Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΟΥ ΕΝΑΣ ΑΝΕΜΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΝΤΥΣΕΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΟΠΩΣ ΣΕ ΝΤΥΝΕΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ

Χαράζεται η φωνή μεσ’ στον τρεμάμενο άνεμο και μεσ’ στα κούφια δένδρα του εσύ αναπνέεις. Είναι ξανθή κάθε σελίδα του ύπνου σου κι όπως κινάς τα δάχτυλά σου μια φωτιά σκορπίζεται μέσα σου με παρμέν’ από τον ήλιο αχνάρια! Κι ούριος πνέει ο κόσμος των εικόνων και η αύριο δείχνει ολόγυμνο το στήθος της σημαδεμένο από το αναλλοίωτο άστρο που νυχτώνει το βλέμμα καθώς όταν πάει να εξαντλήσει ένα στερέωμα Ω μην ανθέξεις πια στα βλέφαρα!..  Ω μη σαλέψεις πια μέσα στους θάμνους του ύπνου!..  Ξέρεις ποια ικεσία στα δάχτυλα το λάδι ανάβει που φρουρεί τις πύλες της αυγής; Ποιο δροσερό φανέρωμα θροΐζει μεσ’ στην προσδοκία η χορταριασμένη ανάμνηση; Εκεί που ελπίζει ο κόσμος, εκεί που ο άνθρωπος δεν θέλει παρά να ’ναι ο άνθρωπος μόνος του και χωρίς καμιά Ειμαρμένη! [ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ από την ενότητα ΣΠΟΡΑΔΕΣ – συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

 [Από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Έτσι μπορεί να νιώσει κανείς την παρουσία της ηδονής ως μέσα στις κόρες των ματιών του, των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα]

ΕΛΕΝΗ (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμό Εσένα!
κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δεν μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε –σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη-
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούργια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρα απ’ το γέλιο σου ως τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ’ αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου  του νοτισμένου χρώματος μεσ’ στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα και λόγια
Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν: Εσένα



ΕΛΙΓΜΟΣ
Στα μαβιά κρόσσια της οδύνης
Στ’ αγάλματα της αγωνίας
Στις υγρές σιωπές
Υπάρχει ένα πρόσωπο
Τόσο πολύ βγαλμένο από τα δάκρυα
Τόσο ακατανόητο
Τόσο ζεστό στο χέρι που του γνέφει
‘Εν’ άλλο πρόσωπο
Μια οπτασία με πυρσούς που σχίζει την ερήμωση
Καβάλα η νύχτα στις οροσειρές της
Με άστρα σαν νοήματα που σφεντονίστηκαν
Άλλοτε απ’ την παιδική τους ηλικία
Και δίνουνε το κατευόδιο της ζωής
Επάνω στις ανηφοριές του οίκτου

Υπάρχει
Μια τρυφερή καμπύλη που χρωστά  στον πόνο
Την περιπέτεια της φωτοχυσίας της
Ένας φακός που ενώνει τ’ αμαρτήματα
Σαν ύπτια σπλάχνα που ’ριξεν η τύχη
Εκεί

Ένας καλός απ’ τη σκιά που τον μαγεύει τοίχος
Κάνει γωνία πριν από το κλάμα
Ύστερα φτάνουν οι κορμοστασιές του ολέθρου
Δένδρα με μόνη επίπλωση τα δάχτυλά τους
Με μόνη πίστη την ξεριζωμένη τους λαλιά
Είναι καλό να μη μιλάν εκείνοι που έζησαν
Οι άλλοι βαστούν στα χέρια οιμωγές
Τρέχοντας πέρα σαν αβάφτιστες φτερούγες

Έζησαν
Ένα πηγάδι ανοίγει φόβους έπειτα από καθ΄ ελπίδα του
Γιατί να τρέμει αυτό το σύρμα
Τούτο το πουλί ποιο βλέμμα να τροφοδοτεί
Τι θέλουμε
Υπάρχει

Ένα σβησμένο πρόσωπο σε κάθε αυλαία λήθης

ΕΥΑ (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1978)
Αφήνεσαι με κύμα στη σιωπή
Που ερημώνει την κατοικημένη ελπίδα μου

Ένα δασάκι πλάι στη φωτιά
Στοίχημα των νυχτερινών ανέμων
Ένα βημάτισμα σκιάς στην όχθη της Χιμαίρας
Ένα δωμάτιο
Δωμάτιο των απλών ανθρώπων
Ένα μυστικό
Πλυμένο κι απλωμένο στη ματιά που θέλγει

Στη ματιά σου ή στο ύψος του ήλιου της
Όλος μου ο βίος γίνεται μια λέξη
Όλος ο κόσμος χώμα και νερό
Κι όλες οι φλόγες των δαχτύλων μου
Βιάζουν τα χείλη της ημέρας
Κόβουν στα χείλη της ημέρας
Το κεφάλι σου

Αντιμέτωπο στη μοναξιά του ονείρου

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό φεύγα ζαρκάδι, Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή]


Δεν υπάρχουν σχόλια: