θεϊκιά κατάρα
ξαναθυμούνται τους παλιούς μύθους της Φυλής
προ πάντων -τους συμφέρει – τον μύθο τον παλιό του Φοίνικα
που απ’ τις στάχτες του ανασταίνεται –ξαναγεννιέται- ακέριος σαν και πριν

Συνέπεια: εις την Κωνσταντινούπολη γεννήθηκε ο πατέρας μου
σε μιαν ωραία πλατεία της Σαλονίκης στήθηκε
του ήρωα Παύλου Μελά εύμορφο άγαλμα
και ξέρω κάποιον –να τον ξέρω άραγες;-
όπου στης Πόλεως τα μέρη κάποτες γνώρισε
-ανάμεσα σε πολλά πράματα θάματα και περιπέτειες-
μια δάφνη (δένδρο)
ωραία και με τις δόξες της και με τις πίκρες της

στη μνήμη του να ξαναφέρει τη δαφνοπούλα πάλε
πηγαίνει –σα βραδιάζει- να πιει ένα κατοσταράκι στο μπακάλικο
του Καχριμάνη στου Ψαρρή
(εκεί που παλιότερα σύχναζε ο Παπαδιαμάντης)

κάποτε –μα χαμηλόφωνα- τραγουδάει το μεράκι του
και διακριτικά στο όργανό του
τον συνοδεύει
ο Μικρασιάτης με το μπουζούκι
(πάλι του Παπαδιαμάντη)

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]

Δεν υπάρχουν σχόλια: