Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΠΟΥ ΕΚΠΥΡΣΟΚΡΟΤΗΣΕ ΜΕΣ’ Σ’ ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΕΣ:

Η κιθάρα παίζει μόνη μες τη βάρκα ενώ η σκιά του βαρκάρη βηματίζει στην ταράτσα φώτα προδοτικά θ’ ανάψουνε σε λίγο πνίξανε τις τρομπέτες μεσ’ στα φύκια, η άγρια γυναίκα ξεπροβάλλει απ’ τα νερά λάμπουνε τ’ άσπρα σκέλια της δίνεται στο φεγγάρι και στο ναύτη μες στα βράχια. Οι άλλοι ναύτες προχωρούνε δύο-δυο, είναι χλωμοί και παγωμένοι στον ιδρώτα, σε λίγο θα αντηχήσουν πυροβολισμοί, μία δύο τρεις, τρεις πρέπει να πηδήξουνε ταράτσες, τρεις πρέπει να σφυρίξουνε φορές για να βρεθούν στην ώρα. Αν ένας άνθρωπος ριχθεί μεσ’ στο νερό, οι ναύτες θα τονέ χτυπήσουν, τ’ άστρα θα του τσακίσουνε το μέτωπο τα ψάρια θα τον αγαπήσουν, τα πρόβατα θα πέσουν από πίσω του. Θα γεννηθεί και θα πεθάνει μες τους πόνους [ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΙΑΣ 1948 – ART by Joel Rea Contemporary Surrealist Paintings ]



Ο ΓΑΜΟΣ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Ένα περίστροφο
που εκπυρσοκρότησε
μεσ’ σ’ ένα σύννεφο
από καρδιές
ένα αυτοκίνητο από λουλούδια
με πολλά όμως γέλια
ένα αυτοκίνητο
σα μεσ’ σε τάφο
σα μεσ’ σε θάλασσα
μεσ’ απ’ τα κύματα
μεσ’ στους καπνούς
προβαίνουν δάχτυλα
και δαχτυλίδια
μαύρα κεφάλια
τα χείλια ανοίγουν
και ψιθυρίζουν
χαμογελούν
η γριά ο γέρος
χαμογελούν
για τα στεφάνια
για τα φορέματα
για τη λεβάντα
για τα ψωμιά
και τα κουφέτα
για τα αυτοκίνητο
που πρώτα στάθηκε
για τ’ αυτοκίνητο
που όρμησε χάθηκε
για το περίστροφο
που εκπυρσοκρότησε
μεσ’ σ’ ένα σύννεφο
από καρδιές

ΠΕΤΡΟΣ
Πάλι τι κανιβαλισμός αυτή την Άνοιξη
λουλούδια καταβρόχθισαν τις μέλισσες
πουλιά τους’ φάγαν τα εντόσθια τα γεράκια
το τριαντάφυλλο έμεινε ολομόναχο
κι ο μενεξές μεταμορφώθη σε κηδεία

Δεν έχω άλλα λουλούδια να σου φέρω
όμως μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
θα ’χω το σπίτι μου πάνω σ’ ένα σύννεφο
θ’ ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο.

Σήμερα ακόμα είμαι ένας πλοηγός
συνένοχος για τις λάσπες τα λεμόνια
τους  τενεκέδες στο νερό μεσ’ το λιμάνι
τρελαίνω τη σειρήνα σπέρνω το αίμα μου
φορώ γυαλιά από πέτρα και με λένε Πέτρο

Ο ΑΕΤΟΣ
Την ώρα που κοιμάται
ένας αϊτός
πέφτει μεσ’ στο κρεβάτι της
νεκρός
την ώρα που κοιμάται
ένα περιστέρι
κουρνιάζει στο δεξί της χέρι

Τον αετό
τα ματωμένα δάχτυλά της
ρίχνουν
στον γκρεμό
το περιστέρι
τα ματωμένα δάχτυλά της
σφίγγουν
ρίχνουν στο πανέρι

Την ώρα που ξυπνάει
ένας αϊτός
στέκεται στο κρεβάτι της
ορθός
την ώρα που ξυπνάει
ένα μαχαίρι
της κόβει το δεξί της
χέρι

ΩΡΟΔΕΙΧΤΗΣ
Από ψηλό βουνό είδα τη θάλασσα
μέσα στα χέρια της είδα
να ζουν και να πεθαίνουν τα πουλιά
κι εγώ έφεγγα ψηλά σαν άστρο
ήμουν ένα άστρο
με δάκρυα και με καρφιά
και γύρω μου ψάρια και σκάλες
σκάλες ν’ ανέβουν να διώξουν
την καρδιά μου
σκάλες για να κατέβω εγώ
για να ξεσκίσω την καρδιά της θάλασσας

