Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΠΩΣ ΑΝ ΕΝΩΘΕΙ ΜΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΠΑΝΙΑ ΣΕ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑ ΣΠΑΝΙΑ ΟΣΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΟΤΕ…

Αν κάνει τέτοιο γάμο τότε το παιδί που θα γίνει θα είναι μια μεγαλοφυΐα τελειωμένη και μια φυσική αναδίπλωση. Το παράξενο ζευγάρι αποτραβιέται από τον κόσμο και κλειδώνεται και ζουν σε μια ένταση τρομακτική. Την διατηρούν υπολογισμένα και καθημερινά και το πετυχαίνουν με ασταμάτητη ομιλία και κινήσεις μια ηφαιστειακή ένταση και δημιουργούν τις συνθήκες. Ένα πλαστό πάθος και κάθε φορά ο εξουθενωτικός διάλογος τέλειωνε μέσα σ’ ένα αργό φτερούγισμα χειρονομιών. Πού και πού ξαφνικές λέξεις ξεσπούν από το στόμα τους ή και συλλαβές. Επιζητούν να είναι αποκαλυπτικοί και αθυρόστομοι και το μόνο που καταφέρνουν είναι μια ασυναρτησία από υπαινιγμούς ιδεών και εννοιών κι υπαινιγμοί λέξεων και κινήσεων κι όλα αυτά μοιάζουν πως υποψιάζονται κάποιο βασικό σφάλμα και μ’ εκείνο τον τρόπο προσπαθούσαν να το εντοπίσουν το σφάλμα κι επαναλαμβάνουν από την αρχή αναλυτικά όλες τις εκδηλώσεις τον λόγο και την κίνηση. Πού είναι κρυμμένο το σφάλμα κι αποκεί ξεκινά το κακό. Αυτό το παρατήρησε η γυναίκα πρώτη. Σ’ εκείνους τους παροξυσμούς της αδιάκοπης ποίησης γιατί μοιάζει με ποίηση αφού ο τρόπος είναι ίδιος. Η ένωσή τους που είναι ο κύριος σκοπός ο έρωτας χάνεται αδοκίμαστος και σχεδόν απαρατήρητος κι ένας μηχανικός ερεθισμός του ενστίχτου σ’ εκείνο το πάλεμα κι ο καθένας ζει λαχανιασμένος την ορατική μοναξιά και σε μια στιγμή η γυναίκα λέει απερίσκεπτα μοιάζει ν’ αναζητούμε κάποιο θεμελιώδες σφάλμα που είναι η αιτία. Ο άνδρας ξαφνιάζεται και του κάνει φοβερή εντύπωση. Ναι λέει και γίνεται έμμονος σκοπός και χάνει την ασυνειδησία της ποίησης και γίνεται αλύπητο διανοητικό μαρτύριο. Σχεδιάζουν και επαναλαμβάνουν προσεκτικά κι ύστερα από κάθε λέξη και κίνηση κοιτάζονται μήπως ο άλλος αντιλήφθηκε τίποτε. Συνέχεια κι ο άνδρας ύστερα λέει όχι κι ίσως θα πρέπει αλλιώς ν’ αρχίσουμε κι όχι σε μια λέξη ή κίνηση αλλά σε μιαν ορισμένη σειρά από λέξεις και από κινήσεις σ’ έναν συνδυασμό ορισμένο κι ίσως στη σειρά σπίτι πόδι… κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Η ΕΚΔΡΟΜΗ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1982 – ART by Lucy Campbell painting )


ΣΑΝ ΦΩΝΗ ΣΕ ΦΡΑΓΜΕΝΟ ΑΥΛΟ (5η συνέχεια επιλογής αποσπασμάτων από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά)
Μ’ αρέσει το θέατρο είχε πει η νοσοκόμα. Έγειρε το κεφάλι και μονολογούσε συναισθηματικά. Φτωχέ μου Βάνια μη κλαις. Θ’ ακούμε τους αγγέλους και θα βλέπουμε ψηλά τα αστέρια κι η κακία μας κι ο πόνος θα χαθούν μέσα στην αγάπη που θα πλημμυρίσει όλο τον κόσμο κι η ζωή μας θα είναι όμορφη και χωρίς κακία και πόνο. Θυμηθείτε είπε αυτός εύθυμα θυμηθείτε το Ραβδοσκόπο. Μ’ αρέσει το μελαγχολικό είδος αλλά και το επιβλητικό λέει η νοσοκόμα η τραγωδία με συγκλονίζει. Μιλούσε σαν μια γυναίκα με όχι σπουδαία μόρφωση που θέλει να δείξει καλλιέργεια. Πάντως ο Ραβδοσκόπος λέει αυτός. Ένας που ξέρει πως είναι μεγαλοφυΐα κι όμως δεν μπορεί να εκδηλωθεί κι έχει όλες τις ειδικές καταστάσεις που προσιδιάζουν σε μια ζωή καταραμένη κι ευλογημένη από τη φύση που είναι η μεγαλοφυΐα. Μόνο που δεν μπορεί να δημιουργήσει και να φανεί. Σα φωνή σε φραγμένο αυλό. Σκέφθηκε πως αν ενωθεί με μια γυναίκα σπάνια σε ψυχή και πνεύμα σπάνια όσο γίνεται σε γυναίκα. Αν κάνει τέτοιο γάμο τότε το παιδί που θα γίνει θα είναι μια μεγαλοφυΐα τελειωμένη και μια φυσική αναδίπλωση. Το παράξενο ζευγάρι αποτραβιέται από τον κόσμο και κλειδώνεται και ζουν σε μια ένταση τρομακτική. Την διατηρούν υπολογισμένα και καθημερινά και το πετυχαίνουν με ασταμάτητη ομιλία και κινήσεις μια ηφαιστειακή ένταση και δημιουργούν τις συνθήκες. Ένα πλαστό πάθος και κάθε φορά ο εξουθενωτικός διάλογος τέλειωνε μέσα σ’ ένα αργό φτερούγισμα χειρονομιών. Πού και πού ξαφνικές λέξεις ξεσπούν από το στόμα τους ή και συλλαβές. Επιζητούν να είναι αποκαλυπτικοί και αθυρόστομοι και το μόνο που καταφέρνουν είναι μια ασυναρτησία από υπαινιγμούς ιδεών και εννοιών κι υπαινιγμοί λέξεων και κινήσεων κι όλα αυτά μοιάζουν πως υποψιάζονται κάποιο βασικό σφάλμα και μ’ εκείνο τον τρόπο προσπαθούσαν να το εντοπίσουν το σφάλμα κι επαναλαμβάνουν από την αρχή αναλυτικά όλες τις εκδηλώσεις τον λόγο και την κίνηση. Πού είναι κρυμμένο το σφάλμα κι αποκεί ξεκινά το κακό.

Αυτό το παρατήρησε η γυναίκα πρώτη. Σ’ εκείνους τους παροξυσμούς της αδιάκοπης ποίησης γιατί μοιάζει με ποίηση αφού ο τρόπος είναι ίδιος. Η ένωσή τους που είναι ο κύριος σκοπός ο έρωτας χάνεται αδοκίμαστος και σχεδόν απαρατήρητος κι ένας μηχανικός ερεθισμός του ενστίχτου σ’ εκείνο το πάλεμα κι ο καθένας ζει λαχανιασμένος την ορατική μοναξιά και σε μια στιγμή η γυναίκα λέει απερίσκεπτα μοιάζει ν’ αναζητούμε κάποιο θεμελιώδες σφάλμα που είναι η αιτία. Ο άνδρας ξαφνιάζεται και του κάνει φοβερή εντύπωση. Ναι λέει και γίνεται έμμονος σκοπός και χάνει την ασυνειδησία της ποίησης και γίνεται αλύπητο διανοητικό μαρτύριο. Σχεδιάζουν και επαναλαμβάνουν προσεκτικά κι ύστερα από κάθε λέξη και κίνηση κοιτάζονται μήπως ο άλλος αντιλήφθηκε τίποτε. Συνέχεια κι ο άνδρας ύστερα λέει όχι κι ίσως θα πρέπει αλλιώς ν’ αρχίσουμε κι όχι σε μια λέξη ή κίνηση αλλά σε μιαν ορισμένη σειρά από λέξεις και από κινήσεις σ’ έναν συνδυασμό ορισμένο κι ίσως στη σειρά σπίτι πόδι Μπίρμιγχαμ κορυχογραμμή ή πόδι Μπίρμιγχαμ κορυφογραμμή σπίτι ή στη σειρά να ακουμπάμε το τραπέζι κι ύστερα στον τοίχο κι ύστερα το μέτωπό σου ή πρώτα τον τοίχο κι ύστερα το τραπέζι κι ίσως εδώ είναι το κλειδί κι αποκαλυφθεί η πλάνη μέσα στο αστραφτερό μυστήριο της μαγείας. Αρχινούν τις νέες δοκιμές χιλιάδες χιλιάδων συνδυασμοί λέξεων και κινήσεων που τις διορθώνουν κι ανακατατάζουν και ξανά.  Φέρνουν άνω κάτω το σπίτι κι ύστερα ο άνδρας λέει ίσως στο χτίσιμο του τοίχου και στο ύφασμα του χαλιού και στο κάρφωμα των σανιδιών. Αρχίζουν να χαλούν το σπίτι κι η γυναίκα σέρνεται γιατί η κοιλιά της έχει κιόλας φουσκώσει αρκετά. Εμφανίζεται ένας άνθρωπος άγνωστος. Ποιος είστε εσείς; απορεί ο άνδρας κι από πού μπήκατε αφού η εξώπορτα είναι κλειδωμένη από τότε. Όχι του θυμίζει η γυναίκα κι ήταν μια απ’ τι κινήσεις μας το ξεκλείδωμα της πόρτας. Είμαι ας πούμε ένας εξερευνητής λέει ο ξένος και μήπως έχετε να μου δώσετε να κοιμηθώ; Φύγετε δεν έχουμε καιρό λέει ο άνδρας κι ο ξένος παρατηρεί μα καθώς βλέπω εσείς έχετε περισσότερη ανάγκη από ύπνο παρά εγώ. Σας βλέπω ξαγρυπνημένους κι εξαντλημένους και στην κατάσταση που βρίσκεται η κυρία. Η γυναίκα πετάγεται και του εξηγεί παρόλο που ο άνδρας της κάνει νόημα αλλά είναι πια αποκαμωμένη και νιώθει ευγνωμοσύνη στον ξένο. Ίσως μπορέσω να σας βοηθήσω λέει ο ξένος κι εκείνοι ρωτάν ποια είναι η πραγματική σας ιδιότητα γιατί η εμφάνισή σας προδίδει μιαν ασυνήθιστα ιδιότητα. Είμαι ραβδοσκόπος. Ναι είστε ο άνθρωπος που χρειαζόμαστε  και θα είστε ένας αληθινός ραβδοσκόπος αφού ήρθατε σ’ εμάς…
Κι επομένως αφού τα απορρίψαμε όλα και μαζί ένα πράγμα σωστό και το ν’ απορρίπτεις το σωστό είναι χειρότερο από το να μη το ξέρεις. Σταμάτησε χάνοντας τη σκέψη του και κοίταξε το ραβδοσκόπο σαν να ήθελε με το βλέμμα του να αποτελειώσει εκείνο που προσπαθούσε να πει και στο τέλος φώναξε υστερικά το όργανό σας είναι μπλόφα κι αγυρτεία η γέννηση! αδύνατο να είναι τόσο ασήμαντο κι ανεπανόρθωτο το βασικό σφάλμα. Επομένως κι επομένως θεέ μου τι λέει. Λέει με εκνευρισμό ο ραβδοσκόπος η σχολαστικότητά σας δεν έχει όρια. Και τι το νοιάζει το ραβδί μου αν τ’ απορρίψατε ή δεν τ’ απορρίψατε προφυλάξτε. Προφυλάξτε τη γυναίκα. Να προφυλάξω; τα χάνει εντελώς ο άνδρας. Αχ τη γυναίκα την γυναίκα ηλίθιε φωνάζει με απελπισία ο ραβδοσκόπος φοβάμαι είναι αργά και σας προειδοποίησα. Επιτέλους ο άλλος καταλαβαίνει και ρίχνεται μπροστά και ο ραβδοσκόπος με δυσκολία συγκρατεί το ραβδί και πιάνεται με το άλλο χέρι από το τραπέζι και φωνάζει πάρτε την από δω κλειδώστε την αχ δεν γίνεται τίποτε πια. Το ραβδί σέρνει το ραβδοσκόπο και το τραπέζι αναποδογυρίζει κι ο ραβδοσκόπος φωνάζει και το ραβδί τον τραβά στο κρεβάτι απ’ όπου ακούγονται οι πόνοι της γυναίκας κι ο άνδρας πετάγεται νικημένος στον τοίχο κι ο ραβδοσκόπος είναι τώρα πάνω από το κρεβάτι και το ραβδί μη φωνάζει ο άνδρας μη. Είναι μεγαλοφυΐα. Αυτό είναι μεγαλοφυΐα αυτό σας λέω είναι μεγαλοφυΐα. Και γεννιέται το τέρας λέει η νοσοκόμα με κακία. Ποιο τέρας η γυναίκα σήκωνε τα χέρια να φυλαχτεί λέει λαχανιασμένος αυτός. Κοιτάζει τη νοσοκόμα αλαφιασμένος και με φρίκη λέει το τέρας και χαμηλώνει το κεφάλι να προστατευτεί και με φρίκη βλέπει γύρω με πανικό προς τη θαμπή φυλλωσιά που ανασαίνει αργά σαν κοιλιά κοιμισμένου ζώου. 

ΕΠΙΣΚΕΨΗ: Θα πάει να δει εκείνους τους φίλους. Τους παλαιικούς που κατοικούν σ’ ένα μεγάλο σπίτι και πανύψηλοι τοίχοι με μια ξύλινη πόρτα άνοιγε όσο να περάσεις κι ύστερα την έσπρωχνες και σέρνονταν βήχοντας στο τσιμέντο της αυλής οδός Δοϊράνης. Παράθυρα στενόμακρα και χαμηλά στο πάτωμα και μια σκάλα στενή και θεόρατη με πολλά γυρίσματα και τα περβάζια ουρανιά και σκεβρωμένα. Τα τετράγωνα μικρά τζάμια στο χώρισμα της σάλας μπλε κόκκινα πράσινα και χρωμάτιζαν τον ήλιο κι ο αφώτιστος διάδρομος που έβγαζε στην κουζίνα που είχε έναν εξώστη που έβλεπε στην παιδική πλατεία που τότε είχε ορύγματα κι η Ελισσώ είχε πηδήσει το όρυγμα με τα ψηλά κι αλύγιστα πόδια κι έτρεχε γελώντας κι ένα κορίτσι τη νύχτα σε μια ταράτσα τραγουδούσε την Ίρμα. Ίρμα και τα πλούτη όλου του κόσμου. Ο καπετάν Λαμπρινός θα φέρει τα πράγματα με το καΐκι κι ο γιος του ο Μάνιος σγουρομάλλης και λιγνός και μιλούσε τσεβδά κι η γυναίκα του καπετάνιου είχε ένα δάχτυλο σπασμένο στράβωνε λοξά και καβαλίκευε τα άλλα. Από την άλλη μεριά της πλατείας το σπίτι της κυρίας Σκαρλατίνας γιατί είχε πεθάνει μια γυναίκα από εξανθηματικό κι οι φίλοι στο ψηλό σπίτι απέναντι. Το σπίτι της κυρίας Σκαρλατίνας ήρθαν το βράδυ με φακούς και το σφράγισαν κι οι συγγενείς είχαν φύγει από πριν κλαίοντας κι αυτό το σπίτι ήταν ο πρώτος του θάνατος. Το σπίτι των φίλων είχε ίλιγγο με τις στενές σκάλες και ταράτσες με ψιλά κι αραιά κάγκελα και τα παράθυρα χαμηλά στο πάτωμα σαν πόρτες που μπορούσες να πέσεις και μεγάλες πήλινες σόμπες που άναβαν και φέγγιζαν τα παραθυράκια τους και πως ήταν γραπωμένος στο παράθυρο του δρόμου στο χείλος του σπιτιού. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και ξαφνικά το πάτωμα κατηφόρισε κι αυτός κατρακύλησε κρεμάστηκε στο παράθυρο κι έτρεμε θα έπεφτε στον δρόμο. Κι από την ταράτσα μόλις κρατιόταν το πόδι του από ένα κάγκελο όμως αυτό ήταν μακριά και δεν το έφτανε. Το ψηλό σπίτι σαν ουρανός κι η γη κάτω χαραγμένη τρεμουλιαστά παιδικά σχέδια γιατί ευτυχία υπάρχει μονάχα στη μνήμη. Ξεκίνησε από πρωί γιατί ήταν πολύ μακριά και τους είχε ειδοποιήσει πως θα πήγαινε και φανταζόταν τη σκηνή που θα ξαναβλέπονταν γελούσε μόνος στον δρόμο. Αν και τους έγραφε τους έβλεπε κατά καιρούς στο δρόμο κι έξω από μακριά. Στο δρόμο γελούσε και μιλούσε λέξεις ξεχασμένες και γνωστές. Έφτασε σούρουπο κι είδε το σπίτι με φωτισμένα και μεγάλα παράθυρα και σαν να ήταν πιο μεγάλα και πιο πολλά κι όλα φωτισμένα με ρόδινο φως στο σούρουπο κι ήταν σιωπηλό. Έτσι φαινόταν παράξενος ο φωτισμός με τη σιωπή.  Έσπρωξε με δύναμη την πόρτα κι άνοιξε διάπλατα με ευκολία γλίστρησε στο τσιμέντο και κάθονται όλοι ασάλευτοι στην κορφή της σκάλας. Σα να ποζάρουν σε ζωγράφο και κατάλαβε πως είχαν γίνει βασιλείς αν και φορούσαν κοινά ρούχα και κατάλαβε αμέσως πως είχαν γίνει βασιλείς και κρατούν στα χέρια τα στέμματα ακουμπισμένα πάνω στα γόνατα. Γέμισε από την παλιά κι αφελή συγκίνηση του λαϊκού ανθρώπου προς το βασιλιά τρυφερότητα και τρυφερή περηφάνια ντροπή και σεβασμό κι αγάπη και προπαντός η πίκρα ενός πόνου χωνεμένου για το ανέγγιχτό τους το απαραβίαστο και ξαναμμένος τους χαιρετά από κάτω με αγαθή κι αδέξια οικειότητα των λαϊκών υποταχτικών κι αυτοί χαμογέλασαν αχνά και με απαλή φιλία έκλιναν τα αλαζονικά και περίλυπα κεφάλια τους και τα μαλλιά τους σαν χρυσά στο φως των παραθύρων… 



ΤΙ ΕΡΗΜΙΑ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΛΕΕΙ Η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΗ ΓΥΜΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΥ ΛΑΜΠΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΧΩΜΑ (6η συνέχεια επιλογής αποσπασμάτων από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά): 
Στη μέση του κόσμου το ψάρι και παίρνει ζωή όλη η γη εκείνης της ώρας. Στη θέση ενός ανθρώπου που περπατά κι ενός σκυλιού ή έστω ένας άνθρωπος περπατά στην παραλία και ξαφνικά τον πιάνει επιληψία ή ένα παιδάκι που πέφτει ένα καλώδιο και παθαίνει ηλεκτροπληξία κι ένας σκύλος που περνάει ένα αυτοκίνητο και ψυχομαχάει. Αντί για όλα αυτά το ψάρι χοροπηδά και σκορπά τα λέπια του στις πέτρες. Είναι μια κτηνωδία και πρέπει να ενεργεί σε κάποιο εφιαλτικό συμπέρασμα. Η Διονυσία δείχνει τη θάλασσα και λέει χαμογελαστά η θάλασσα των Σαργάσσων. Η Διονυσία λέει ξέρετε γιατί σας τηλεφώνησα. Για τη Μαριέττα λέει αυτός ναι για την Μαριέττα λέει και η Διονυσία και σωπαίνει. Πώς είναι; την ρωτάει. Δεν είναι καλά απαντά η Διονυσία χαμηλόφωνα δεν είναι καλά είπε απλά μ’ ένα τρόπο υπόκωφο που αυτός τον ένιωσε τρομαχτικά εμφαντικό κι αποκαλυπτικό. Την βλέπει τυραννισμένη κι αδύνατη με τα μεγάλα μάτια και τα πεταμένα μήλα και τα κατάμαυρα αχτένιστα μαλλιά κι ένα πρόσωπο που το ήξερε άγριο και σαν πεινασμένο και τώρα είναι μαλακωμένο από λύπη για τη Μαριέττα. Ξαφνικά της λέει αυτή τη στιγμή τώρα εδώ σας αγαπώ γι’ αυτή σας τη φράση και γι’ αυτό το πρόσωπό σας. Η Διονυσία λέει καταλαβαίνω και δεν θέλω να κάνω εύκολη ψυχολογία αλλά χαρήκατε που μαθαίνετε πως η Μαριέττα δεν είναι καλά. Όχι λέει αυτός κι αυτή τη στιγμή δεν σκέφτομαι καν τη Μαριέττα και για σας μιλάω. Μη παρεξηγείτε λέει η Διονυσία κι εννοώ πως χαθήκατε αλλά όχι από εγωισμό και μην υποπτευθείτε από εγωισμό ή ίσως και από εκδίκηση κι αυτός είναι ο λόγος που με είδατε ικανοποιημένη από τον ενθουσιασμό σας κι όχι επειδή με αφοπλίσατε με την εξομολόγησή σας και κολακεύτηκα με φιλαρέσκεια ύποπτη. Μην αναστατώνεστε λέει αυτός κι αντίθετα η δική μου εκδήλωση είναι παρεξηγήσιμη κι ένας άλλος θα έβλεπε ασυγχώρητη σκληρότητα κι όμως σας ξαναλέω αυτός ο ενθουσιασμός που  είπατε δεν έχει καμιά σχέση με την Μαριέττα και μια καμιά σχέση με το νόημα των λόγων σας είναι σα να μη μιλούσατε εκείνη τη στιγμή με τη Μαριέττα… Ανάμεσα στους δύο ανθρώπους θα υπάρχει πάντα ένας μεσολαβητής κι αυτή στο εξής θα είναι η μορφή της κάθε σχέσης τριπλή. Ο μεσολαβητής έχει λεπτή ικανότητα και δεν απαρνείται τη ζωή κι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος γιατί αλλιώς αποξενώνεται από τον εαυτό του κι από τους άλλους και θα χάσει την αισθηματικότητά του κι επομένως και το δύσκολο κι ειδικό τρόπο συμπεριφοράς. Έχει κι αυτός τους σημαδεμένους του λέει ο διακοσμητής κι ύστερα με χοντροκοπιά λέει τα βρίσκω πολύ γυναικεία. Γιατί τότε η σχέση μας με τον μεσολαβητή θα είναι η ιδεώδης και κάθε άλλη σχέση περιττεύει και να που επανερχόμαστε στον ορθόδοξο διπλό δεσμό κι ο μεσολαβητής γίνεται ο στενότερος φίλος μας και δικαίως με τόση κατανόηση κι επιείκεια δυσεύρετη και στον πιο εκλεκτό μας φίλο. Εκτός κι αν και στη νέα αυτή σχέση με τον μεσολαβητή χρειαστεί μεσολαβητής κι ούτω καθεξής. Όμως οι μεσολαβητές λέει η Διονυσία δεν είναι απλοί άνθρωποι και δεν μπορούμε να σχετισθούμε μαζί τους έχουν φυσιογνωμία αποκρουστική. Όμως είπατε λέει ο διακοσμητής είναι συνηθισμένοι άνθρωποι. Όχι λέει η Διονυσία έχουν κάτι το υπερφυσικό που εμποδίζει. Το αγγελικό κι όχι εννοείται το αγγελικό με την έννοια της αγνότητας και της καλοσύνης…
Η Διονυσία πήγε στο Ναυτικό Όμιλο. Στην παραλία ένας άνθρωπος κάθεται στο μαντήλι του απλωμένο καταγής και στον Όμιλο μερικοί διακοσμούσαν για χορό κάρφωναν θυρεούς και πυρσούς κι ένας πηγαινοέρχεται και δίνει διαταγές ας τον πούμε διακοσμητή και ρωτά τη Διονυσία με κοιτάζετε έτσι επίμονα σας θυμίζω κανέναν δικό σας; Η Διονυσία τον ρωτάει εκείνες οι κάθετες σημαίες θ’ ανεμίζουν έτσι; Ο διακοσμητής από ευγένεια λέει ακριβώς αν θέλετε να μας δώσετε μια γνώμη σαν γυναίκα κι η Διονυσία προχώρησε στον στύλο με τις σημαίες και το κεφάλι της μπερδεύεται στις γαλάζιες ουρές των σημαιών και κοιτάζει μακριά σαν αφηρημένη και παραμέρισε τις σημαίες σαν να ήταν κουρτίνες παραθυριού και κοιτάζει ανάμεσά τους. Γυρνάει και λέει εκείνες οι δάφνες μου θυμίζουν. Είχαμε στο παλιό σπίτι ένα μεγάλο κήπο με γύρω λαμαρίνες κι οι λαμαρίνες ήταν στημένες όρθιες για φράχτης από κείνες τις αυλακωτές. Ήταν δυο δένδρα δάφνες κι η μια ήταν στην άκρη του κήπου κι ακουμπούσε στις λαμαρίνες κι έβγαινα τα κλαδιά της έξω στην σκάλα του διπλανού σπιτιού κι ανάμεσα στην σκάλα και τις λαμαρίνες ήταν ένα χώρισμα αρκετά βαθύ.  Τότε με τους κομμουνιστές ήρθαν δυο κορίτσια της νεολαίας να κόψουν δάφνες για στόλισμα για μια γιορτή στο δημοτικό σχολείο. Το ένα κορίτσι πήγε από το διπλανό σπίτι να φτάσει τα κλαδιά της ακρινής δάφνης κι ανέβηκε στην σκάλα κι έκοβε γέρνοντας μπροστά. Τεντώθηκε και πέφτει στο χώρισμα ανάμεσα στην σκάλα και στις λαμαρίνες και η όρθια κόψη της λαμαρίνας την πετυχαίνει στο πρόσωπο. Την είδα που την πήραν κι έκλαιγε ξεσχισμένη κι είχε ένα κόψιμο στο πηγούνι κάτω από το στόμα μια παχιά ματωμένη γραμμή κι έμοιαζε σα να είχε δυο στόματα. Η Διονυσία κοιτάζει τον διακοσμητή κι εκείνος ρωτάει σας θυμίζω κανέναν; κι η Διονυσία λέει ο δικός μας άνθρωπος έχει το σημάδι ένα παλιό χτύπημα ή νυχιά ή και φυσικά στίγματα κι αυτό είναι ζήτημα δικαιολογημένης προσοχής αλλά είναι το ίδιο σαν να του κάνουμε εμείς το σημάδι ώστε να τον ξεχωρίζουμε και να τον αναγνωρίζουμε.

Η Διονυσία για πρώτη φορά παρατηρεί το αγόρι που κάθεται δίπλα τους. Ένα αγόρι κάθεται πιο εκεί καταγής και κάτι μαστορεύει δεκαεξάχρονο κι ολόγυμνο η γύμνια του λάμπει πάνω στο χώμα. Δουλεύει κι έχει ένα μικρό χαμόγελο και χωρίς να τους κοιτάζει φαίνεται να παρακολουθεί με χαμόγελο. Η Διονυσία βλέπει έκπληκτη το αγόρι. Της έκανε εξαιρετική εντύπωση. Η Διονυσία λέει είμαι μεσολαβητής. Ο διακοσμητής είπε μέσα του είναι αφελής και λέει ναι καταλαβαίνω. Όμως πρέπει ο καθένας μας να στηρίζεται στον εαυτό του κι αυτό οι περισσότεροι το λεν με πικρία όμως εγώ το λέω με περηφάνια. Είστε αφελής λέει η Διονυσία κι οι μεσολαβητές είναι απαραίτητοι κι όχι μόνο σε παρεξηγήσεις και διαφωνίες. Δεν είναι τόσο ασήμαντη η αποστολή τους κι ο ρόλος τους δεν είναι στοιχειωδώς συμφιλιωτικός κι είναι ουσιαστικά συμφιλιωτικός κι είναι απαραίτητοι σε κάθε σχέση. Είναι σαν εξομολογητές και σαν μεσολαβητές.  Είναι άνθρωποι με σπάνια αντίληψη με γνώσεις και με μεγάλη πείρα και πρώτα απ’ όλα μ’ επιείκεια. Τους επιτρέπεται κάποια θεατρικότητα κι υπερβολή να είναι παραστατικοί αφηγητές κι εννοώ να αναπτύσσουν με τέχνη στον άλλον με καίριες λέξεις και πιστευτό πάθος να αναπτύσσουν τη σημασία ενός πράγματος που τους εκμυστηρευόμαστε και κυρίως να μην είναι στην πραγματικότητα είρωνες ώστε να τους είμαστε ειλικρινείς γιατί η ειλικρίνεια φοβάται περισσότερο την ειρωνεία παρά την ακατανοησία. Με εμπιστοσύνη θα εξηγούμε στον μεσολαβητή πώς έχει ακριβώς μια κατάσταση κι αυτός θα αναλαμβάνει επιδέξια να το κάνει αντιληπτό στον άλλον και να το προσαρμόζει. Γιατί αν λείπει από τη μέση ο μεσολαβητής θα πρέπει διαρκώς να βασανιζόμαστε σε ατέλειωτες δικαιολογίες και κι επεξηγήσεις και να παρουσιάζουμε κάθε φορά αποδείξεις ότι λέμε την αλήθεια ή να μηχανευόμαστε πώς να κρύβουμε την αλήθεια.

Ανάμεσα στους δύο ανθρώπους θα υπάρχει πάντα ένας μεσολαβητής κι αυτή στο εξής θα είναι η μορφή της κάθε σχέσης τριπλή. Ο μεσολαβητής έχει λεπτή ικανότητα και δεν απαρνείται τη ζωή κι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος γιατί αλλιώς αποξενώνεται από τον εαυτό του κι από τους άλλους και θα χάσει την αισθηματικότητά του κι επομένως και το δύσκολο κι ειδικό τρόπο συμπεριφοράς. Έχει κι αυτός τους σημαδεμένους του λέει ο διακοσμητής κι ύστερα με χοντροκοπιά λέει τα βρίσκω πολύ γυναικεία. Γιατί τότε η σχέση μας με τον μεσολαβητή θα είναι η ιδεώδης και κάθε άλλη σχέση περιττεύει και να που επανερχόμαστε στον ορθόδοξο διπλό δεσμό κι ο μεσολαβητής γίνεται ο στενότερος φίλος μας και δικαίως με τόση κατανόηση κι επιείκεια δυσεύρετη και στον πιο εκλεκτό μας φίλο. Εκτός κι αν και στη νέα αυτή σχέση με τον μεσολαβητή χρειαστεί μεσολαβητής κι ούτω καθεξής. Όμως οι μεσολαβητές λέει η Διονυσία δεν είναι απλοί άνθρωποι και δεν μπορούμε να σχετισθούμε μαζί τους έχουν φυσιογνωμία αποκρουστική. Όμως είπατε λέει ο διακοσμητής είναι συνηθισμένοι άνθρωποι. Όχι λέει η Διονυσία έχουν κάτι το υπερφυσικό που εμποδίζει. Το αγγελικό κι όχι εννοείται το αγγελικό με την έννοια της αγνότητας και της καλοσύνης.  Τι ερημιά λέει η Διονυσία κοιτάζοντας γύρω κι ύστερα κοιτάζει το γυμνό παιδί και ξαναλέει ερημιά. Ερημιά; γέλασε ο διακοσμητής. Η Διονυσία λέει με ελαφρότητα. Θα σας δώσω μια συμβουλή. Τη συμβουλή να μην θυμάστε τις κακές σας πράξεις γι’ αυτούς και τις καλές σας πράξεις για σας κι έτσι θα βρείτε την ηρεμία σας και δεν θα μορφάζετε όταν θα είστε μόνος και θυμόσαστε. Τι ακινησία και σιωπή λέει ανήσυχη η Διονυσία και σηκώνεται κοιτάζει γύρω. Αν τους φωνάξω δεν θ’ ακούσουν. Πώς τον λένε εκείνον; Ηλία απαντάει ο διακοσμητής αχαριστία αυτό θέλετε να πείτε; Ηλία φωνάζει η Διονυσία και λέει όχι αχαριστία τι σχέση έχει η αχαριστία όχι αντίστοιχα καλές και κακές Ηλία. Και προπαντός εκείνες τις μικρές παρατηρήσεις και τις μικρές αναμνήσεις και τα σημάδια. Ηλία. Θα φύγω λέει η Διονυσία. Πού πάτε αποκεί λέει ο διακοσμητής. Η Διονυσία δεν ήθελε να περάσει κοντά από το αγόρι εκείνο. Ένας εργάτης φωνάζει στο αγόρι και γελά. Το αγόρι πετάγεται όρθιο. Φωνάζει και τρέχει ανάμεσα στα ξύλα και στις σωριασμένες σημαίες και χορεύει φωνάζει το γυμνό σώμα κομματιάζεται σε φωνές και κινήσεις άγριες και περιγελαστικές. Οι εργάτες ξεκαρδίστηκαν στα γέλια και την κοιτάζουν

Ξαφνικά της λέει αυτή τη στιγμή τώρα εδώ σας αγαπώ γι’ αυτή σας τη φράση και γι’ αυτό το πρόσωπό σας. Η Διονυσία λέει καταλαβαίνω και δεν θέλω να κάνω εύκολη ψυχολογία αλλά χαρήκατε που μαθαίνετε πως η Μαριέττα δεν είναι καλά. Όχι λέει αυτός κι αυτή τη στιγμή δεν σκέφτομαι καν τη Μαριέττα και για σας μιλάω. Μη παρεξηγείτε λέει η Διονυσία κι εννοώ πως χαθήκατε αλλά όχι από εγωισμό και μην υποπτευθείτε από εγωισμό ή ίσως και από εκδίκηση κι αυτός είναι ο λόγος που με είδατε ικανοποιημένη από τον ενθουσιασμό σας κι όχι επειδή με αφοπλίσατε με την εξομολόγησή σας και κολακεύτηκα με φιλαρέσκεια ύποπτη. Μην αναστατώνεστε λέει αυτός κι αντίθετα η δική μου εκδήλωση είναι παρεξηγήσιμη κι ένας άλλος θα έβλεπε ασυγχώρητη σκληρότητα κι όμως σας ξαναλέω αυτός ο ενθουσιασμός που  είπατε δεν έχει καμιά σχέση με την Μαριέττα και μια καμιά σχέση με το νόημα των λόγων σας είναι σα να μη μιλούσατε εκείνη τη στιγμή με τη Μαριέττα. Γι’ αυτό που κάνετε για την Μαριέττα και για το πρόσωπό σας για την Μαριέττα κι ας μην ήταν η Μαριέττα. Σας είπα λέει η Διονυσία ότι δεν εννοούσα από εγωισμό και δεν σκέφτηκα καθόλου πως ήταν σκληρότητα και για το εύκολη ψυχολογία που είπα αυτό το εύκολη αφορά τη νοημοσύνη μου και όχι τη ψυχολογία σας. Και πώς μπορώ φώναξε η Διονυσία να σας ψυχολογήσω και με ποιο δικαίωμα. Δεν σας ταιριάζει λέει αυτός αυτή τη ταπεινότητα και αντίθετα σας ταιριάζει αυτή η δυσπιστία κι εκείνη η ιστορία με το ψάρι και περισσότερο σας ταίριαζε το η Θάλασσα των Σαργασσών. Η Διονυσία δεν απαντά κι αυτός με σπουδή λέει δεν εννοώ επιτήδευση και πώς θα μπορούσα να εννοώ ύστερα από κείνον τον θαυμάσιο λόγο σας για την Μαριέττα και πόσο θαυμάσιος. Εκείνη την ιστορία με το ψάρι την έβγαλα από το νου μου λέει η Διονυσία αφού μου ταιριάζει η δυσπιστία. Πείτε μου λέει αυτός πείτε για την Μαριέττα παρόλο που είναι δύσκολο κι αν όχι αδύνατο και μάλλον μου είναι αδύνατο να σας αναλύσω τη στάση μου απέναντί της και δεν είμαι από κείνους που εξηγούνται κι η απολογία μου ήταν ψέματα κι αυτό πρέπει να σας κάνει να πιστέψετε την ειλικρίνειά μου αφού θα μου ήταν ευκολότατο και βολικό να επινοήσω μια πειστική απολογία και όχι από μυστήριο. Από οίκτο; επειδή ξέρετε την ιστορία μου; Από οίκτο τι; ρωτάει αυτός. Πως με αγαπάτε λέει η Διονυσία. Δεν με αναστάτωσε λέει η Διονυσία η εξομολόγησή σας και θα σας μιλήσω για την Μαριέττα έστω μόνο και μόνο για να είμαι συνεπής σε ό,τι είπα σ’ εκείνον τον άνθρωπο στον Όμιλο αν και κοκκινίζω στην ιδέα πως θα μπορούσε να παρακολουθεί αυτή τη συνομιλία μας κι ωστόσο έχω την εντύπωση πως μας παρακολουθεί από κάπου αθέατος. 

Οι άνθρωποι έχουν επάνω μου μιαν ακατανίκητη επιρροή. Δεν έχω κινήσεις και βλέμματα και τόνο φωνής κι όλα αυτά είναι μιμήσεις από τους άλλους ανθρώπους και δεν φεύγουν από το νου μου οι άνθρωποι κι όχι οι άνθρωποι. Η Μαριέττα κι εσείς εκείνος στον Όμιλο κι εκείνος που κάθεται στη θάλασσα πάνω στο μαντήλι του. Είμαι ένα διάστημα και περιέχω όλους τους ανθρώπους κι όχι τα αισθήματά τους και τις σκέψεις τους αλλά τα πρόσωπά τους και τα μέρη του κορμιού τους το χρώμα των ρούχων τους τα δάχτυλα κι άλλη δυνατότητα να ζω δεν έχω παρά να τους παρακολουθώ και να τους φαντάζομαι και να τους υποδύομαι κι ακόμα και το πρόσωπό μου αλλάζει κι όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπινα κομμάτια η μύτη το μέτωπο  οι ακρινές ακραίες τριχίτσες των φρυδιών τα λόγια το χέρι τα διακρίνω ξεχωριστά κι αταίριαστα να αιωρούνται πάνω απ’ τους ανθρώπους κι από τα σπίτια και φωσφορίζουν μέσα απ’ τα σβηστά παράθυρα και μέσα από τις νύχτες τα διακρίνω το μάτι του στην άσφαλτο το μέτωπό του στον ουρανό.  Πώς να μην αναστατώνει λέει η Διονυσία ένας τέτοιος λόγος και μια κίνηση που φανερώνει κάποιο αίσθημα. Ο δεσμός λέει η Διονυσία ανάμεσα σ’ ένα άτομο και στον μεσολαβητή και στην πιο αρχή του η προσέγγιση κάποιου προς έναν μεσολαβητή απαιτεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κι απλή προσέγγιση απαιτεί τη βοήθεια ενός νέου μεσολαβητή κι είναι αυτό που κορόιδεψε εκείνος ο άνθρωπος. Εδώ έχει σημασία η φορά του νέου μεσολαβητή που πρέπει να είναι από τον πρώην μεσολαβητή προς το άλλο άτομο για χάρη του πρώην μεσολαβητή γιατί ο μεσολαβητής για τον εαυτό του έχει μεγαλύτερη ανάγκη μεσολάβησης προς τους άλλους κι αυτό δείχνει η αιτία που τον έκανε να γίνει μεσολαβητής αν είναι ανώδυνο αυτή η αιτία να αποκαλυφθεί. Εσείς δεν ξέρετε παρά την εξωτερική πλευρά της ιστορίας και την ατάραχη πρόσοψη του σπιτιού κι επειδή οι μεσολαβητές ποτέ δεν αποποιούνται μια προσέγγιση κι αυτό είναι σαν ηθική αρχή και προαποφασισμένο κι όμως είναι απελπισία και όχι ευχαρίστηση κι αυτή η αρχή κι αυτή πάλι δεν είναι ξένη προς την αιτία που έγιναν μεσολαβητές…

Οι δρόμοι έξω από τις πόλεις είναι ερημικοί χάνονται μέσα στα βουνά και δεν υπάρχει γι’ αυτούς θάλασσα δεν υπάρχει να χυθούν νικημένα δένδρα χαίρεσαι λάμψη κι άσπρο πλατύ φτερουγίζει στον ίδιο δρόμο στον ίδιο δρόμο και ξέρεις πως δεν έρχονται για σένα και δεν έρχονται για κανέναν και ποτέ δεν ήρθαν έρχονται με φωνές πόσες φωνές στα τεντωμένα τους χέρια χαίρεσαι και χαίρεσαι και σφίγγεσαι ν’ αντέξεις στην ένωσή σας γι’ αυτήν έχεις ώρα εκδρομής τα ψηλά χόρτα και ο ήλιος τα δένδρα τα βουνά οι κόκκοι του χώματος ευτυχισμένες πατημασιές ζώων ένα κλαδί κι ένα χαρτί ο στύλος κι ένα κρανίο αρνιού η ελιά τα σύρματα μητέρα μου. Ήρθαν πέντε άνθρωποι στους δρόμους, πέντε παληκάρια, έτρεχαν φώναζαν με πανικό πέρασαν κι έφυγαν φώναζαν και χάθηκαν. Άναψαν τα παράθυρα κι οι πόρτες οι αυλές, Βγήκαν έξω ρωτώντας. Φώναξαν κι έτρεξαν στους δρόμους - Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το βιβλίο Η ΕΚΔΡΟΜΗ]


επόμενη 7η ΣΥΝΕΧΕΙΑ αποσπασμάτων από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά:  Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΕΒΛΕΠΕ ΤΑ ΓΥΜΝΑ ΠΟΔΙΑ ΚΙ ΕΝΙΩΘΕ ΤΟ ΣΚΟΠΟ Ν’ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ…  

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΦΩΛΙΑΖΕΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ Σ’ ΟΠΟΙΟ ΚΑΛΟΥΠΙ (σε ατελεύτητη ροή του ανθρώπου μες στις λέξεις όπως ρέουν και οι λέξεις μες τον άνθρωπο):

Ξέρω εδώ πως θα πεθάνω, το σώμα μου δίχως καμιά βοήθεια στραγγίζει τους τελευταίους σφαδασμούς, ξέρω πως θα πεθάνω εδώ, δεν μπορώ πια να πλησιάσω τους άλλους πιο κοντά από τη βολή της λαλιάς τους και δε φαίνεται κανένας να καταλαβαίνει εκείνα που εγώ φωνάζω, τίποτε, ούτε ένα αντικείμενο δεν μου ανήκει μήδ’ η γαβάθα του ζητιάνου μήδε και το ραβδί του, οι Κολπίσκοι και τα Υποβρύχια τοπία, οι Πηγές τα Πολυτρίχια και τα Φτερουγίσματα μες το Δάσος άδεια καυκιά είναι, ρινίσματα του απείρου όλα αυτά χάσκουνε από ανυπαρξία, δεν είμαι πια θνητή είμαι θανατωμένη τώρα, τα λόγια που ακολουθούν είναι εκείνα που νομίζω ότι τα λένε οι άλλοι, μια παρέα αγόρια βγήκανε σεργιάνι, δέρνουνε τον αέρα με λεπτές βίτσες λυγαριάς και τραγουδάνε… [απόσπασμα από το ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΚΥΜΑ παραλλαγή αφιερωμένη στον Ανδρέα Καμπά από τη συλλογή της Ματση Χατζηλαζάρου ΕΚΕΙ-ΠΕΡΑ ΕΔΩ – ART by ALEXANDER MARANOV painting ]




ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΑΓΟΡΙΑ ΒΓΗΚΑΝΕ ΣΕΡΓΙΑΝΙ, ΔΕΡΝΟΥΝΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΜΕ ΛΕΠΤΕΣ ΒΙΤΣΕΣ ΛΥΓΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
είχανε λαμπερές γυάλινες χαίτες εκείνες οι μαύρες φοράδες
δίχως καπίστρια και παρωπίδες
τα ρουθούνια χνουδωτά όλο χάδι και δροσιά
καλπάζανε μες τον άνεμο
τρία μέτρα ακριβώς πάνω απ’ το βάλτο
κάθε φορά που συναντούσανε ένα σύννεφο ομίχλης
το άφρισμά τους γινότανε κόκκινα γαρύφαλλα
κι έβλεπες καθαρά μια σειρά νότες
σαν της Μικρής Νυχτερινής Μουσικής

ένα αγόρι της παρέας έπεσε στην αγκαλιά καποιανής
τσαμπί της φιστικιάς ζεσταμένο από τον ήλιο
δεν μπορώ να το ξεχάσω

ένας άνθρωπος καθισμένος πάνω στα βράχια αγναντεύει τη θάλασσα

ο χρόνος φωλιάζει ξανά και ξανά σ’ όποιο καλούπι
θε να του πλάσεις
σε ηφαίστεια
σε φτέρες
σε φύλλα καρδιάς
σε χρυσαετούς
σε ήλιους
σε αχινούς
σε χελώνες της θάλασσας
ο χρόνος φωλιάζει ξανά και ξανά σ’ όποιο καλούπι
θε να του πλάσεις
στα νησιά του Πάσχα
στα μάτια σ’ όλα τα μάτια από τότε που υπάρχουνε
σε έρωτες
σε κρυφές φωτιές
σε άβυσσους
σε βαρύγδουπους ήχους  όταν μεταναστεύανε
οι προϊστορικές αγέλες
σε μύθους
σε ταξίδια στο διάστημα
σε λαμπρές ρώγες στήθους που ’ναι τ’ άστρα του ουρανού
σε μάχες
σε έτη φωτός
σε μικρόβια
σε ατελεύτητη ροή του ανθρώπου μες στις λέξεις
όπως ρέουν και οι λέξεις μες τον άνθρωπο

ψιλή φωνή και γέλια μικρού κοριτσιού

μη φεύγεις κοίτα στρίβεις την κλωστή
γύρω απ’ το δάχτυλό σου
την ανεβάζεις τυλίγοντας λοξά ως την άκρη
και μετά τη χώνεις έτσι ανάμεσα απ’ το νύχι και το κρέας
α, α αυτά τα μικρά γαλάζια πρηξίματα
όταν σφίγγε κανείς δυνατά
α πώς μ’ αρέσει
κοίτα το δένδρο
θα μετρήσω
όλες τις σταυροβελονιές
που δείχνουνε τα γυμνά κλαράκια
ψηλά στον ουρανό
περίμενέ με μα περίμενέ με

κάποιος σκύβει και λέει

να αισθανθείς την τεράστια κοιλιά μιας γυναίκας
έτσι που τανύζεται και σπρώχνει
τα πόδια ορθάνοιχτα
για να φέρει στον κόσμο ένα παιδί
αγαπάω την τεράστια κοιλιά
της γυναίκας που ξεγεννάει
εσύ λεβέντισσα σπαράζεις δίχως κλάματα
μην τα φοβάσαι τα χέρια μου
ξέρουνε πολλά περισσότερα
απ’ ό,τι έμαθε ποτέ το βλέμμα μου
είναι της καρδιάς μου χάδι ν’ αγγίξω αυτό που γεννιέται
τα μέλη τα μικροσκοπικά και το κεφαλάκι σουφρωμένα
όμοια με τα βλαστάρια προτού ξεδιπλωθούνε

η φωνή εκείνου που σκύβει γίνεται όλο και πιο έντονη

να καλή μου άλλη μια βαθιά ανάσα τώρα έρχεται το ’πιασα
να έπιασα το πηγούνι του τι θαυμάσια πλησμονή σ’ αυτό το δεμάτι
ζωή όλο παλμοί και σαλέματα είναι εδώ όπως τη φωλιά με τους
νεοσσούς ξαναβρίσκω το σφυγμό τρεις και τέσσερις φορές παιδί
που ξεπρόβαλες απ’ την κοιλιά της μάνας σου ήλιος μες το αίμα
να ’ναι η ζωή του φλόγα και φως όσο αληθινή είναι τούτη η
ώρα

ο άνθρωπος καθισμένος πάνω στα βράχια

ρώτα ν’ αναδυθούμε
να νιώσουμε τα πράγματα
όπως οδεύουμε χαράζοντας το σύμπαν
ν’ ακμάσουν πρώτα
κάθε σάλος που ξεσπάει
φουσκώνει
άλλο ένα κύμα
μες στην ατέρμονη δίνη
ο άνθρωπος με εργαλεία που ξεφυτρώνουνε
στην άκρη των χεριών του
και στην άκρη των χειλιών του
οι λέξεις

γυναικεία φωνή μες σ’ ένα σπίτι

μια μυρωδιά νοτισμένη απλωνότανε ενώ οι χαρές και τα βλέμματα
τύλιγαν με κορδέλες όλη τη ζέση που βλασταίνει ανταύγειες
ακινησίας σιγά ανατρέπονται  και κάθε κίνηση γυαλίζει το τσαμπί
των μελαχρινών μαλλιών κολλημένα στο πρόσωπο εδώ ούτε εδώ
ούτε μια μέρα με στίγματα από φαντασιώσεις εσύ καταυγάζεις το τέλος
μιας μοναξιάς αν και δεν είσαι ο έρωτας σε σένα οι εικόνες αναδεύουν
ένα μεγάλο φλόκο και κύματα καρδιάς
πώς κάνεις και παίρνεις λόγια πάνω στο στήθος μου
ανάβεις τις χειρονομίες μας με άστρα
και μετράω το κεχριμπάρι των ναι ναι
με ακτινοβολείς με τις δροσερές παλάμες σου
αν και δεν είσαι ο έρωτας
σπιλιάδες με φυσάς
σ’ αυτά τ’ ατέλειωτα απογέματα λαχανιασμένα από Απρίλη
και στο Παρίσι οι ανεμώνες με τα μάτια ορθάνοιχτα
μια μυρωδιά νοτισμένη απλωνότανε
ενώ οι χαρές και τα βλέμματα τύλιγαν
με κορδέλες όλη τη ζέση που βλασταίνει

είμαι αποτελειωμένος
της ζωής μου οι στάχτες δε θα νοιαστούνε αν ορισμένοι κάθε φορά
ΤΩΡΑ ζώνουνε πιο γρήγορα τον φλοιό της γης
κι αν κάθε φορά εκτοξεύονται πιο μακριά απ’ τη γης

ο άνθρωπος καθισμένος πάνω στα βράχια

ο χρόνος φωλιάζει ξανά και ξανά σ’ όποιο καλούπι
θε να του πλάσεις
μες στη φλογοβόλα μάζα
στα πέρατα του αιθέρα
που ξεπερνάει χιλιετηρίδες ατμούς
και μες τα ηφαίστεια που καταβαραθρώνουνε
ύδατα και πετρώματα
και πάνω στ’ αφρισμένα κύματα των ωκεανών
όπου με φρικτούς βορβορυγμούς
ολόκληρα αρχιπέλαγα αναδύονται

για να στριφτεί ένα σπλάχνο έως το μαβί του άνθισμα
για να πλαστεί ο ασβέστης ενός καύκαλου ή ενός σκελετού
είναι που κάποιος σάλος ξεσπάει
και φουσκώνει
άλλο ένα κύμα!..

[Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Ερχομός, δεσμός, αναχώρηση: να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]


Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

ΟΔΥΝΗ Η ΣΑΡΚΑ ΟΔΥΝΗ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΚΙ Η ΚΑΘΕ ΠΡΑΞΗ ΟΔΥΝΗ, ΟΔΥΝΗ Η ΛΗΣΜΟΝΙΑ ΚΙ Η ΘΥΜΗΣΗ:

Έτσι είπε ο Ben. Προχώρησε μονάχος στην πλαγιά στ’ ασημένιο φως των ελαιώνων, Κάτω κοιμόταν το ποτάμι μαύρο –φύτεψα πολλά ποτάμια συλλογίστηκε πικρά. Ο αγέρας δάγκωνε μεσ’ απ’ τα φύλλα το κορμί. Ήταν ήλιο ακόμα κρύος τον εννοούσαμε όπως έσκυβε να χωθεί στον ουρανό. Όταν κοιμήθηκε σ’ ολάκερη τη γη ο Ben άναψε τη φωτιά μια νύχτα εσύρθηκε απαλά μες στα κενά του κόσμου ο Ben συνδαύλισε με το μακρύ του ξύλο τη φωτιά ποτάμια φύτεψα και ξύλα συλλογίστηκε πικρά μαυρίσανε και πάνε. Εδώ δεν αποκρίνεται κανείς. Είπα κατέβα ποιος ν’ αποκριθεί; Μια νύχτα εγλίστρησε απαλά μεσ’ απ’ τους αστερισμούς. Μέσ’ απ’ τον πρώτο κόσμο εφώναξα οδύνη η σάρκα οδύνη το μυαλό κι η κάθε πράξη οδύνη, οδύνη η λησμονιά κι η θύμηση χιλιάδες χρόνια πάλεψα να φέρω φως την άνοιξη πουλιά να σταματήσει το αίμα. Πάσχισα να σου φυλάξω τ’ άνθη τούτα δροσερά έλεγα θα ’ρθεις και πριν και τώρα και μετά σώμα μισό του φεγγαριού τ’ άλλο μισό πιο χαμηλά την ώρα που ανεβαίνουν τα νερά γυμνό από μέσα πιο γυμνό σα φλέβα ήρθε η φωτιά βασίλεψε κι η στάχτη της φωτιάς απίστευτα γοργή μεμιάς εσφάλισε τον κόσμο. Έτσι είπε ο Ben. Μια νύχτα εκύλησε απαλά απ’ τη σιωπή κι εγύρισε ξανά μες τη σιωπή. Σημάδια από αίμα πρόσωπα όλα χάρτινα σαλεύανε τη μνήμη χάνονταν κι ο γέροντας στην κάμαρη μ’ ορμήνευε τις άλλες ώρες να μετράω τα λάφυρα κουφάρι θλιβερό να το λυπάσαι χαμογέλασε με φρόνηση ερεθίζοντας τις νέες σειρήνες γυμνή ξεράθηκε η φωνή του την ακούω να δυναμώνει μεσ’ απ’ τα χαρτιά. Πώς να σηκώσω τη σάρκα ετούτη τώρα την οδύνη μου μες στα κενά του πρώτου κόσμου; Τάχα σωστά κοίταζα τη φωτιά και μίλησα, τάχα έσπειρα σωστά γνώση και γνώση γύρα μου, τάχα σωστά η ψυχή  μου γύρεψε καταφυγή στους άλλους που την είδανε στη χλόη τ’ ασήμι και το φως; Στον πρώτο κόσμο η νύχτα απαλοσφίχτηκε με τους αστερισμούς οι εφημερίδες γύριζαν γυμνάζονταν για πόλεμο και πλάι ο Ben με δροσερά μαλλιά χωρίς κανένα μόλεμα στο σώμα του. Έφτασε η Νόρα γυμνωμένη το σκοτάδι μέσα της, δε μίλησε έφυγε νωρίς με το φρέσκο φεγγάρι. Πώς τη χτυπήσανε τα χώματα τη νύχτα που γυρίζαμε απ’ τους τάφους κι ήτανε χλωμή σαν άλλοτε κοιτάζοντας τον πρώτο μας νεκρό. Κι η πρώτη εικόνα ο Ben εκεί με δροσερά μαλλιά, φύτεψα ξύλα και ποτάμια συλλογίστηκε πικρά. Σου φύλαξα άνη κόκκινα. κι εφώναξα κι ήσουν παντού όπου φώναξα θυμάμαι που ήσουνα παντού μες τη φωνή μου μες το σαρκινό μου παραμιλητό κι εγύριζες όπως γυρίζουνε μετά από καταστροφή τα λόγια κι είχε η φωτιά φύλλα πολλά σαν άλλοτε σε σκέπαζαν με μοναξιά και θάνατο. Θυμάμαι σ’ έβλεπα μεσ’ απ’ τις φωνές μεσ’ απ’ τα χαρτιά πρόσωπο μες τα πρόσωπα των άπειρων ασάλευτων γερόντων που κοιτάζανε κι ορμούσα σπάζοντας με δύναμη κλαδιά και κρύσταλλα κι οι γέροι εκεί τεράστιοι με κοιτάζανε κι εκείνος ο ακριανός πολύν καιρό τον άκουγα ασπρομάλλης μίλησε τραβήξου να μαζέψω τα παλιά μου κόκαλα. Στο γύρισμα του κύκλου κάτω από το φως τραβήχθηκα. Μα το αίμα εγώ το γύρεψα το ξέρω μόνο εγώ. Από τα πριν σε πρόσμενα είπε ο Ben κι εχάθηκε στα φύλλα του ελαιώνα.    (δέκατο  ΑΣΜΑ του Τάκη Σινόπουλου, από τη συλλογή του  ΑΣΜΑΤΑ Ι-XI 1953 με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Ιστολογίου όγδοο, ένατο και ενδέκατο άσμα Άσμα – ART by INCREDI The journey  )



