Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΟΥΡΔΙΣΜΕΝΟ ΠΑΛΙΟΠΑΙΧΝΙΔΟ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΕΙ (τι ερημιά φανταχτερή μ’ όλα τ’ αστέρια σε έξαψη γαλάζιας αγριότητας):

Ο κόσμος θα ανακαταλάβει το ξημέρωμα στους τροπικούς μεγάλους ερημότοπους όταν ο ήλιος έρχεται διάτορος κι επάνω στα ουράνια ξεχειλώνει για να μαυρίσει σκοτεινιάζοντας ακόρεστα στου λιονταριού τον τρυφερότερον έρωτα!.. Τι ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια στο γέρικο σούρουπο που κοροϊδεύει την ύλη κι η κάθετη βουτιά του πελεκάνου απ’ τα ύψη το παντέρημο ψάρι στη βύθιση ξεκουμπώνοντας με το ράμφος απ’ τα πανάρχαια νερά της ακλείδωτης μοίρας: αστραφτερός Ηράκλειτος!.. Ο Ποιητής δεν μπορεί να γλυτώσει απ’ τα πράγματα σαν τον κακότυχο Αβεσσαλώμ απ’τα κλαδιά τους είναι η μαβιά του χαίτη η αξόδευτη πιασμένη… Δεν καταδέχομαι καθόλου τα ψευδώνυμα, χρόνος και άρχονο για μένα παρατσούκλια!.. Όταν αποστηθίζουμε τα πράγματα λέμε ύλη, όταν ερωτευόμαστε τα πράγματα λέμε μυστήριο!.. Να βγω σαν ασημόγλαρος να βγω στη ζοφεράδα μ’ ολάκερη την αύρα τυλιγμένος ο χαρμόσυνος ένα σταχτί μαχαίρωμα να κάνω το τραγούδι κι όλη τη λάμψη του ουρανού σαν ένα ιδιόμελο!.. Τα βράχια είναι σαν αδέλφια. Χάρος του χάροντα η ψύξη του πλανήτη  (ΘΛΑΣΗ ΘΕΩΡΗΜΑΤΟΣ και ΡΑΓΙΣΜΑΤΑ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – ART by Boissomard Gaelle )



ΝΥΧΤΑ ΩΜΗ ΓΙΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ
Αιφνίδιες αντλίες πυροσβεστικές με τρίλιες στη λεωφόρο
σφαδάζει πάλι η γραμματική στο προσκήνιο
καθώς μέσα στον ύπνο μου απάγγελνα χθες διακοπτόμενες
εκατοντάδες ενεστώτες για το ανατρίχιασμα
σε εφτάωρη κοίμηση ρουθουνίζοντας  -Ασύλληπτο-
ή -Άπιαστο
στριφνές συστάδες από ονειρόεντα
της ερημιάς η φλεβίτιδα: τα στενά μονοπάτια.
Προσπεράστηκα απ’ το ζώο που περιέχω
βρυχήθηκα στο βρόντο τα ’κανα όλα γυαλιά-καρφιά
τα βιώματα όπου έχτισα για να φτάνω
ως επάνω στην Υψιπέτεια
για να διαβάζω δυνατά το θάνατο στα αναλόγια της αγάπης
να τον ταυτίζω βραδιάζοντας με το ρόδινο ξεφλούδισμα
σε όμορφα και αστραφτερά μπαρμπούνια σχάρας
να τον προσμένω σχεδόν ατάραχος  ωσάν χελώνα όπου τρέχει
βιαστική ν’ αποφυλακίσει κάποτε
κείθε πέρα τα κόκαλά μου.
Λεπτοδείχτες από γάργαρο μέταλλο συγκεντρώνουν τώρα
τα πυρά τους επάνω μου
βάλε την ηχώ μου σε κορνίζα δεν ξέρεις αύριο αν θα υπάρχω
στη νεκρόκασα η φωνή επεξεργάζεται τη βουβαμάρα
κι όταν χηρεύουμε από τρέλα η λογική σου τ’ ορκίζομαι
καταρρέει μ’ έναν τρόπο που ναν τη λυπάσαι.
Μπήγοντας ύστερα τα χέρια μου στη γριά Βεβαιότητα
ολομόναχος
ένα ολάξαφνο σχίσιμο του μαύρου:
φτερουγώντας έφυγαν τα νυχτοπούλια.
Ο ανοιχτόκαρδος θεός ο ορεξάτος διάβολος.

Η ΑΝΘΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΚΑΙ ΦΩΝΗΕΝΤΑ
Ο Αναξίμανδρος αναπαύεται στην ακάθεκτη
χιλιάδα του απείρου τη απροσμέτρητη
κρατώντας το χρυσόξυλο του νου τ’ αδράχτι
[δεν έχω τίποτα για σωστή συνέχεια]
ο άχραντος ήχος μιας άρπας όπου βουλιάζοντας
[ο ήλιος δεν μπορεί ν’ αποτελέσει τη συνέχεια]
στα κρημνώδη κι αλώβητα μύρα του έαρος
[το ’χω παρακάνει μ’ αυτό το έαρ]
ανάμεσα στους ηλιόλουστους λειμώνες η Άρτεμη
που είναι έξω απ’ τον πόνο ξεπλένοντας το άφωνο
[σημειώνω πως είναι απορριπτέος ο ήλιος]
ο απενθής κι απορριπτέος  Αναξίμανδρος
άφραστον αίμα στου ήλιου το μπαλταδιασμένο σβέρκο
κι αλησμόνητος ο βροτός αγέρας την πλάνη μας (τυραγνώντας)
έρπει σαν όμηρος του όντος
χαρίζοντας τη βοερή γενέτειρα της βεβαιότητας:
τη φύση
τα βυσσινιά λουλούδια της Μεγάλης Πέμπτης
και της άτρωτης νύχτας τη νεκροπρέπεια
[λίγος δυόσμος ίσως]
και η κακιά χωλότητα του Ηφαίστου
σημαίνοντας το μισό της αλήθειας:
την αιμάσσουσα Τεχνική
[τεχνική και μηχανόλαδο]

Ο ΤΡΥΓΗΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΘΙΑΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ
Εδώ σε τούτο το βραχύβιο άρωμα είναι η κατοικία μου
στα φωτερά κι ανάστατα εικονίσματα
τον άσπιλο κόκορα: μια περίχυτη της ζωής ανθοδέσμη
το γοερό γαϊδούρι μου με τα τεράστια ιώδη μάτια
την αμνάδα όπου πάει να φτερακίσει
την όρνιθα όπου θέλει να θηλάσει.
Στηθάτος ήλιος κλέβοντας του πετεινού το χρώμα
κρεμάμενο ειλητάρι στα γαμήλια
χέρια της βροχής που κοιμάται
φαράγγι-ήλιος κι η άφωνη ξερολιθιά
παράλυτη στην αύρα!

ΛΟΥΣΟ Η ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ
Ροχαλητό δεν ακούγεται στην αιωνιότητα
η αμάχη μου καταστρέφει λαμπτήρες γνωσιολογίας
αναισθησιογόνα είναι αυτά τα ελεεινά ποιήματα
τριπλασιάζοντας το όνειδος της γλώσσας επί τέσσερα
βρακιά κωμικών και αρλεκίνων έως το γήπεδο
θα σκουριάσω βρε άτιμοι από φλόγα σε αχρηστία
με κάνατε λαχνό που δεν κληρώθηκε στην πολιτική σας ασχημοσύνη
θαν τα λέω έτσι τώρα ό,τι μου ’ρχεται θα σας ταράζω ω φιλομειδέστατοι
υπήρξαμε έλληνες  κι αυτό είναι το μεγάλο μας δυστύχημα
ο μαγνήτης το ήλεκτρο τα βελούδινα παχυλά ιδεογόνα
ειδύλλια καπνιστά συμπολίτες αριθμοί  πατριώτες άγγελοι
ριχ’ τους οξύτονα πολλά στη μούρη εσύ που αγάπησες τόσο κυρίως τα προπαροξύτονα
μην τους αφήνεις τώρα σε χλωρό κλαρί λέγονται έναστροι
στην πραγματικότητα είναι προβατίνες
Τύχη και τούτη να βλέπεις το θάνατο στα ρολόγια
παλιά ρολόγια εκκρεμή σαν τη μάνα μου…
Σάρωθρο μόλις μετενσαρκώθηκα και σαρώνω κρετίνους.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος…

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

ΚΑΘΩΣ ΜΠΗΚΑΝΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΟΙ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ ΣΕΛΗΝΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟ ΑΠΟ ΔΟΝΤΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ:

Περίεργο που τα ζυγωματικά σου παίζουνε τέτοιο ρόλο στην αναψηλάφηση των μυστηρίων:
απ’ τους ιππείς ας πούμε δεν έμεινε ούτε ένας ξέρεις ακόμη κι ο γιος του λυσικράτη ακάλυπτος στα φάρσαλα
ακόμη κι ο σμινίας φράνσις μόρισον τιμωρημένος στο ελ κεμπίρ
κι ο φεντερίκο γκαρθία εκτός νόμου κι ο πρεσβευτής σερ άνταμς που απήχθη,..
ανοίχτε λοιπόν το φράγμα.
Τα δυο υψώματα τα ζυγωματικά σου τα κρατούσαν παρτιζάνοι μικρά κατσίκια βόσκανε στα ζυγωματικά σου
ο πόλεμος θα ’φευγε απ’ το λόχο του με δεκαπέντε μέρες άδεια
κι ήσουν στο φράχτη σαν απλωμένο σεγκούνι από τα τρίκαλα,
αχ τρυφερή ανωμαλία στο αίμα μου ψωμάκι ζύμωνες απ’ το χωράφι μας
απ’ τα βότσαλα του γέλιου σου σταράκι της αναπνοής μου
και πάλι με ρωτούσες όπως αιματηρό δυστύχημα που αν αγαπούμε μας ρωτά το σκούρο σίδερο και τις βραδινές εφημερίδες.
Η ιστορία των δυο μας όπως ξέρεις είναι σαν άδειος κάλυκας οβίδας
γεμάτος από θάνατο κωφάλαλο κι όμως οι κύριοι δικαστές ακόμα δεν κατάλαβαν το ρόλο
που τα ζυγωματικά σου παίζουνε στις αναψηλαφήσεις όταν πικρίζει το χορτάρι πάνω τους και φεύγουν τα μικρά κατσίκια
έτσι μπορεί να δικαστούνε πάλι οι αθηναίοι στρατηγοί για το ατύχημα στις αργινούσες
δηλαδή να δικαστώ εγώ ακόμη και για την πατρίδα που έχασα στην πρέφα και για την απρεπή χειρονομία στα σκέλη σου,
ως εκεί ω αγαπημένη των καιρών!...
Είσαι για μένα μια παράβαση ίσως ανεπανόρθωτη
θα πάρα ακόμα μια φορά το θάρρος για την απαλλαγή των δικαστών απ’ την ευθύνη που συντρίβει.
θα υποβάλλω ένα σχέδιο για την στρογγυλότητα των περιπτώσεων, ας πούμε της κοιλιάς σου
γλυκό μου πρόστιμο, τιμάριθμέ μου…
Εγώ λέω πως θα γλιτώσω σαν αστυνόμος της τροχαίας σ’ επισφαλή διάβαση
έχεις μια βαριά ευθύνη να εκκολάψεις τα αυγά μου σε κρύπτες μυστικές συντροφιά με κώδικες απόκρυφους και μύθους
θα το κάνεις γιατί είσαι θαρραλέα όπως ουρά κατσίκας σε ράχη κυκλαδίτισσα ας πούμε της αντίπαρος,
ή όπως λάθος της πρόσθεσης που μασά τα νεύρα μου ρουφά τη λέμφο και ρίχνει στα σκυλιά τα υπόλοιπα
έτσι έγινε και με το γιο του λυσικράτη στα φάρσαλα έτσι και με το σμηνία φράνισς μόρισον στο ελκεμπίρ
τα ίδια και με το φεντερίκο γκαρθία στη γουιπούθκοα,
ο σερ άνταμς μάλλον σκηνοθέτησε την περιπέτεια του, ας’ τον
να’ σαι λοιπόν περήφανη όπως το δηλητήριο  που πιάνει αιχμάλωτες τις χειρονομίες μας
να ’σαι γενναία όπως η διακοπή του ρεύματος  που στριμώχνει τη λύσσα μας
τη βιάζει κι ύστερα  ανάβουνε τα φώτα και νιώθουμε το ζεστό  το  καυτερό της σπέρμα ν’ ανεβαίνει
την αορτή σαν πέστροφα ως το κεφάλι  ν’ αυτοσχεδιάζει ευθύς την ανατίναξη
(στο διάολο ύστερα η αφλογιστία φαρμάκι)
και η παρθενιά μας ξεπορτίζει πια ξεφτέρι  της γεύσης  της πίκρας της κατάνευσης…
Έτσι θα εκπληρώσεις την αποστολή σου αγαπημένη των καιρών  κι εγώ ικανοποιημένος θα φωνάξω
σε νίκησα ιουστινιανε διακοσμητή… [ΑΓΑΠΗ από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972 - ART by miro paintings]



ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΘΥΜΟΥ (από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Άκουσε κύριε την προσευχή των προγόνων σου
σε ειδική διασκευή για σένα
χρόνια τώρα επιπλέει στο αίμα όπως η γλίνα
ή όπως δοχείο άδειο από λευκοσίδερο
που κλωτσάει στο δρόμο το αλάνι
βασανίζοντας τη γειτονιά και σένα κύριε
δε θέλαμε λοιπόν να κάνεις τίποτα για μας
ούτε παρεμβατισμοί ούτε πρεσβείες
φτάνουν τα χρέη μας κι οι τοκογλύφοι
γερά κρατάει η ράτσα από το πετροκάμινο
τ’ αρχαίο πείσμα
απ’ τα υπόλοιπα θα φτιάνχομε βαπόρια
μερικά ντουφέκια για τις αναπαραστάσεις
και πιο πολύ φωνές πολλές φωνές
να τις κρεμάμε στα σύννεφα
με τα ρόδια και τα κιτροκύδωνα
ώσπου να ωριμάσουν να τις παντρευτούμε.
(Μας αρέσει ο κύκλος έστω κι αριστοκράτης
φτάνει να μην διστάσει αν χρειαστεί
να γίνει πολεμίστρα να φάει τις σάρκες του
κανόνι να γίνει να βροντά νυχτοήμερα
για λευτεριά σαν χρειαστεί)
Κύριε
είσαι μέσα στα πόδια μας όπως μικρό παιδί
δεν το πατάμε μην νευριάσουμε απ’ το κλάμα του
δεν λέω, πολέμησες καλά στην καπαδοκία
στην τίρυνθα και στον τελευταίο πόλεμο
έφεδρος λοχίας σιτιστής.
Για τον σταυρό της πολεμικής αξίας μην επιμένεις
δεν τον παίρνεις
μάθαμε  που έκανες του κεφαλιού σου,
σου φτάνει ένα σπιτάκι  σε συνοικισμό
θα σου φέρουμε και ινδικό λιβάνι που σ’ αρέσει
να το μασάς αφού είσαι οπιομανής και λάγνος
ούτε που παίρνει το κεφάλι σου από πειθαρχία,
μη δεν πουλήθηκες στη βιρμανία;
μη δεν παζάρεψες με τους ερυθροδέρμους
σαστισμένος απ’ την περηφάνια τους;
πόσες φορές σε πιάσαμε ξαναμμένο να
τηράς τα γυμνά πόδια της χήρας του ψωμά
ώσπου τραβήχθηκες στην καλαμπάκα
νηστεύοντας του θανατά,
φυσικά ξανάρθες, μα ήσουν αλλιώτικος:
απ’ τη φλογερή μας γλώσσα θυμόσουν μόνο
την πιο φθαρμένη λέξη
πάνω σ’ αυτήν απαίτησες να ορκιστούμε
με τα ξεφτίδια του αρχαίου θυμου
ώσπου οι οπαδοί σου λύγισαν
χύμηξαν οι λεβαντίνοι οι βενετσιάνοι οι οσμαλήδες
βιάσανε τον ερωτόκριτο κοτζάμ παλικάρι
έκοψε τις φλέβες του ο αχελώος
σε καταριότανε η φθιώτιδα κι η αλικαρνασσός
τι θυμάσαι κύριε;
ένα βραδάκι πράο όπως γιαούρτι στον κεσέ
ήρθες δειλός και συντριμμένος σαν πρωτομηνιά
μα πάλι απ’ την αρχή συνωμοτούσες
έπειθες τις μανάδες μας
με βοτάνια ξόρκια και μ’ αγιωτικά
να φύγει απ’ τον παρνασσό η μάγισσα
πώς έγινε πάλι και σε λυπηθήκαμε;

Ξαφνικά το κεφάλι σου μετασχηματίστηκε
σε πελώριο ρολόγι
διάταξε να φύγουνε τα τρένα
να σαλπάρουνε τα πλοία
οι φαντάροι να πάνε σπίτια τους
οι δρόμοι να τυλιχθούν ρολά
να μπούνε στις αποθήκες
κι άλλα τέτοια του χαμού παράταιρα
πέντε και μισή ακριβώς έσπασε εκείνο το σπυρί σου
κι έβγαλες φωνή όπως η σκεβρωμένη πόρτα
ανοίγει μόνη της ύστερα από τόσα χρόνια
να περάσει ο αόρατος
ο τελευταίος αυτοκράτορας
ένα αερικό ή ο γάτος
ζήτησες μια γυναίκα μ’ ένα μάτι στη μήτρα της
πλάγιασες μαζί της μας ξαναγέννησες
έτσι πάλι σ’ έχουμε στην οικογένεια
μα τη φοράν ετούτη ξέρε το
είσαι από δεύτερο χέρι, ένα πετσί.

ΑΓΑΠΗ 2 (από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Όταν μου χάρισαν ένα σπαθί των σαμουράι
σε τι χρειάζονται στα σάλωνα οι νυχτοφύλακες
προς τι ο βόγγος τ’ αναπλιού
και η ιθάκη, είπα,
αρκεί ο μύθος ότι κάποτε αγνόησα
το δέρας των σκυθών στην τρυφερή κολχίδα
και τη μανία μας της θαλασσοπορίας,
ύστερα σε αίμα δίσεκτο εμβαπτισμένη
πήρα τη στράτα μου της θύελλας
σαν γιος πικρός ο πιο μικρός απ’ τους επτά
ο πικροκωνσταντίνος
πελιδνό στα σκέλια μου έσφιγγα το σαββατόβραδο
να διαλαλεί την έχθρα του στους πετεινούς
και στους σηματοδότες
ώσπου ζητούσε έλεος
μέχρι που πίστεψε στον ανδρισμό μου
κι ευχόταν τη συντέλεια του κόσμου
αυτοστιγμεί .

Πρόφταινε δεν πρόφταινε η οργή μου η στρίγγλα
σαν μπαρμπερίνικη σπαθιά σε εικόνισμα
στα δυο να κόψει σπίτια αρραβωνιάσματα
να ξεχυθούνε τα κορίτσια με τα νυχτικά τους
μπροστά η φωνή θέλουμε να γεννήσουμε
κι εσύ όρθια στα νερά σαν άγιο λείψανο
μόλις που πρόφτασες να φυλαχθείς όπως η ξέρα
ξεφεύγει τη βιτσιά του οίακα
ίσια καταπάνω σου ως ερχόσουν
σαν τον τριήραρχο σε πέρση,
μ’ άλλα λόγια πριν ερωτευτώ.

Ξάφνου λαμπάδιασε στα ξερολίθια το καταμεσήμερο
η σαύρα κένταε το γυάλινο μαγνάδι
στο φαντό της μέρας
πράσινο το φαντό και κρεμεζί
κι η σαύρα κίτρινη
ο ήλιος μαύρος
η φωνή σου απέναντι αρμένιζε η τρεχαντήρα
μέσα σε κίνηση
από τον ουρανό κατρακυλούσε αστραπιαία
ένα αυτοκίνητο ίδιο με τα θανάσιμα μαλλιά σου
απέραντη επικράτεια τα μάτια σου,
επιτέλους με τους καίσαρες
γίνομαι κατακτητής
να σε τι μου χρειάζεται το σπαθί των σαμουράι
(παράξενο στ’ αλήθεια προορισμό
που ’χουνε κάποτε τα πράγματα)
λοιπόν αρχίζω:
πρώτα εσύ επτάκερε δαβίδ
ύστερα ένας ιδαλγός αρμένης
ή έστω ένας νυχτοφύλακας από τα σάλωνα
απόγονος του πτολεμαίου φιλοπάτορα
από την κω

αν μπορεί ποτέ να γίνει αυτό θεέ μου.

Το σαββατόβραδο η πιο αγαπημένη ώρα
του κυρίου
άφηνε στα σκέλια μου
την τελευταία πνοή του.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΜΕ ΤΡΕΙΣ ΚΩΠΗΛΑΤΕΣ (από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Παράξενο επεισόδιο κι αυτό…
αρχίσανε τις ξιπασιές κι οι τρεις τους
τάχατες  ήταν κουπολάτες με το μίλι
όταν εμίσευε το τσούρμο από την ιωλκό
με τον ιάσονα
περνούσαν τα στενά όταν ξεσήκωσαν
το πλήρωμα σε στάση
το συσσίτιο ψοφίμι τράγος
τάχατες γι’ αυτό τους ρίξαν ξέμπαρκους στο βόσπορο
κι έτσι δεν είδαν τον κιμμέριο.
Μείναν εκεί λοιπόν ίσα που λειτουργήθηκε
για τελευταία φορά η άγια σοφιά
κι έβαλε στο δεξί ο αυτοκράτορας
τη υπερμάχω
και πως μετάλαβε ύστερα τα άχραντα,
πράγματα σημαδιακά,
από το χέρι του πατριάρχη
μετά πως ζήτησε άφεση από τους αμαξάδες
τα περιτρίμματα του ιπποδρόμου
του λιμανιού τις πόρνες
κι απέ πως ξάφνου ένας σταυρός
κι ένα καμίνιν έγινε κι ένα σκουτάριν
ο κωνσταντίνος
στου ρωμανού την πόρτα ως το χαμό
στητός
και πως τον βρήκανε με τα σφαχτάρια
οι εβραίοι παλιατζήδες
του πήραν τα σαντάλια απ’ τα σφυρά
άλλοι αρπάξανε το εγκόλπιο με το δικέφαλο
άλλοι τις πόρπες τις χρυσές και τη σφραγίδα
το δαχτυλίδι την κορόνα οι φράγκοι
εμείς το όνειρο, είπανε,
καθώς βασίλευαν τα μάτια του
στις όχθες του μαγιού
και το παράπονο.

Είπανε ακόμη πως μετά
ήρθανε χρόνια δύσκολα της στέρφας
πως μπήκανε μπροστά οι συμβιβασμοί
το πώς πουλούσανε στους βάραγγους λαθραία
αφιόνι τσιγαρόχαρτο εικονίσματα
την μια φτερούγα του μιχαήλ αρχάγγελου
αναποδογυρισμένη στον έπαχτο
πως έτσι άρχισε το ξήλωμα στα όσια
πως δόθηκε για ένα δάνειο εγγύηση
το σκαραμάγγι του αυτοκράτορα ανδρόνικου
πως δόθηκαν αγόρια τρυφερά σε μπέηδες
και δέσποινες αρχόντισσες από τα τέμπλα
να πάρουμε ποδήλατα απ’ τους ιάπωνες
κι άλλα πολλά ακατανόμαστα.
Όταν στο μέσο της ανάκρισης ρωτήθηκαν
για τη γενιά τους
δείξαν τα γένια τους: βόστρυχοι ασύγκριτοι
τα μάτια τους από αχάτη τροχισμένο
η μύτη αιγόκερου και οι ποδιές
κεντίδια και σειρήτια φτερωτά
του λιόπαρδου
ασσύριοι λοιπόν της νινευί
αδύνατο να το δεχτούνε.
Σε τοίχο ανίσκιωτο είπανε
κατεβατό από πουρί της γόρτυνας
σημαδεμένον από δόντια του ήλιου
κι από τα νύχια των σταχυών
τους γέννησαν δυο χρώματα:
πατέρας το κεραμιδί του χωραφιού
μάνα το λουλακί της θάλασσας
τίποτες άλλο
ως το μεγάλο σηκωμό.

Ο ένας τους, καταπώς είπαν ύστερα,
φαρμακωμένος έγινε ένα σταυροδρόμι
τα σκυλιά σκορπίσαν τρομαγμένα
η είδηση μαθεύτηκε αστραπή
σ’ επιφυλακή ο στρατός οι λεγεώνες,
λέγανε πάλι για τα γεγονότα της ιουδαίας
ατάραχοι σαν τον ασβέστη οι άλλοι δύο
εξήγησαν πως κάποια αρρώστια του στα γάγγλια
του φέρνει πού και που τη θεία νόσο
για τα εφτά καρφιά του γένους
για τους εσταυρωμένους
για τα σταυροδρόμια των καιρών
ήσυχοι κάθισαν και τον περίμεναν
στο στόμα του νεραϊδοπήγαδου σκυφτοί
βαθιά μες στο σκοτίδι του νερού ξανοίγανε
τις γενοβέζικες γαλέρες
που ρίχθηκαν από ντροπή όταν επάρθηκεν
η πόλη,
μπορείς να δεις ακόμα τα φανάρια
τις σημαίες σχισμένες και τα λάβαρα
το μαλτέζο λοστρόμο περασμένο με σπαθί
πέρα για πέρα και το ναύαρχο
δίχως κεφάλι όρθιο στη γέφυρα
να κόβει εικοσάρες
και στέρηση εξόδου ο ανόητος…

ύστερα τα ίδια πάλι:
σεληνιάζεται ένα σταυροδρόμι,
αερικό ν’ ανατριχιάς,
τα σπίτια να βουλιάζουν
κάτι που φούσκωνε πήρε να γίνεται
ο τρίτος κωπηλάτης
οι δυο που τον περίμεναν σηκώθηκαν
αφήσανε στο ρείθρο το κορμί τους
σαν την οχιά με το φιδοπουκάμισο
κόψανε τρία τέταρτα του φεγγαριού
για το προσφάγι,
πάνε.
είσαι από δεύτερο χέρι, ένα πετσί.