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΥΣ ΚΟΙΤΟΥΣΑΝ ΚΑΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΔΙΣΤΑΓΜΟΥ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ

Κατηφόρισαν με σκισμένα χιτώνια, με παλιά ντουφέκια δίχως ψωμί στο γυλιό δίχως σφαίρες. Μονάχα με μικρά οργισμένα ποτάμια κλείναν τα περάσματα πίσω τους. Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου σ’ άγνωστες πέτρες, πάνου στο χιόνι μαζί με τις ελιές του και τ’ αμπέλια τους – άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι ένα χέρι, άλλος ένα μεγάλο κομμάτι απ’ την ψυχή του, καθένας κι έναν ή πιότερους νεκρούς. Ύστερα γύρισαν με τις πληγές και τα κρυοπαγήματα, θάψανε τα ντουφέκια τους στα βράχια, στο χιόνι, στις κουφάλες των δένδρων, στο αχούρι, ανάμεσα στέγη και ταβάνι, στη σκοτεινή αποθήκη που βγάζει στο πίσω μέρος της νύχτας μ’ ένα μικρό λαδοφάναρο υπομονή. Έτριζε η κλειδωμένη πόρτα όπως τρίζουν τα δόντια απ’ το κρύο. Το χιόνι έλιωνε. Κατέβαιναν μεγάλα ποτάμια μες στη νύχτα μαζί με κόκαλα, πηλήκια και σκισμένες σημαίες. Τα παράθυρα κλείναν τα μάτια τους. Τα τζάμια δε φέγγαν. Σαν τους τυφλούς. Κοιτούσαν κατά μέσα…    ΜΕΓΑΛΑ κάτασπρα επίπεδα. Τετράγωνες ταράτσες. Μεγάλη ασβεστωμένη κάτοψη. Και τα τετράγωνα χωράφια πράσινα καστανά και κίτρινα μες στη λιακάδα. Έμπαινε η άνοιξη. Κ' οι καμινάδες σα δάχτυλα χοντρά μαυρισμένα απ' τα πολλά τσιγάρα σε μεγάλες αγρύπνιες δουλειάς — δείχναν κάπου ψηλά πίσω απ' τα σύγνεφα. Ένα παράθυρο ανοίγει. Κ' ένα άλλο. Αυτός σκουπίζει τον ιδρώτα του.
Καλημέρα — είπε. Καλημέρα. Ζέστη σήμερα. Μεγάλη ασβεστωμένη κάτοψη.
Κι η πινακίδα —ξύλινη τετράγωνη— αυτό όλο-όλο — είπε, τίποτ' άλλο — στη διασταύρωση εκεί: «Από δω προς τον ήλιο». Μεθαύριο  που θα περνάνε μες στον ήλιο με σημαίες κ' εργαλεία
μπορεί και κάποιος να σταθεί μια σύντομη στιγμή και να ρωτήσει:  «Ποιος να 'γραψε με τόσο αδέξια γράμματα τούτη την πινακίδα;» και κάποιος άλλος ίσως να θυμάται και να πει· «Ο Γιάννης Ρίτσος — ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας» [κι άλλα αποσπάσματα από την ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ προ Ανθρώπου ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΙΑ με ΚΛΙΚ στην εικόνα:  I Am Surrealism by Dibi]



Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ Π.Α. (προ Ανθρώπου) ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΙΑ  (αποσπάσματα)
Ερημωμένα χωριά, ξεροπόταμα σ’ ένα ανελέητο ξερό καλοκαίρι.
Βομβαρδισμένες εκκλησίες. Ένας  άσπρος άνεμος σφύριζε
σαν τον τρελό ψάλτη που τραγούδαγε άγρια τροπάρια μες στο ντουφεκίδι
κι ο παπάς με τις μπότες του σκοτωμένου αξιωματικού
σήκωνε τα ράσα του και πηδούσε το φράχτη. Στους τοίχους
ήταν σβησμένα τα συνθήματα. Υπόκωφοι κανονιοβολισμοί στο βάθος,
χαμηλά στον ορίζοντα η σιγαλιά του πολέμου. Ένα άλογο σκοτωμένο στην πλαγιά.

Είχε κολλήσει ο πάγος το παπούτσι στην κάλτσα, την κάλτσα στο πόδι.
Θα ξανάρθουμε – είπαν. Και δίχως πόδια θα ξανάρθουμε.
Τρίζαν οι αραποσιτιές
παράξενα σαν να μας σκίζαν τα χαρτιά με τα πατριωτικά τραγούδια μας
σαν να μας σκίζαν τις σημαίες μας. Δυο λιγνά σύννεφα
κρέμονταν πάνου στο βουνό σαν δυο πλεξούδες σκόρδο δίπλα σ’ ένα τζάκι
σ’ ένα βομβαρδισμένο σπίτι. Να κρύψουμε τούτο το φως
μη μας το πάρουνε κι αυτό –πού να το κρύψουμε;- είπε.
Ο άλλος κοιτούσε τα νύχια του. Νύχτωνε.

Κατέβηκαν ξυστά, τοίχο τοίχο. Σκύψαν
πήραν τον ίσκιο τους και κουκουλώθηκαν. Χάθηκαν.
Μονάχα τα τσιγάρα τους μακριά πότε πότε μια κόκκινη λάμψη.

Μην ανοίξεις την πόρτα. Ας χτυπάει το καλοκαίρι.
Το φεγγάρι είναι το κράνος του γερμανού φαντάρου.
Αμπαρώσου καλά – βάλε χοντρό στρατσόχαρτο στα τζάμια.
Μονάχα οι νεκροί έχουν το ελεύθερο να κυκλοφορούν στους δρόμους – άκου το βήμα τους
με τα φτωχά παπούτσια τους που λιώσαν απ’ τη βροχή τριγυρνώντας
μη βρίσκοντας ύπνο και τάφο σε τούτο τον καιρό, μη βρίσκοντας
λίγο τόπο δικό τους μια μπουκιά ψωμί μια μικρή θύμηση.

Μεγάλοι προβολείς γρονθοκοπούν τους τοίχους, ψάχνουν τις αυλακιές των σύγνεφων
πυροβόλα ρουθουνίζουν πίσω απ’ τη μάντρα του τουβλάδικου
τα σκυλιά σκάβουν το χώμα το σκαμμένο απ’ τους όλμους και τα μνήματα.

Πού να πας τέτοιαν ώρα; Έβαλε τις παλάμες του πλάι στο γυαλί της λάμπας
γεροντάκος –προσεκτικά – σα να κρατούσε ένα άσπρο πουλί παγωμένο
να το ζεστάνει, να μπορέσει να πετάξει. Πού ξέρεις πάλι
αν ζεσταθεί μπορεί να μείνει με τη θέλησή του εκεί στο τραπέζι πλάι στο σταχτοδοχείο.

Η λάσπη πέρσευε στους χαλασμένους δρόμους. Μάζευε τη λάσπη στα χέρια του.
Να φτιάξεις ένα πήλινο πουλί –έλεγε- τι να το κάνεις;
Ένα σταμνί; Τι να βάλεις μέσα; Λάσπη;

Σε τούτο το σπίτι με τις πολλές κάμαρες, τις πολλές φτωχοφαμίλιες
τα παιδιά κρυώνουν, οι γυναίκες κρυώνουν,
βάζουν στην πλάτη τους εφημερίδες, φασκιώνουν τα πόδια τους σαν άρρωστα μωρά.
Τ’ άδεια κατσαρόλια κουδουνίζουν μόνα τους τα μεσάνυχτα.
Ο πεθαμένος έμεινε τρεις μέρες στο σιδερένιο κρεβάτι.
Μεγάλες μύγες κάθονταν στο στόμα του. Αυτός δεν πεινούσε.

Στο πεζοδρόμιο ακούγονταν τα δεκανίκια του φεγγαριού.
Ένα σκοτεινό κλαδί γρατζουνούσε το παντζούρι.
Ψάξε τις τσέπες του νεκρού. Είχε ένα μικρό κλειδί.
Μπορεί να βρίσκεται στο σεντούκι του ένα κομμάτι μπομπότα.
Δεν πρόφτασε να φάει.
Κοίτα μην μαρτυρήσουν τα παιδιά πως πέθανε.
Μια βδομάδα να κρατήσουμε το ψωμί του. Μια βδομάδα.

«Θα βρωμήσει, θα βρωμήσει. Πώς θ’ αντέξουμε μια βδομάδα;
Πώς θ’ αντέξουμε;
ένα χρόνο, δύο χρόνια; Ανοίχτε τουλάχιστον τα τζάμια»

Βγήκε. Χτύπησε πίσω του την πόρτα σα να ’κλεινε ένα φέρετρο.
Δεν ξαναφάνηκε.
Δραπέτης. Δραπέτης στο σκοτάδι. Παράνομος. