Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

ΦΥΣΗΞΕ ΜΙΑ ΑΞΑΦΝΗ ΠΝΟΗ ΚΙ ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΓΙΝΕ ΠΕΡΑΣΜΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

Εκείνη την εποχή που δεν υπήρχε στάλα νερό στο διψαλέο ποτήρι κι η μέρα ήτανε ένα δάσος ακίνητο με κάκτους άσπρους και σύρματα κι η γη ήτανε αγέρας σκόνη κι όνειρα πύρινα, εκείνες τις μέρες που ο ήλιος έτριβε τη ράχη του στην κοιλάδα κατακόκκινος και ματωμένος ακολουθώντας τα ίχνη ενός ποταμιού που ξεράθηκε ενώ τα δένδρα με γεροντικές φωνές εστρίβανε κατά το νότο παραμιλώντας για νερό και σύννεφα, εκείνο το καλοκαίρι που εγώ κάτω απ’ το μάτι του μεσημεριού συργιάνιζα διψασμένος κι έρημος σαν την πεντάρα στο κουτί του ζητιάνου, πάνω στο απόμερο οικόπεδο με τα πυρωμένα χορτάρια ανάμεσα στα ξανθά και σκούρα χώματα ένας ίσκιος λιγνός κινήθηκε προς το μέρος μου φύσηξε μια άξαφνη πνοή κι όλος ο τόπος έγινε πέρασμα ονείρων εσωτερικό ενός τεράστιου όργανου γεμάτου αντηχήσεις και μουσική. Αυτός έβγαλε το καπέλο του και χαιρέτησε. Εμένα με λένε Μαξ είπε Μαξ άκουσα να μιλάνε για σένα όπως μιλάνε για ένα σκυλί όμως δε μοιάζεις με σκυλί πιο πολύ μοιάζεις με πόδι ανθρώπου, νομίζω πως είσαι το πόδι μου είπε ο Μαξ. Εγώ σώπαινα στεναχωρημένος. Είναι καλύτερα να μοιάζεις με πόδι είπε ο Μαξ, τα πόδια είναι πιο ανήσυχα από τα μάτια τρίβονται με τη γη κουράζονται μαθαίνουν γι’ αυτό μην πικραίνεσαι για τίποτα μην πικραίνεσαι μου μίλησαν για σένα όπως μιλάνε για ένα σκυλί.  (επιλογές από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΞ )




Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΞ (συνέχεια)
Ὁ Μὰξ σώπασε μὰ ἡμουσικὴ ποὺ ἦταν γύρω μὲ τίποτα δὲ σταματοῦσε. Ἔβγαινε ἀ-
πὸ παντοῦ. Ἐκεῖνος δὲν ἄκουγε - νομίζω ἡ μουσικὴ δὲν ἀκούει τὸν ἑαυτό της.
Πᾶμε ὡστόσο πιὸ ἐκεῖ στὸ δέντρο
ἀγαπῶ τὰ δέντρα εἶπε ὁ Μὰξ
τότε τὸ δέντρο
ἀπὸ σκοῦρο ἔγινε καταπράσινο
ἔδωσε φύλλα καὶ δροσιὰ
πιὸ πέρα ἀνάβλυσε μία πηγὴ
ὁ Μὰξ δρόσισε τὸ πρόσωπό του
ὕστερα
πῆρε νερὸ στὶς φοῦχτες καὶ ἤπιε
ὕστερα
πῆρε ξανὰ καὶ μοὖδωσε νὰ πιῶ
πιὲς σκύλε νὰ ξεδιψάσεις εἶπε
τρυφερά.
Καθὼς ἔπινα ξανάκουσα ἐκείνη
τὴ μουσικὴ
σκέφτηκα ἡ μουσικὴ εἶναι στὸ νερό.
Ἀγαπῶ τὶς πηγὲς εἶπε τότε ὁ Μὰξ
συνήθως εἶναι εὐχάριστες
τὸ νερὸ πηγαίνει ἀνάμεσα στὸ χορτάρι
ἀνάμεσα στὸ χῶμα ἀνοίγοντας
τὸ ρεῦμα του
στρίβοντας ἐδῶ ἢ ἐκεῖ ν' ἀποφύγει
τὶς πέτρες
ὕστερα χάνεται μέσα στὴ γῆ
ὅλα πηγαίνουν στὴ γῆ
εἶπε ὁ Μὰξ
ὅλα πηγαίνουν κάτω.
Ἔτσι γνώρισα τὸν Μάξ.


Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Μὰξ
ἦρθε ξανὰ
πατώντας τὰ σκουπίδια.
Ὑπάρχουνε εἶπε ὁ Μὰξ πολλὲς πληγὲς
γι' αὐτὸ τὸ χέρι νἆναι καθαρὸ
ποὺ θὰ περάσει ἐπάνω.
Κοίταξε αὐτοὺς ποὺ περπατοῦν
ποιὸ πόδι μπαίνει ἐμπρὸς
ἢ ποιὸ διστάζει
βαστώντας τὸ κορμὶ σὲ φόβο.
Γιατί εἴμαστε σὲ φόβο εἶπε ὁ Μὰξ
μιλᾶμε μόλις μᾶς ἀκοῦν
στεκόμαστε μακριὰ ἀπ' τὸ φῶς
σὲ τούτη τὴ γωνιὰ τῆς κάμαρας
κοιτᾶμε ἀπ' τὸ παράθυρο
τί πρόσωπο ἔχει αὐτὸς ποὺ στέκεται
καὶ τὶ κινήσεις.
Πράματα ἀσήμαντα θὰ πεῖς
κουράζεσαι καὶ σκέφτεσαι ἄλλα
ὕστερα σοὔρχονται ὅλα ξαφνικὰ
δικάζεσαι γιὰ φόνο.
Γι' αὐτὸ τὰ μάτια σου νὰ τἄχεις ἀνοιχτὰ
νἆσαι συγκεκριμένος
ἂν τύχει κάποιος ποὺ διψᾶ
νὰ λὲς ἡ βρύση αὐτὴ ποὺ κεῖται ἐκεῖ
κι ὁ ἄλλος νὰ νιώθει τὴ δροσιά.

Τὴν ἴδια νύχτα κάτω ἀπὸ τὸν ξάστερο οὐρανὸ
ὁ Μὰξ εἶπε γιὰ τὴ νύχτα.
Ἡ νύχτα εἶναι τὰ μυστικὰ τῶν ἀνθρώπων
ποὺ βγαίνουν νὰ δροσιστοῦν.
Τὴ νύχτα ὁ πόνος τῶν ἀνθρώπων
ρίχνει τὸν ἴσκιο του
στὸν οὐρανό.
Ἐγὼ ἀνήκω στὴ νύχτα εἶπε ὁ Μὰξ
στὸ ἀστεροφώτιστο βασίλειο τοῦ αἰνίγματος
εἶμαι διαυγὴς καὶ ἥσυχος ὡστόσο
εἶμαι πάμφωτος
νιώθω τὴ νύχτα νἆναι τὸ κορμί μου
εἶπε ὁ Μὰξ
Κι ὑποφέρω.
Τὴν ὥρα ἐκείνη νόμισα πὼς ἄκουγα νὰ μπαίνει ἀπὸ παντοῦ ἡ θάλασσα.
Εἶναι τὰ δέντρα ποὺ ἀνασαίνουν εἶπε ὁ Μὰξ
μεταμορφώνονται σὲ σύννεφα
πολλὲς μεταμορφώσεις γίνονται
μέσα στὴ νύχτα
κι ἄξαφνα σταματάει ἡ καρδιά.
Ἔλα στὸ σπίτι μου εἶπε τότε ὁ Μάξ.
Καθότανε στὴν ἄλλη συνοικία
εἶχε πολλὲς οἰκοδομὲς
κι ἀνάμεσα φωνὲς γυναικῶν.
Ἐκεῖ στὸ ἀπέναντι οἴκημα καθότανε
καὶ τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαποῦσα τότε
ποὺ μὲ κοίταζε γλυκὰ καὶ μοὔλεγε δὲν τὴν καταλαβαίνω τὴν ἀγάπη σου μπαίνει ἀπ'
τὴν πόρτα μου πῶς μπαίνει ὁ ἀέρας στὸ λαιμὸ καὶ φέρνει βήχα. Μ' ἀρέσεις μὰ ἡ καρ­-
διά μου εἶναι ψηλά. Καὶ τώρα φύγε ὁ ἴσκιος σου μοῦ κόβει τὰ ὄνειρά μου. Ἦταν μία
πείνα μέσα της γλυκιὰ σὰν πυρετὸς πάνω σὲ χιόνι τρελὴ σὰν τὸ τζουλούφι ποὺ τὸ
παίρνει ὁ ἀέρας.
Ἐκεῖ λοιπὸν καθόταν ὁ Μὰξ
μονάχος σὲ μία τεράστια κάμαρη
γεμάτη πόρτες καὶ παράθυρα
μιὰ κάμαρη μὲ τοίχους καὶ καρέκλες ἥσυχες
γύρω τριγύρω λάφυρα
προβιὲς καὶ κύπελα κι ἄλλα παράξενα
ποὺ μέσα τους γυρόφερνε
μιὰ ἀμέριμνη γαλήνη.
Στὴ μέση ἀρμένιζε ἄσπιλος ὁ Μὰξ
φτωχότερος κι ἀπὸ τὴ φούχτα τοῦ καλόγερου
μιὰ ἄγρια φτώχεια πανύψηλη
καθὼς εἶναι οἱ κορυφὲς τῶν δασῶν
ὅταν περνᾶνε τὰ πουλιὰ
καὶ πᾶνε στὸ νότο.
Ὁ Μὰξ εἶπε
εἶμαι ἔξω ἀπὸ τὴ σφαγὴ τῶν ἀμνῶν
καὶ τῶν λύκων
πολλὲς φορὲς περπάτησα
πάνω στὸ τεντωμένο σκοινὶ
καὶ κάτω ἤτανε χιόνι
ἂν ἔπεφτα τὸ χιόνι θὰ γινόταν κόκκινο
δὲ συμπαθῶ τὸ κόκκινο
μήτε τὸ μαῦρο.
Κάθε φορὰ ποὺ συλλογίστηκα πάνω στὰ χρώματα
πήγαινα μὲ τὸ πράσινο.
Ἔτσι μιλοῦσε ὁ Μὰξ καὶ γινόταν δροσερὸς σὰν ἐσωτερικὸ καρποῦ. Μὲς στὴ φωνὴ τοῦ
Μὰξ ὑπῆρχε ἕνα μικρὸ φαναράκι ποὺ πιτσίλιζε τὰ λόγια του μὲ σταλαματιὲς ἡσυχίας.
Γιατί ὁ Μὰξ πίστευε στὸ πράσινο
πίστευε στὴν ὀργιαστικὴ βλάστηση
τοῦ μέλλοντος.
Εἶχε στὸ παρεθύρι του ἕνα μικρὸ γεράνι ἕνα μικρὸ πράσινο φῶς κι ἐκεῖ κάρφωνε τρυ­-
φερὰ τὰ μάτια του.
Ὅταν θὰ γίνουν ὅλα ἀπέραντα εἶπε ὁ Μὰξ
ὅταν κανεὶς δὲ θἆναι ἰδιοκτήτης
καὶ γυρίζοντας ἄξαφνα σὲ μένα
ὀνειρεύομαι ὅπως ὀνειρεύεται
τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαπᾶς εἶπε ὁ Μὰξ
κάθε πρωὶ τὴ βλέπω ποὺ χτενίζεται
ὕστερα προσπαθεῖ νὰ πηδήξει
τὸν ἴσκιο τῆς πολιτείας
μπερδεύεται καὶ γελάει.
Ἡ καρδιά μου σκιρτοῦσε ὀδυνηρὰ σκεφτόμουν τὶ σημασία ἔχουν ὅλα αὐτά.
Μὰ ἐσὺ μὴ λησμονήσεις ν' ἀγαπᾶς
εἶπε ὁ Μὰξ
ἡ ἀγάπη σὲ κάνει νἆσαι
σὰν ὄργανο μὲ ἑκατομμύρια χορδὲς
ἢ σὰν τοπίο.
Μοῦ ἀρέσουν τὰ τοπία
εἶπε ὁ Μὰξ
κι ἄγγιξε μὲ τὸ χέρι του
τὸν ὦμο μου.
Τότε ἦρθε πάλι ἐκείνη ἡ μουσικὴ
σκέφτηκα θἆναι ὁ ἀέρας.
Μὰξ τοῦ εἶπα μεῖνε μὲ τὰ ὄνειρά σου
ἐμένα ἄσε με νὰ φύγω
νὰ πάω μὲ τὰ δικά μου τὰ ὄνειρα
τὰ σκυλίσια μου ὄνειρα σ' ἕνα τενεκὲ
σκουπιδιῶν.
Τότε ὁ Μὰξ δάκρυσε
δάκρυσε γιὰ μένα.
Σ' ἀγαπῶ σκύλε εἶπε
ἡ φωνή σου εἶναι
γεμάτη βροχές.
Ἄκουσε τώρα
τοῦτο τὸ παραμύθι γιὰ τὴ νύχτα.
Μιὰ νύχτα ἡ Νύχτα πῆγε νὰ βρεῖ τὸν ἀγαπημένο της στὸ δάσος μὰ δὲν τὸν βρῆκε
πουθενά. Δάκρυα τὴ βρέχανε ὅσο ἔψαχνε καὶ φώναζε κι ὅταν ξημέρωσε κι ἡ νύχτα ἐ-
χάθη ἡ Νύχτα ἔγινε ἕνα μὲ τὸν ἀγαπημένο της στὴν ἀπουσία.
Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀπουσία εἶπε ὁ Μάξ.

Ἔτσι ὁ Μὰξ εἶχε μὲς στὸ λαρύγγι του κρυμμένο ἕναν κορυδαλλὸ γιὰ νὰ γλυκαίνει τὸν
πόνο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγαποῦσε μία φούχτα τριζόνια στὴν τσέπη του γιὰ τὶς νύ-
χτες τῶν ἐρωτευμένων. Οἱ ἀντίλαλοι ποὺ φώλιαζαν στὸ κορμὶ του ποτὲ δὲν ἔπαυαν.
Κάθε Χριστούγεννα ἔριχνε χιόνι στὰ παράθυρα τῶν ποιητῶν
γιὰ νὰ γράφουν ποιήματα εἶπε ὁ Μάξ.
Οἱ ποιητὲς πρέπει νὰ γράφουν ποιήματα
γιατί ἄξαφνα πεθαίνουν εἶπε ὁ Μάξ.
Μιλοῦσε καὶ γινόταν διάφανος
νόμιζα πὼς μποροῦσε
νὰ περπατήσει
ἀπάνω στὸ νερὸ τῆς θάλασσας
ἴσκιος πουλιοῦ
ἀέρας.
Γιατί ἤτανε πρωὶ ἀπὸ τὰ πλευρὰ τῆς θάλασσας πηδοῦσαν ψάρια τὸ ἄσπρο καὶ τὸ πρά­-
σινο δὲ σταματοῦσαν ὁ Μὰξ χαιρότανε τὴ σιωπὴ κρατοῦσε τὸ καπέλο του στὸ χέρι
καὶ χαιρέταγε τὴ θάλασσα.
Ὅλα ἐδῶ πέρα εἶναι ἁλμυρὰ
κι εὐχάριστα εἶπε ὁ Μὰξ
ἡ ἄμμος φεύγει μὲ τὸ πάτημα
ὅλα φεύγουν κι ἐνδίδουν
ὅπως
τὰ σώματα τῶν γυναικῶν τὶς νύχτες τοῦ Ἰουνίου.
Πιὸ πέρα τὸ χῶμα ἤτανε σκοῦρο σπίθιζε πέτρες θεμελιωμένες ἀντιστέκονταν ἐρχόταν
ξανὰ ἡ ὥρα τοῦ ἥλιου καὶ τῆς δίψας.
Ὅμως ἐγὼ εἶπε ὁ Μὰξ εἶμαι ἀρχιτέκτων
χρόνια καὶ χρόνια δούλεψα μὲ τὴ σιωπὴ
ἔχτισα ἀνάμεσα στὴ βλάστηση
σπίτια ποὺ ἔμοιαζαν μὲ χαμόγελα
κατοικίες ἐλαφρὲς ποὺ κράταγαν τὸν κάτοικο
ἀπ' τὴν ψυχὴ
ἔχτισα κι ἄλλα οἰκοδομήματα
ποὺ δίνανε τὴ ζεστασιὰ τῆς γῆς
σὰ νὰ μιλοῦσαν ἢ νὰ κοίταζαν
τὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων
ἀκόμη κι ἄλλα
ποὺ ἔμοιαζαν ἄστρα σύντροφοι
τῆς νύχτας ποὺ ἀγαπῶ καὶ μὲ δροσίζει.
Αὐτὰ εἶπε ὁ Μὰξ κι ἐγὼ ἀποροῦσα
γιατί ἦταν ἀρχιτέκτων ὁ Μὰξ
πολλὲς φορὲς χανόταν στὶς οἰκοδομὲς
ὕστερα ἐκεῖνες αὔξαιναν
μὲ μιὰ παράξενη λαμπρότητα.
Ὁ Μὰξ πίστευε στὴν ἀρχιτεκτονική τοῦ μέλλοντος. Σχεδίαζε τώρα ὡς τὴν
ἔσχατη λεπτομέρεια οἰκοδομήματα χιμαιρικῆς τελειότητας ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἀσύλληπτης τρυφερό-
τητας γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴ μοναξιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲ θάλειπαν τὰ κάρβουνα κι ὁ λύ­-
χνος μήτε τὸ παραγώνι κι ἡ φωτιὰ τὰ παλιὰ ρολόγια κι οἱ χαμηλὲς ζεστὲς γωνιὲς γιὰ
τὴ φιλία καὶ τὴ σιωπή. Αὐτὸ πολὺ τὸ σκεφτόταν ὁ Μὰξ
δοκιμάζοντας τὶς δυνατότητες
τῆς πέτρας τοῦ νεροῦ καὶ τοῦ κρυστάλλου.

Τώρα ὁ Μὰξ βρισκόταν
στὴν ἄκρη τῆς κάμαρης
παντοῦ ἤτανε φῶτα
σὰ χορεύτριες ποὺ ξεκουράζονται
φλυαρώντας
παντοῦ ἤτανε θαύματα
δεμένα τὄνα τ' ἄλλο
μὲ σπόγγους.
Ἀμίλητος ὁ Μὰξ
ἔγραφε μὲ τὸ κάρβουνο στὸν τοῖχο
πιστεύω στὴν καρδιά.
Δάκρυα πολλὰ τὸν ἔβρεχαν
σηκώθηκε ἡ χορεύτρια μὲ τὸ φωτεινὸ κορμὶ
τὰ σκούπιζε ἥσυχα
κι ὁ Μὰξ δὲ μιλοῦσε.
Τὸ βλέμμα του πήγαζε ἀπὸ τοὺς πιὸ μακρινοὺς δρόμους τῆς νοσταλγίας καὶ τῆς σιω-
πῆς κι ἐρχόταν πάνω μου πῶς ἔρχεται ἕνα παιδὶ ὀρφανὸ νύχτα καιρὸ μονάχο κι ἔρη-
μο στὴν παγωμένη πλατεία κλοτσώντας ποῦ καὶ ποῦ τὸ χιόνι σφυρίζοντας ἕν-δυό.
Κι ἐγὼ τὴν ὥρα τούτη συλλογιζόμουν πὼς ὁ Μὰξ πονοῦσε ἀφάνταστα γιατί πίστευε
στὴν καρδιὰ στὸ αἷμα ποὺ βουίζει ἀκατανόητα ζεστὸ μέσα σ' ὅ,τι κατορθώνει καμιὰ
φορὰ νὰ συνάξει ἡ ζωὴ ἐνὸς ὁλομόναχου ἀνθρώπου. Τὸ χέρι τοῦ Μὰξ τὄβλεπα ν' ἀπο-
χαιρετᾶ τώρα ἐκεῖνο ποὺ πόθησε καὶ δὲ στάθηκε βολετὸ ποτὲ του ν' ἀποχτήσει ἐνῶ
πίσω ἀπ' τὰ δακρυσμένα μάτια του κυλοῦσε ἕνας κόσμος ὁλάκερος παλεύοντας μὲ τὸ
κύμα τῆς μνήμης καὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ἀπογεύματα παγωμένα σὲ παραθαλάσσια καφενεῖα
λόγια ἀντιφατικὰ σὲ σπίτι τρέλας
τὸ ρετσίνι ποὺ κόλλησε στὰ δάχτυλα
ἡ βρύση ποὺ τρέχει στὴν κάμαρα τοῦ συνταξιούχου
τὸ ἀριστερὸ γάντι στὸ δεξὶ χέρι
τὸ ἀναμμένο τσιγάρο βαλμένο ἀνάποδα
μὲ τὴ φωτιὰ στὸ στόμα
τὸ ἐκκρεμὲς στὰ πόδια τοῦ νεκροῦ
ἡ ἐφημερίδα στὸ ἀκρογιάλι
ἡ βροχὴ
οἱ μέρες τοῦ 1939
τὰ γράμματα τοῦ 1940
ἡ μυρωδιὰ τοῦ ψωμιοῦ
πάνω στὴν κοιμισμένη πολιτεία
γιατὶ ἦταν ἀκόμα πολὺ πρωὶ οἱ κάτοικοι δὲν εἴχανε ξυπνήσει γιὰ νὰ πᾶνε στὴν καθη-
μερινὴ τους δουλειὰ μᾶλλον ἐγὼ φαντάστηκα πὼς μὲς στὴ νύχτα τούτη ὑπήρχανε χι­-
λιάδες φῶτα ὄχι ἡ νύχτα συνεχιζόταν σκοτεινὴ τὸ μόνο φῶς ἤτανε ἡ κουβέντα τοῦ
Μὰξ
καὶ τ' ἄστρα.
Ὁ Μὰξ εἶπε νὰ ὁ Σείριος ὁ Περσεὺς
ὁ Ἀλντεμπαρὰν
Ὁ Μὰξ εἶπε νὰ ἡ Παρθένος ὁ Σκορπιὸς
ἡ Κόμη τῆς Βερενίκης.
Πλειάδες Τοξότης Ἰχθὺς Ἀρκτοῦρος Κριὸς τρυφερὰ συστήματα τῶν ἄστρων ἀσημέ-
νιες γειτονιὲς ἀνοίγουν ξάφνου ἐκεῖ μιὰ πόρτα χαμογελοῦν καὶ χαιρετοῦν καὶ χάνονται
μὲς στὸ σκοτάδι πόνος κι ἀπόγνωση δὲ φτάνουν ὡς ἐδῶ.
Ξάστερη νύχτα ψίθυρος
τοῦ μισοφέγγαρου στὰ διάφανα βουνὰ
ἐνδιάμεσες σκιὲς
μιὰ θάλασσα σκιὲς καὶ φῶτα στὴν ἠρεμία
τῆς αἰωνιότητας
καὶ τὰ πουλιὰ
μιὰ θάλασσα πουλιὰ πάνω στὸ σκοτεινὸ γρασίδι πλάσματα ποὺ λάμπουν κι ἐμπιστεύο-
νται σ' ὅ,τι εἶναι διάστημα κενὸ κι ἀέρας. Κι ὄχι νὰ πεῖς τί θὰ κερδίσεις κι ἂν ἀκού­σουν
καὶ συγκατανέψουν τίποτα δὲν εἶναι κέρδος ὅλα ἔχουνε ἀφαιρεθεῖ.
Μὰξ ἔνιωσε τὶς σκέψεις μου ἅπλωσε τὸ χέρι του πάνω στὸ πρόσωπό μου.
Σκύλε εἶπε ξανὰ
μιὰ μέρα ὅταν θὰ γίνεις ἄστρο
ὅταν ἡ σκόνη σου καὶ τὰ ὄνειρά σου
θὰ γίνουν ἕνα.
Ὄχι ὄχι εἶπε ὁ Μὰξ πιὸ σταθερά. Ἂν χαιρόμαστε γιὰ ὅ,τι ἀποχτοῦμε ὅσο θλιβόμα-
στε γιὰ ὅ,τι χάνουμε ἂν ἡ ζυγαριὰ σταθεῖ ἀκίνητη τότε μποροῦμε σίγουρα νὰ ποῦμε
πιστεύω στὴν καρδιά. Καὶ τώρα πᾶμε. Ὁ δρόμος ἤτανε γεμάτος πέτρες σὲ σωροὺς κι
ὁ Μὰξ μὲ κρατοῦσε ἀπὸ τὸ χέρι νὰ περάσω ἀπέναντι καὶ νἄβρω πάλι τὸ σκυλίσιο μου
κορμί. Τότε εἶπε ὁ Μάξ.
Ν' ἀγαπᾶς ἐκεῖνο ποὺ σὲ περιέχει
τὸ ροῦχο σου τὸ αἷμα σου
ὅ,τι σὲ ποτίζει καὶ σὲ ζεσταίνει
ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸ κορμί μου
εἶπε ὁ Μὰξ
τότε μοῦ τυχαίνει τὸ θαυμάσιο
ἀκούω τὸν οὐρανὸ
πηγαίνω ἀνυπεράσπιστος
καὶ ζῶ μ' ἐκεῖνο τὸ ἄξαφνο
ποὺ ἔρχεται ἀκροπατώντας.
Ἔτσι
μπορῶ νὰ σμίξω τὸ ποτάμι
μὲ τὸ νερὸ
τὸ κλαδὶ μὲ τὴ θύελλα
την αὐγὴ μὲ τὸ στῆθος
τὴ μοναξιὰ
μὲ τὴ γυναίκα.
Ὅλα μπορεῖς νὰ τὰ σμίξεις ὅταν κοιτάζεις μέσα σου εἶπε ὁ Μάξ.
Μὰ ἐσὺ νομίζω δὲν ἀκοῦς
ἐσὺ εἶσαι ὁ πονεμένος
μέσα στὰ μάτια σου μὲς στὴ φωνή σου
ὑπάρχουν ἀνοιχτὲς πληγὲς
σὲ βλέπω νὰ τραβᾶς γιὰ τὴν ἀγάπη
τὸ κορμί σου λιγνεύει μέρα τὴ μέρα
καθὼς περπατᾶς
τὸ κορμί σου λιγνεύει νύχτα τὴ νύχτα.
καθὼς περπατᾶς
ὥσπου θὰ μείνεις ἕνας ἀέρας
ποῦ περπατάει
τραβώντας γιὰ τὴν ἀγάπη.
Ὅμως τὸ ἁλάτι εἶναι μέσα στὸ νερὸ τῆς θάλασσας ἡ ἀσπράδα εἶναι μέσα στὸ χιόνι.
Ἀγαπᾶς ὅταν ξεχνᾶς ποιὸς εἶσαι εἶπε ὁ Μάξ.
Τότε ἄκουσα νἄρχεται ξανὰ
ἐκείνη ὁ μουσικὴ
ποὺ εἶπα πιὸ πάνω.
Ἀλλὰ τώρα ἐγὼ πρέπει νὰ φύγω εἶπε ὁ Μάξ. Κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ σὰ νὰ βρισκόταν
κιόλας χιλιάδες μίλια μακριὰ κι ἀνάμεσά μας νὰ ὑπῆρχε μία κλωστὴ ἀπίστευτα τρυ-
φερὴ ποὺ ὅλο τεντωνόταν. Ἐγὼ ἤμουν πάντα μονάχος εἶπε ὁ Μάξ. Πρέπει νὰ πάω
τώρα στοὺς ἀνθρώπους.
Ναὶ ὁ Μὰξ ἦταν μονάχος στὸν κόσμο
ὅπως ἦταν μονάχος μὲς στὰ ροῦχα του
μονάχος μέσα στὸ κορμί του.
Δὲν ξέρω ἂν τὸ κορμὶ τοῦ Μὰξ
ἦταν ὅπως τὸ δικό μου
ἢ τὸ δικό σας
ὅμως ὁ Μὰξ πονοῦσε καὶ χαίρονταν.
Αὐτὰ τὰ λέω γιὰ κείνους
ποῦ ἴσως νὰ ποῦνε
ὁ Μὰξ εἶναι μία ἰδέα ἢ ἕνα σύμβολο.
Ὄχι ὄχι ὃ Μὰξ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος κι αὐτὸς μὲ σάρκα καὶ ὀστά. Ἂν κάποτε ὁ Μὰξ
πεθάνει ἐσεῖς κι ἐγὼ θὰ γυρίσουμε πίσω σ' ἕνα κομμάτι ἔρημης θάλασσας περιμένο-
ντας ἄγρυπνοι τὸ κρέας τοῦ ψαριοῦ κάτω ἀπὸ τὴν κατάρα τῆς σελήνης ἐνῶ
πράξεις ἀπάνθρωπες θὰ ὡριμάζουν μέσα μας μὲ μιὰ τρομαχτικὴ ταχύτητα.

Τέλειωσα τοῦτο τὸ γραφτὸ κι ὁ Μὰξ μὲ φίλησε. Τώρα μπορῶ νὰ φύγω εἶπε. Γειά σου
σκύλε. Γύρνα στὸ σπίτι σου ὑπάρχουν ἀκόμα ὄνειρα ποὺ σὲ περιμένουν. Ἐγὼ ἤμουν
δακρυσμένος κι ὁ Μὰξ στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου γινόταν ἕνα μὲ τὸ ξερὸ φῶς.
Ἔπειτα ἦρθε τὸ φθινόπωρο ὁ χειμώνας.
Ἔπειτα ἦρθε τ' ἄλλο καλοκαίρι.
Ἤρθανε πολλὰ καλοκαίρια.
Καὶ νομίζω πὼς τὸ χέρι τοῦ Μὰξ ποὺ ἀνυψώθηκε στερνὴ φορὰ χαιρετώντας ὑπάρχει
ἀκόμα ἐκεῖ μπορεῖς νὰ τὸ ἰδεῖς κι ἐσὺ ἀναγνώστη περνώντας ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἀρ-
κεῖ νἆσαι καθαρὸς κι ἀλαφροὺς ἀρκεῖ νὰ πιστεύεις κι ἐσὺ στὸ πράσινο στὸ πράσινο φῶς
στὴν πράσινη ὀργιαστικὴ βλάστηση τῆς αἰωνιότητας.
 [H γνωριμία με τον Μαξ (1956)]

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

ΕΥΤΥΧΥΣΜΕΝΟΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα. Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθάνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς. Παρακαλώ το Θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη!.. Κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι. Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα… Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας που μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια, λες με γνωρίζει σαν πατέρας… Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι. Και να ’σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι…  [οι πρώτες στροφές  από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ παρακάτω ολόκληρο το ποίημα μαζί με άλλα από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928-1937 – ART by Jerzy Głuszek]



ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΜΑΘΙΟΥ ΠΑΣΧΑΛΗ
Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης δε θα γνωρίσουν ποτέ τη δροσούλα που κατεβαίνει στη Κηφισιά
μα οι δυο καμινάδες που μ’ άρεσαν στην ξενιτιά πίσω απ’ τα κέδρα, γυρίζουν πάλι
σα βλέπω τα δυο κυπαρίσσια πάνω από την γνώριμή σου την εκκλησιά
που έχει τους κολασμένους ζωγραφιστούς να τυραννιούνται μες τη φωτιά και την αιθάλη.

Όλο το Μάρτη τα λαγόνια σου τα ωραία τα ρήμαξαν  οι ρομαντικοί  και το καλοκαίρι πήγες στην Αιδηψό.
Θεοί!.. Πώς αγωνίζεται η ζωή για να περάσει, θα ’λεγες φουσκωμένο ποτάμι από την τρύπα της βελόνας.
Κάνει ζέστη βαθιά ως τη νύχτα, τ’ άστρα πετάνε σκνίπες, πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ
φεγγάρι και κινηματογράφος, φαντάσματα και πνιγερός ανήμπορος λιμιώνας.

Βερίνα, μας ερήμωσε η ζωή κι οι αττικοί ουρανοί κι οι διανοούμενοι που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους κεφάλι
και τα τοπία που κατάντησαν να παίρνουν πόζες από την ξεραΐλα κι από την πείνα
σαν τους νέους που ξόδεψαν όλη τους την ψυχή για να φορέσουν ένα ματογυάλι
σαν τις κοπέλες ηλιοτρόπια ρουφώντας την κορφή τους για να γίνουν κρίνα.

Αργούν οι μέρες, οι μέρες οι δικές μου τριγυρίζουν μέσα στα ρολόγια και ρυμουλκούνε το λεπτοδείχτη.
Για θυμήσου σα στρίβαμε λαχανιασμένοι τα σοκάκια για να μην μας ξεκοιλιάσουν οι φάροι των αυτοκινήτων.
Η σκέψη του ξένου κόσμου μας κύκλωνε και μας στένευε σαν ένα δίχτυ
και φεύγαμε  μ’ ένα λεπίδι κρυμμένο μέσα μιας κι έλεγες «ο Αρμόδιος κι ο Αριστογείτων».

Σκύψε το κεφάλι να σ’ ιδώ, μα κι αν σ’ έβλεπα θα γύρευα να κοιτάξω πιο πέρα.
Τι αξίζει ένας άνθρωπος τι θέλει και πώς θα δικαιολογήσει την ύπαρξή του στη Δευτέρα παρουσία;
Α1 να βρισκόμουνα ξυλάρμενος χαμένος στον Ειρηνικό Ωκεανό μόνος με τη θάλασσα και τον αγέρα
μόνος και χωρίς ασύρματο ούτε δύναμη για να παλέψω με τα στοιχεία.

ΠΑΝΤΟΥΜ
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγος σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θα ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σαν μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θα ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σαν φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σαν φίδι
δεν είναι ουρανός ούτε αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός ούτε αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΣΥΓΚΡΟΥ, 1930 (στον Γιώργο Θεοτοκά που την ανακάλυψε)
Όταν σε νικήσει
το χαμόγελο που ανασαίνει πλάι σου, πάει να σκύψει και δεν συγκατανεύει
όταν η ζάλη που σου απόμεινε αρμενίζοντας στα βιβλία
ξεκολλήσει από το μυαλό σου στις πιπεριές δεξιά κι αριστερά

όταν αφήσεις το πετρωμένο καράβι που ταξιδεύει προς το βυθό μ’ άρμενα συντριμμένα
την καμάρα με τα χρυσαφικά της
τις κολόνες με την έννοια τους που τις στενεύει

όταν αφήσεις τα κορμιά τα πελεκημένα επίτηδες για να μετρούν και να θησαυρίζουν,
την ψυχή που δεν εξισώνεται, ό,τι και να κάνεις, με την ψυχή σου
το χέρι του φόρου
το γυναικείο εκείνο προσωπάκι στο λίκνο που λάμπει στον ήλιο

όταν αφήσεις την καρδιά σου και τη σκέψη σου να γίνουν ένα με το μαυριδερό ποτάμι που τεντώνει ξυλιάζει και φεύγει:

Σπάσε το νήμα της Αριάδνης και να!
Το γαλάζιο κορμί της γοργόνας.

ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ (στην Έλλη, Χριστούγεννα 1931)
Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του,
σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής
γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.

Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από τη ξενιτιά, κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν το αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα
και από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας μας, όπως την μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την κάψα και τα χιόνια.

Θα ’λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας
τόσα περίπλοκα τέρατα, που δεν μας αφήνουν να στοχαστούμε πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και με το σώμα.

Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας, εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ αρμηνέψει πώς να φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω την δική μου Τροία.

Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια, λες και με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,

μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του Ερωτόκριτου, με τα δάκρυα στα μάτια
τότε που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια.

Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.
Και να ’σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.

Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν-έναν.
Και πόσο παράξενα ανδρειεύεσαι μιλώντας με τους εθαμένους, όταν δε φτάνουν οι ζωντανοί που σου απομέναν.

Μιλά… βλέπω ακόμα τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
να μου χαράζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα στην καρδιά του χειμώνα.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

ΤΟΤΕ ΝΥΧΤΩΝΕΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ ΤΟΥ

Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια, τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες, τα πεινασμένα τα φαντάσματα καθισμένα σε καρέκλες σε γωνίες να κλαίνε, τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά ο Αίγισθος το δίχτυ ο Κώστας ο Κώστας ο ψαράς ο πονεμένος, ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε, νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα και μπαίνουν μέσα ο Κώστας ο Ορέστης ο Αλέξης άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι με φώτα με σημαίες με δένδρα φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει κάτω, φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει από τον Ουρανό, τ’ άλογα του Αχιλλέα πετούν στον ουρανό βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους, ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι γεμάτο οινόπνευμα τότε νυχτώνει η σιωπή στους δρόμους και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του παιδιά τον ακλουθούνε στις μύτες των ποδιών, δεν είναι ο Οιδίποδας είναι ο Ηλίας της λαχαναγοράς, παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα είναι ο νεκρός Ηλίας της λαχαναγοράς (ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948 – στη φωτογραφία λεπτομέρεια από έργο του Δ. Φωτόπουλου)



ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ
Στο σκοτεινό λιμάνι
μονάχος τη νύχτα
στην προκυμαία
μαζεύω τα ψάρια
τα ψάρια που αστράφτουν
τα ψάρια που έρχονται
κοπάδια-κοπάδια
από τη μαύρη θάλασσα

Έρχονται μόνο σε μένα
με τα πονηρά τους μάτια
γιομάτα ασήμι
έρχονται και ξαπλώνουν
πάνω στην απαλάμη μου
τα ερωτικά ψάρια
τα ζαλισμένα ψάρια
κι άλλοι γύρω τους ρίχνουν
δίχτυα και αγκίστρια
με λάδι και φώτα
για να τα πιάσουν

Όμως το μεγάλο ψάρι
που χρόνια ξέρει
αυτό το παιχνίδι
απλώνει τα χέρια του
βάζει τις φωνές
παίρνει πίσω τα ψάρια μου
στη βαθιά θάλασσα

Και μ’ αφήνει πάλι μόνο
μες στο έρμο λιμάνι
με τ’ άδεια μου χέρια
με τ’ άδειο καλάθι μου


Η ΤΡΙΤΗ  και η ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΡΑ
Το πρωί έφεγγε ο ήλιος
τα δυο της στρογγυλά άσπρα γόνατα
σαν ήλιος
 μέσα σε πηγάδι
καφτός
άναβε τις κουρτίνες

Ο βραδινός μονόφθαλμος
άναψε τις κουρτίνες
κι ήταν μόνος
με το μαύρο πανί στο τρύπιο μάτι
μ’ αυτό που έβλεπε τον κόσμο
ροζ
τις νύχτες

Κι οι νύχτες
ήταν άγριες για όλους
κανείς δεν ξέχναγε το αίμα
περνούσαν έρχονταν
κάπνιζαν τα φουγάρα
κανείς δεν ξέχναγε το αίμα
έβγαινε ο παπάς
έβγαινε ο στρατιώτης
κι ήταν πάντα νύχτα
νύχτα μεγάλη
νύχτα
νύχτα

ΠΑΣΙΦΑΗ
Τα παγωμένα χέρια
ψάχνουν τα σύννεφα
βρίσκουν το μύλο
μέσα στα σύννεφα
να γυρίζει δίχως φτερά
βρίσκουν το φάντασμα
της καμινάδας δίχως κεφάλι
βρίσκουν το σταυρό
της άγριας φοβέρας
το τρύπιο πιθάρι
της βροχή
βρίσκουν ακόμα
το φεγγάρι της άνοιξης
σβησμένο
να καπνίζει
με γύρω γύρω του
πασχαλιές
τα παγωμένα χέρια
πιάνουν το νήμα
της Αριάδνης
και τότε βρίσκουν
τσακισμένη
κομματιασμένη
την ξύλινη αγελάδα
της βασίλισσας
κι ακόμα βρίσκουν
μέσα στα σύννεφα
πώς να το πω

τα ίδια της μάτια
άγρια τρελά
και διψασμένα

σαν αστραπές

ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ
Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε
η κόρη με τα φίδια της
με τα ωραία λουλούδια της

Όμορφα που μυρίζαν τα λουλούδια

Τα χέρια του έδενε
ο ληστής
που μούγκριζε
στα πόδια της
το αίμα
το κεφάλι του
η γλώσσα
η ρίζα
το φιλί
γιομάτοι οι κήποι
αίμα
μη μιλάς

Κανένας δεν μιλούσε

Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε
η κόρη με τα φίδια της
με τα ωραία λουλούδια της

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥ
Ρίχνανε πρώτα τα σκοινιά
στις τέσσερες γωνιές
που ασπρίζανε τα τέσσερα τα πρόσωπα
χτυπούσανε τα χέρια
και προχωρούσαν απ’ τις τέσσερις γωνιές
και μάζευαν τα σύννεφα
έτσι έμενε το δάπεδο γυμνό
έπειτα άρχιζαν να περνούν οι μαύροι πετενοί
ένας –ένας
αφήνοντας ένα ρυάκι αίμα κόκκινο
σαν χάνονταν
ρολόγια άρχιζαν να πυροβολούνε άδικα
και σκότωναν στην τύχη
φεγγάρια ούρλιαζαν
προσφέρανε κι εκρηκτικά τριαντάφυλλα
που σκάζαν και ματώνανε τα χέρια
η αγωνία
τα πρόσωπα σιγά-σιγά χάναν τα μάτια τους
τα φρύδια κι έπειτα το στόμα
τα δόντια και τα τσίνορα
γίνονταν κάτασπρα όπως και τα ρούχα τους
όπως και τ’ άσπρα δένδρα
όπως και το λιβάδι
όπως όλα
Άσπρα.

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ, ΠΩΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΜΑΣ ΤΟΣΟ ΟΥΡΑΝΟ (πώς να κρατήσουμε τόση σιωπή μ’ όλα τα μυστικά των δένδρων)

Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων, πάνου στη φούστα σου ο αυγερινός διάνυε τους πλατιούς ίσκιους των κληματόφυλλων δυο αγουροξυπνημένες μέλισσες κρεμόντανε στ’ αυτιά σου σκουλαρίκια και τα πορτοκαλάνθια σου έφεγγαν τη μαύρη τη καμένη στράτα. Κυρά μελαχρινή, που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια σαν της Παναγιάς το κόνισμα, πίσω στο σβέρκο σου, στο χνούδι το σγουρό, σπίθιζε το δροσό της νύχτας σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου να χυθεί στη ζεστασιά του κόρφου σου. Κι ήταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα σ’ ελατίσιο κάδο και τ’ οργωμένο χώμα ευώδιαζε σαν εκκλησιά τη μέρα των Βαγιώνε κι έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του καθώς που βγαίνει ο κάβουρας απ’ το νερό στο περιγιάλι κι αστράφτει στο νωπό καβούκι του γαλάζιο το πρωινό με δυο κουκίδες άστρα. Κυρά τρανή, τι σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα, τι σιγανό το βήμα σου κι η ανάσα του ψαριού πλάι στο φεγγάρι, τι σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα μπροστά στης μαργαρίτας το ξωκλήσι. Α, τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα στη σταγόνα της δροσιάς όταν η πούλια σου κρεμάει στο μέτωπο το εφτάκλωνο κλαδάκι της γαζίας, α, πόση λουλουδόσκονη στριμώχνεται στης μέλισσας το στόμα για το μέλι, πόση σιωπή μες στη καρδιά σου για τραγούδι. Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή σ’ άτρεμο ρίγος και σένα, τα δυο χέρια σου, δετά γύρω στ γόνα της γαλήνης, φέγγουν σάμπως δυο περιστέρια φως ασάλευτα πάνω απ’ το δάσος.   [από την 1η ενότητα της ποιητικής σύνθεσης του Γιάννη Ρίτου Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ που γράφτηκε στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου κι εκδόθηκε το 1954. Η χαρακτηριστική και επαναλαμβανόμενη χρήση του προσωνυμίου «κυρά» αποτελεί μια τρυφερή και συγκινητική επίκληση μιας γυναικείας μορφής που λειτουργεί συμβολικά ως αρχετυπικός φορέας της ίδιας της Ελλάδας και της Ρωμιοσύνης -  κι άλλα αποσπάσματα από την ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ του Γιάννη Ρίτσου με ΚΛΙΚ ART by Ferdinando Scianna]




ΔΩ ΠΕΡΑ ΣΜΙΓΕΙ Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΝ ΑΥΓΗ Σ’ ΑΤΡΕΜΟ ΡΙΓΟΣ (αποσπάσματα από την 3η Ενότητα της Κυράς των Αμπελιών)
Κυρά των Αμπελιών, πώς να κρατήσουμε στους ώμους μας τόσο ουρανό
πώς να κρατήσουμε τόση σιωπή μ’ όλα τα μυστικά των δένδρων;

Ένα δελφίνι αστράφτοντας κόβει τη σιγαλιά της θάλασσας
έτσι που το μαχαίρι κόβει το ψωμί πάανου στην τάβλα των ψαράδων
έτσι που η πρώτη αχτίνα κόβει τ’ όνειρο.

Πέτρα στην πέτρα λάμπει ο δρόμος και πουλί με το πουλί ανεβαίνει η σκάλα
κι ο ήλιος, μισός στη θάλασσα, μισός στ’ ουράνια, λαμπαδιάζει
όπως το πορτοκάλι μες στη φούχτα σου κι όπως τ’ αυτί σου κάτου απ’ τα μαλλιά σου.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.

Όπως περνάς ανάμεσα στ’ αραποσίτια σκίζοντας του αγέρα το μετάξι
ξανθές οι φούντες του καλαμποκιού σου τρίβονται στις αμασχάλες
σα να σου τρίβεται το νιόφυτο μουστάκι του τσοπάνου
και κύμα κύμα η ανατριχίλα χύνεται στα στάχυα
κι ήχο τον ήχο τα πλατάνια γέρνουνε στις κρήνες
κι είναι γύρω τριγύρω τα βουνά σαν τα σταμνιά που καρτεράνε να γεμίσουν.
Κυρά των Αμπελιών, πάνου στα στήθια μας αντιφεγγίζει η όψη σου
όπως φωτάει ένα άσπρο σύγνεφο τα δασωμένα βουνοπλάγια
και το ποτάμι σ’ ακολουθάει σαν ήρεμο λιοντάρι
όταν μοιράζεις τις αχτίνες στα νερόκλαδα
όταν μοιράζεις στους βοσκούς μπαρούτι και τραγούδι
και σε φωνάζουν αδελφή τ’ άλογα και τα προβατάκια.

ΚΥΡΑ, ΚΥΡΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ και ΣΤΕΡΙΑΝΗ ΜΕ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΣΜΕΝΑ ΜΑΓΟΥΛΑ  (αποσπάσματα από την 11η Ενότητα της Κυράς των Αμπελιών)
σφίγγοντας μες το μπούστο σου την κάψα του Αλωνάρη
πότε κρατώντας στην ποδιά σου ένα καράβι μικροκάραβο
πότε σαν Παναγιά Αιγιοπελαγίτισσα ντυμένη μ’ ένα δίχτυ
μα κουβαλάς το σούρπωμα στην κεφαλή σου το πανέρι με τα ψάρια
πότε ντυμένη μ’ αμπελόφυλλα, κυνηγημένη απ’ του ήλιου τις χρυσόμυγες πάνου στ’ αλώνια
ανάβοντας το φίλημα στα λουλουδάκια της μηλιάς
μπατσίζοντας τις λυγαριές με τον αγέρα της τρεχάλας σου.

Μηλί –βάι βάι- μηλί, μηλίτσα της ανηφοριάς
πώς σου τριανταφυλλίσανε τα μήλα της αγάπης;

Σπάνε τα ρόδια στη ροδιά και πέφτουν γέλια στο ποτάμι,
με κουκουνάρια κυνηγιούνται οι κορασιές στο περιγιάλι
κι αχ ο δραγάτης δεν βαστά τέτοιο πουλί στον κόρφο του
κι αχ δεν βαστάν οι βιολιτζήδες του αμπελιού τόσο ουρανό μες τα βιολιά τους.

Πάνου στο φως της θημωνιάς –αχού, κυρά μ’ – το μεσημέρι ανασκελώνει τις θερίστρες,
δαγκώνει ο τζίτζικας τ’ αυτί κι ο νιος δαγκώνει τη γροθιά του
κι ο μπιστικός παίρνει στο στόμα του τη ρώγα της καλοκαιριάς σάμπως τραγί στο πρώτο βύζαγμα
ναν τις ποτίζει το σγουρό βασιλικό με του βουνού και του Μαγιού τη βρύση.

Τι πα’ να πει καημός καημός, Περβολαριά μου ασίκισσα,
όρτσα μελτέμια του καλοκαιριού, γάμπιες και φλόκοι του λεβάντε,
μπήξου μαχαίρι μαυροκάνικο στου χάρου τα παγίδια.
Δω χάμου η ναυτουριά γδυμνή με τρεις παλάμες έρωτα
μετράει τις στράτες του ντουνιά και του ήλιου τις χρυσές καμπάνες
κι ένα μικρό κλεφτόπουλο καβουρντισμένο απ’ το λιοπύρι
παίζει τη σβούρα τ’ ουρανού πάνου στα γόνατά του.

ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ, ΠΟΥ Η ΚΑΠΝΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΣΟΥ ΑΧΝΙΣΕ ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΡΥΔΙΑ  (αποσπάσματα από την 24η Ενότητα της Κυράς των Αμπελιών)
τι σιγανό το βήμα σου κάτου απ’ τα κυπαρίσσια
τι σιγανή μιλιά της δόξας στα τετράγωνα της πυρκαγιάς
να λέει με πόσο «γάλα ανδρείας και ελευθεριάς» βύζαξες τα ορφανά σου
να λέει με πόσο αίμα πότισες τα φυλλοκάρδια του αμπελιού να δώσει το βαθύ κρασί του δισκοπότηρου.

Κι όπως περνάει απ’ την Ωραία Πύλη ο Δέσποτας κρατώντας τ’ άγια των αγίων
έτσι περνάς κάτου απ’ την πύλη των σταυρών κρατώντας στ’ ανοιχτά σου χέρια τη φαρδιά σπάθα του Αγώνα
σα να κρατάς μια πλάκα φως με της Ειρήνης το δεκάλογο
σα να κρατάς τον ήλιο το νιοβάφτιστο που στάζει απ’ τ’ ουρανού την κολυμπήθρα.

Τώρα η αυγή και η νύχτα σμίγουν όπως δένονται τα δέκα δάχτυλα γύρω στο γόνα της γαλήνης
και μόνο εσύ, Κυρά των Αμπελιών, μέσα στο χάραμα,
να σκίζει ο μέγας ίσκιος σου τον κάμπο σαν καράβι
και πάνου απ’ τα λιόδενδρα τα δυο σου χέρια ασάλευτα δεμένα
σάμπως ένα άγιο περιστέρι που κρατάει στο ράμφος του
μια δέσμη φως ισοζυγιάζοντας τη ζυγαριά του κόσμου.

 «Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.