[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου – τέτοιες επιλογές στίχων από τις συλλογές Έκτορα Κακναβάτου για σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό σου γήινο αίμα… και μόνο ένα βήμα μένει κατά σένα η μελλούμενη πορεία αξία έσχατη, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω!.. Δικό σου είναι αυτό που αναζητώ που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα μα εντός σαλεύει]


Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΑΚΡΙΑ ΧΑΙΤΗ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΕΝΣΤΕΡΝΙΣΤΕΙ ΤΗΝ ΑΥΡΑ, Η ΜΑΡΟΚΙΝΗ ΚΥΡΙΑ:

Πρηνής και με ζάχαρη στα χείλη ξαπλώθηκε στο φωτεινό στεφάνι της αγάπης. Η κλήσις δεν ήργησε να εισακουσθεί. Την πήραν πρώτα δυο πουλιά έπειτα τα σύρματα του πονετικού ραδιουργήματος και τέλος την πήραν πέντε πετεινοί που μοιάζαν μ’ άλογα πεπαιδευμένα και την ακούμπησαν μεταξύ των σκελών της. Η ανταπόκρισις των ξένων συστατικών εχάθη και με λαχτάρα με φύκια μυρωδάτα και με σπινθηροβόλους στεναγμούς ήρθε αχαλιναγώγητη και παστρικιά σαν ουσιαστική και σύντονη νεφέλη. Τώρα λέγουν και τους δύο Μερόπη.  (ΠΟΘΟΣ από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ με τίτλο τους πρώτους στίχους από το ποίημα ΜΑΡΟΚΙΝΗ ΚΥΡΙΑ, της οποίας όμως ο Πόθος,  παρέμεινε ως άγαλμα υψηλής εντάσεως  ως και στην κατακλείδα του ποιήματος ΕΛΟΝΟΣΙΑ… και δεσπόζει ΕΙΣ ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΟΝ … καθώς μια βροχή την λυπήθηκε και την αγκάλιασε από παντού και άνοιξαν τα μπουμπούκια των πουλιών και μια κυλινδρική πέτρα σκορπίστηκε σε χίλια σε τρεις χιλιάδες θραύσματα γιομάτα σπέρματα … που πέσανε στη δονούμενη έκταση τα πάντα από την αρχή όλα άσπιλα όλα λυτρωμένα μέσα στον κρατήρα του οριστικού σαπφείρου!...  ART by…. ] 


Η ΠΕΡΙΟΠΤΗ ΔΑΠΑΝΗ Σ’ ΕΝΑ ΜΟΝΟ ΒΟΥΝΟ  (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Η κλαγγή δεσπόζει σαν αχάτης επάνω σε τρεμάμενα φύλλα χρυσοπόρφυρης λεύκας. Οι σταγόνες δεν έμειναν μόνες τους γιατί ανεκαλύφθη ο θησαυρός τους μέσα στα κρύσταλλα της προίκας  ενός λεπτού σχεδόν ισχνού αστεροσκοπείου. Η γαλάζια γάτα του θυρωρού μόλις αντελήφθη την δέσποιναν των μονομάχων με τα φτερά τους κάτω απ’ το λαιμό τους σήκωσε την τρικυμία των αγρών και της μικρής ρομφαίας που κατώκησε κάποτε δίπλα στα έλη του θυρεού. Χωρίς πολλές διατρανώσεις ο θυρεός κατήγαγε το δισκοπότηρο της αυνανιζομένης συζύγου του αυλάρχου και τα βελουδένια μάτια της έγιναν πολύεδρα διαμάντια της υποθρωσκούσης ηδονής του μαχαιριού που κάρφωσε στο δεξί μαστό της ήβης της ο κρουβαντιών κυνηγητής των απορρώγων δράκων. Τότε διελύθη το κρυφό κρασί και βγήκε από την ιστορία του ένας ξανθότατος ελέφας και προσκύνησε τα βήματα της γαμηλίου συμφωνίας ενώ στο μετάξι της τελευταίας αιθούσης έσταζαν ακόμη οι σταγόνες απαράλλαχτα ε το κεχριμπάρι της εικόνας και με την ίδια περιπάθεια της ίδιας πάντοτε δεσποίνης του θερμού της αίματος.

 ΕΙΣ ΠΕΠΑΓΜΕΝΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΟΝ
Τα σείστρα του πράσινου παρέμειναν μεταλλικά. Στην απέραντη ρευστότητα του βοώντος κάμπου η διασπάθισις της υπερηφανείας των παλαιών αστών συνετελέσθη και τα μετωμένα κλωνάρια των αραιών τουφών εγκαταλείφθησαν για πάντα. Ο προαγγελθείς πλούτος έφτασε μόλις άνοιξαν τα μπουμπούκια στις γλώσσες των πουλιών και μια κυλινδρική πέτρα σκορπίστηκε σε χίλια σε τρεις χιλιάδες θραύσματα γιομάτα σπέρμα που φώτισαν τον ουρανό. Τότε άνοιξε ο κριτής όλων των αγώνων την ψυχοσύνθεσή του και ενώπιον των ριγούντων στιφών η χοάνη της αμαρτίας εξαπέλυσε  τον καταρράκτη των θείων δώρων που πέσανε στη δονούμενη έκταση τα πάντα από την αρχή όλα άσπιλα όλα λυτρωμένα επάνω στη συνηθισμένη γη και μέσα στον κρατήρα του οριστικού σαπφείρου.  