Άσμα VIII (Οδύσσεια)
Οι εφημερίδες έγραφαν. Μα δεν μπορώ να θυμηθώ
τον πόλεμο και το θαμπό νησί
χαμένο μες στους ίσκιους του μυαλού
και του πελάγου. Είδα το φέγγος της φωτιάς όπως κατέβαινα
του πόνου μου τη σκάλα. Κέδροι πλατανιές —
εκεί έλουζε το κόκκινο κορμί. Και τότε πίσω από το μαύρο
φως του Άδη ο Γέροντας με το χρυσό ραβδί:
— Δεν έχεις κούφιο νου. Τί σέρνεσαι γύρα απ’ το θάνατο;
πολέμα με το πέλαγο με την αρμύρα. Κοίτα
ξαναγυρίζει η Ελένη αστραφτερή
σταφύλι ήχος αυλού και σμάλτο.

Οι εφημερίδες έγραφαν. Πού να σκαλίζεις τώρα.
Η μεταμέλεια κείτεται εις πολύ βάθος όμως
τη νύχτα αυτή γυρεύοντας επίμονα κάποιο κορμί φωτιά
και κρύσταλλο δεν ξαναφάνηκε
στη διψασμένη μνήμη μήτε καν εικόνα χάρτινη επιπλέοντας.
Ράχη του δελφινιού πλευρό πρασινισμένου καραβιού
οι αστερισμοί κοιτάζοντας το μαύρο και τη μοναξιά
κάτω απ’ τον ουρανό η Μεσόγειο ένα άδειο πέλαγο
σα δάσος απανθρακωμένο σα νεκρή σειρά αριθμών
και το ποτάμι νά το μες στις άκαρπες ιτιές
κανένα πλοίο εκεί σημάδι από άραγμα κανένα
κι αν σε ρωτήσουνε τί θέλεις;
πονώ ώς το κόκαλο θ’ αποκριθείς
ταμ ταμ
εδώ ανασταίνοντας τη θύμηση
μες στο μενεξελί-μαύρο νερό το τύμπανο σημαίνει.

Στο κόκκινο στιγματισμένο δέρμα φέραμε
σημάδια ότι κερδίσαμε μαλάματα μετάξι κούρσος
ολάκερο καθώς το πλοίο παράδερνε ακυβέρνητο
στο μέγα κύκλο του μεσημεριού.
Κι εγώ
φώναξα φύσαγε ο σιρόκος δυνατά φώναξα πίσω απ’ τα πανιά
κυλούσανε τα βράχια ανασαλεύοντας απ’ το βυθό τη θάλασσα
ΜΗΔΕΙΣ φώναξα δυνατά
κι εγύρισε η Ελένη ακούγοντας μες στ’ όνειρο
κι είπα θα ’ρθει η Ελένη θά ’ρθει από τους ουρανούς
κι ήμουν εκεί μισό κορμί στην κάψα του ήλιου
τ’ άλλο μισό σβησμένο από πολλά
σκοτάδια ή στοχασμούς.
Εδώ
περάσαμε και τις Ηράκλειες εποχές. Τα λάθη ερχόντανε
κοπαδιαστά ο αγέρας θρόιζε φέρνοντας μηνύματα
μιας άλλης γης. Κόκκινη η πρύμη παραμέριζε τα ρύγχη των κυμάτων
κι ο μπούσουλας γυρίζοντας πεισματικά
κι εδώ στο μέγα στόμα του γιαλού
χαζεύανε τυφλοί πολεμιστές.
Εδώ ο ξανθός Ελπήνωρ
σπασμένο κόκαλο στη έρημη μεσημεριάτικη γαλήνη
εδώ ο σφαγμένος βασιλιάς την ώρα του λουτρού
κι η Θέκλα χρόνους τώρα ερεθισμένη μουρμουρίζοντας
ένα παράξενο σκοπό κι ο Stephen σύντροφος
του σύγχρονου Οδυσσέα
κόκαλο ποτισμένο απ’ το κρασί μες στη δροσιά της κάμαρης
κι ο Μέγας Ήλιος στρέφοντας ολοένα σε Ήλιο καίγοντας
με δύναμη ό,τι απόμενε
φθαρτό. Τί ν’ απομείνει;

Όμως εγώ που φώναξα
χαράζοντας με το μαχαίρι μου τη φλούδα του κορμιού
κι απ’ το ξερό λαρύγγι ολόγυμνη ξεκόβοντας
πνιγότανε η κραυγή στο σιωπηλόν αιθέρα: Ελένη
είπα θα ’ρθει η Ελένη θά ’ρθει από τους ουρανούς.

Στου Αλκίνοου το νησί —
πώς να σ’ αγγίξω εσένα δροσερέ κλώνε μηλιάς —
θα σε ρωτήσουνε τί θέλεις τότες
ο Βασιλέας με φύκια ώς το λαιμό και το τσιμπούκι του
καπνίζοντας ακόμα δυνατά τ’ απομεσήμερο
μετά το φονικό που βούιξαν οι Μυκήνες
τα καφενεία σφαλίσανε στοιβάξανε
πρόχειρα τις καρέκλες πανταχού παρούσα η μαντική φωνή
κάτασπροι γέροντες στις έρημες αυλές
κι ακόμα καλοκαίρι εκεί φυσούσε
διαβολεμένος άνεμος παντού φέρνοντας αίμα απ’ το λουτρό
κι ακόμα καλοκαίρι εκεί
κι αλλού με την Ελένη ολάκερη
στον κόσμο που καιγόταν.

Πλάγιασε τώρα κι άκου
σημαίνει δυνατά το τύμπανο πάνω από τα νερά
του ποταμιού. Μες στον αχό της μέρας που άνοιγε στίφη κλαδιών
σε δάσος πορφυρό πεύκα και δρυς κι ελάτια
πυκνά σα να ’ταν πέλαγο η φωνή
του παγωμένου κότσυφα μες στην πρωινή ασημένια καταχνιά
πιο κάτω ο ψίθυρος τον ύπνο εσάλευε. Κοιμήσου. Στο νησί —
το τύμπανο ταμ ταμ—
του Αλκίνοου εσήμαινε μες στο μενεξελί μαύρο νερό.

Άσμα IX (Σκέρτσο)
Ένα ζεστό πρωί μεσ’ απ’ τους γυμνούς
κλάδους της μοναξιάς
τιου-λακ ηχώ της μοναξιάς
αιφνίδιο ανέβασμα στον αίθριο κόσμο
ανέβα ανέβα ανυψωθήκαμε
λάμνοντας πάνω απ’ τις έρημες σκιές στην είσοδο
του κόσμου ηλιοσταγόνα
τιου-λακ διαπέρασε τη μοναξιά.
Εδώ
κυρίες λουτρά μέσα στα φύλλα εικόνες λαμπερές
νομίσματα ξανθά και μαύρα εικόνες λαμπερές
τιου –λακ ηχώ της μοναξιάς
η πρώτη διάφανη αίσθηση
η πρώτη ανάμεσα σιωπής αναλαμπή
το πρώτο ανέβασμα στον κόσμο όπου η φωτιά
γυρίζει κι ερεθίζει.