ΕΛΟΝΟΣΙΑ
Τους βοστρύχους τους έλουσαν με μέλι. Ποταποί εκμεταλλευταί των ουσιαστικών κόπων ολοκλήρου γενεάς παρεδόθησαν αμαχητί και ακροποδητί παρέκαμψαν την τετραγωνίαν των εορταζόντων αγγέλων. Την ημέραν εκείνην τα κλωστήρια κατέρρευσαν. Τρεις φούρνοι έγιναν δάση και απάνω από τα φυλλώματα ανέπεμψε κραυγή κλιμακωτή μια δυστυχής γυναίκα που έχασε δυο γιους κι ένα χαριτωμένο πετεινάριο στους πολέμους της Κίνας. Ο πόθος της όμως παρέμεινε ως άγαλμα υψηλής εντάσεως και δεσπόζει τώρα αναγνωριζόμενος από τις βάρκες που πλέουν ολόγυρα παρά τα έσχατα επιχειρήματα των πολιτικών συγγραφέων ολοκλήρου εποχής.



ΜΑΡΟΚΙΝΗ ΚΥΡΙΑ
Μετά τη σύγχυση του κραυγάζοντος φωτοστεφάνου στυλώθηκε στο κράσπεδο της λίμνης και κρατώντας την μακριά της χαίτη προσπάθησε να ενστερνιστεί την αύρα. Σε λίγο μια βροχή κομψότερη και από τους διδασκάλους  των παρθεναγωγείων την λυπήθηκε και την αγκάλιασε από παντού. Το περιστέρι του θαμπού πλάσματος που την καραδοκούσε  έπεσε νεκρό στα πόδια της όπως πέφτει το κινούμενο σφοντύλι εκτός της μοίρας. Πιο σιγά σύρθηκε το πρωινό φύλλο για να μεταμεληθεί κοντά στο δράμα και το θαύμα που εδέσποζε μα η αλώβητη συναυλία των κρουνών και των πολυσύνθετων πλεονεκτημάτων  της ακαταμάχητης αγάπης των θυσάνων για το στήθος της πλάγιασε βαριά επάνω της και ικέτεψε το πόδι της να το παραπλανήσει  πρόσχαρα χωρίς την θαλπωρή που φέγγισε στο αριστερό της μάτι.

ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΩΝ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΑΝΟΙΞΕΩΝ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Όχι με στιλπνά βελούδα όχι με περιδέραια δεσποινίδων ισταμένων επί παραθύρων όχι με λαιμούς στρουθοκαμήλων και με γυμνήν αλγυδόνα φέρουσα στεφάνι απολωλότων φωσφορισμών εγένετο η κατάταξις των ηρώων και η διανομή των μυρωμένων σαγμάτων. Κανείς όμως δεν μπόρεσε να οικειοποιηθεί το πεπρωμένο του. Όπως το κλειδωμένο μανάρι που οιμώζει επάνω στο πάπλωμα του κλισιοσκοπείου σηκώθηκε ο φόβος μιας ολόκληρης συντεχνίας και ρίπτων τα σκεύη του στη θάλασσα παρεφρόνησε. Αμέσως διεσαλεύθη η τάξις των γυναικωτών αστυφυλάκων και κατέρρευσε ο αιωνόβιος κυκλών από το ράφι του κατασυντρίβων νεαρές όρνιθες παρασύρων προσευχομένους υακίνθους διαπομπεύων ιερείς και ιεροδούλους και συντελών τα μέγιστα εις την δημιουργία νέων προσχώσεων προ της εισόδου της μαρτυρικής πολίχνης. Εκεί που ανθούσε το διασημότερο χρωματουργείον σήμερα πουλούν παιδιά και αντί δύο δοντιών μπορεί κανείς να μεταβάλη την ατομικότητα μιας ερωτευμένης αγαλάδας σε τρόπαιο ανδρογύνου συγκροτήματος χωρίς άφεσιν αμαρτιών χωρίς λυπομανίαν χωρίς μεταβολήν προς τα δεξιά ή τα αριστερά μα μόνον με τ’ απαλά χαϊδολογήματα στοργικής ηλεκτροπυξίδος.


 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]