Ήμουν εγώ κι εσείς. Κινούμενοι κι ακίνητοι
βγαίναμε τώρα από τις σκιές πιο πέρα από τις σκιές
αναμερίζοντας δειλά το φως. Ανάκρουσμα
συλλογισμού τιου-λακ η πρώτη αναλαμπή
τι τάχα
το κούφιο βάρος βάσταξα βαστάξαμε – απογύμνωση
και στέρηση κι οδύνη κι απογύμνωση
κι ο ψίθυρος στο βάθος του λουτρού
κι η νόστιμη αύρα ερέθισμα
ρυτίδωνε τον ύπνο οδύνη ερέθισμα απογύμνωση
κι οδύνη πώς να ορίσω
τούτο το σάλεμα κινούμενο όνειρο
φέγγος ονείρου μέσα στο όνειρο.
Χτυπήσαμε κι εγώ κι εσείς
πρώτος ο χτύπος για τη μοναξιά
κι αμέσως ο ήχος αποκρίθηκε απογύμνωση
και στέρηση κι οδύνη κι απογύμνωση-
τι τάχα βάσταξα τόσον καιρό
το βάρος τούτο.
Ανέβα-ανέβα ανυψωμένος
μέσα από τα σφιχτά κλαδιά που με σκεπάζουν είμαι
στον ήχο επάνω ένα κομμάτι από λησμονημένο πέλαγο
παιχνίδι του νερού στον άμμο ένα χαλίκι ράθυμο
μπορώ να θυμηθώ τη ράχη του ψαριού
μπορώ να βάλω στη σειρά
τα βράχια τη σιωπή και τ’ όνειρο τα ψάρια από το πέλαγο
μπορώ ν’ ανιστορήσω λεπτομέρειες από την έκφραση
του κόλπου που φωτίζεται.
Κυρίες λουτρά
σε πλήρη καθαρότητα σε πλήρη αξία
κι αν είμαι ένα όστρακο πεισματικά πιασμένο από τη μοναξιά
γυρίζοντας ξανά στη μοναξιά
εγώ σειρά συλλογισμών ασύνδετων πικρός
αμετανόητος άφωνος τιου-λακ
η ηχώ της μοναξιάς κυλώντας στο κενό
τιου-λακ σαν ήμουν ψάρι και ταξίδευα
μονάχος ολομόναχος ακόμα ελπίζοντας –
κυρίες λουτρά –μια ταπεινή βαθιά
παράφορη κι απέραντη συγγνώμη.

Άσμα XI
Μιλούσαμε για σένα Φίλιππε. Μοιράσαμε
την έγνοια ανάμεσα σε πρόσωπα που γύριζαν ελπίζοντας
μιαν έξοδο — κινήματα ασταμάτητα σε απατηλές εικόνες.
Και την ψυχή τη χάσαμε γυρεύοντας μονάχα την αλήθεια
στον κόσμο αυτό της ταραχής.
Η Ελένη εστράφηκε
κατά τη θάλασσα περνώντας απ’ τη μνήμη μια παραίσθηση
μια οδύνη σ’ ένα σκυθρωπό χώρο σχημάτων.
Πίσω απ’ το φαγωμένο φράχτη ανάσαινε ανηφορικό
το κύμα σιγανό σύμβολο του παντοτινού.
Νά η θάλασσα γυμνή θρησκεία επάνω η στέγη
το καλοκαίρι ακόμα φρέσκο το κρατούσαμε
στον ήλιο ενάργεια εναλλαγή και λάμψη.
Η Ελένη
σώμα σιωπής κλεισμένο νόμισμα σπηλιά όπου κατεβαίνεις
ολοένα στα τυφλά — τόσοι πολεμιστές
βουλήθηκαν να το κουρσέψουνε σε πολιτείες κινδύνων.
Θέλω να ειπώ την ώρα του χορού. Μαλλιά κάτω απ’ το φως
πυρακτωμένα μαύρα εχόρευε με στοχασμό γυρίζοντας αργά
στο νόημα του ρυθμού.
Πόσο ήταν κόκκινη από τη γυμνότητα
πόσο βαθιά παντοτινή το μέγιστο γυρεύοντας. Ω Ελένη
Ελένη φύγε από το φως φώναξε ο Φίλιππος στο σύνορο
που σπάζουν την ψυχή τα λόγια ω διψασμένη της φωτιάς.
Η οργή αντιλάμπισε τον παραλογισμό στην κόρα του ματιού.
Τάχα σε ποιές ημέρες βρίσκεται η καταγωγή τούτου του πόνου
εκεί που ακινητούνε τα όνειρα και μοιάζουν γεγονότα.
Θυμήσου Ελένη ο λόφος με τα μήλα ανέβαινε από εδώ
και τότες ήταν ήλιος αφανίστηκε
ήτανε τότες ήλιος ο καλύτερος ξανάπε σιγανά
πιο απέραντος ο τόπος τα θηράματα
σα φώτα σιωπηλά στον ύπνο. Μα πώς να κερδίσουμε
το παρελθόν που υπήρξε αφού το σήμερα αγωνίζεται
κι αυτό να υπάρξει με σπασμένους άγκωνες δεν ξέρουμε αν
υπάρχει φέρνοντας μιαν υπερήφανη άνθιση ασυλλόγιστης
οργής στο καλοκαίρι τούτο που είναι αφάνταστα
πικρό. Δυο φουντωτές
συκιές στο βάθος τα κλαδιά κι η σκόνη ράγιζαν το φως.
Η Ελένη εμπρός στη θάλασσα θέλω να ζήσω συλλογίστηκε
με δύναμη. Μα εσείς ανάμεσα στην πυρκαγιά και την κραυγή
κρατήστε με να μη βουλιάξω με την αίσθηση
τούτης της μοναξιάς.
Ποιος φώναξε
θα φύγουμε όλοι αργά για το λουτρό καθένας με σχήμα του
κλείνοντας έναν κόσμο ολάκερο παραφοράς κι οδύνης
σαν έρθει από το λόφο νέο φεγγάρι. Κι όταν φύγουμε
του μάρτυρα το λόγο ποιός θ’ ακούσει;
Εκύλησε η φωνή
σβήνοντας χαμηλά. Κύκλοι σιωπής. Το καλοκαίρι ζωντανό
τα χόρτα ακόμη ζωντανά στ’ αντίφεγγο του φεγγαριού.
Ήρθε το νέο φεγγάρι βλέφαρο
χρυσό και μαύρο. Υπάρχουν
πέρα από μας ίσως μες στην ακινησία του χρόνου
μέρες πιο φωτεινές. Τότε θα σηκωθούν
για να γυρέψουν δίκιο και συχώρεση όλα που γεννήθηκαν
στον πόνο και τον παραλογισμό. Και συ θα ’σαι το ανάκρουσμα
της μέλλουσας επιστροφής.
Το ξέρω ναι ψιθύρισε
η Ελένη μπαίνοντας πικρή στη θάλασσα. Η φωτιά
και το χαμόγελο θα με γεννήσουν πάλι. Πέρα από τη φωνή
δεν άκουγε ούτε την οδύνη της. Και τότε
θα ’ναι όμορφα τα βράδια με το ροζ τραπεζομάντιλο
κι ο Φίλιππος —μιλούσαμε για σένα Φίλιππε—
πυροβολώντας άσκοπα πίσω από τις συκιές
θα ’ρχόταν ύστερα κουμπώνοντας το λερωμένο αμπέχονο.

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΟΤΑΝ ΤΟ ΜΑΤΙ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΞΕΝΟ ΚΑΙ ΣΤΕΓΝΩΣΕ Η ΑΓΑΠΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΤΡΥΠΙΕΣ ΨΥΧΕΣ:

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει. Βρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα κοιτάζοντας τα αναδυόμενα νησιά, κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν στον ύπνο τους, στον ύπνο μας. Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος της αδικίας. Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη αγάπη στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν, δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης στην ωμοπλάτη. Στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει, στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη. Βωμοί γκρεμισμένοι κι οι φίλοι ξεχασμένοι φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη. Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι που άγγιξε τον ορίζοντα… Ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό και βούλιαξε, βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες!..  [απόσπασμα από τη ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ από τη ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑ του Γιώργου Σεφέρη – ART by ESCHER day and night ]

 [Η Θήρα γεωλογικώς συνίσταται εξ ελαφρόπετρας και πορσελάνης, εν τω κόλπω δε αυτής… εφάνησαν και καταβυθίστηκαν νήσοι. Υπήρξε κέντρον αρχαιοτάτης θρησκείας, ένθα ετελούντο λυρικοί χοροί και αυστηρού και βαρέος ρυθμού καλούμενοι γυμνοπαιδίαι – ΟΔΗΓΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ]

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ
Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.



Βρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τα αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος της αδικίας.

Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
στην ωμοπλάτη.
Στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.

Βωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.

Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε το ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά
όταν δεν μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμα και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε από τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.

ΜΥΚΗΝΕΣ
Δωσ’ μου τα χέρια σου, δωσ’ μου τα χέρια σου, δωσ’ μου τα χέρια σου

Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή
τα χέρια μου.

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος απ’ το δικό μου χώμα
τυραννισμένος απ’ το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος απ’ τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.

Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ’ το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
το βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι –
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γένιά
τη μοίρα μας.

Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε της γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ’ ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

Μήτε και η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]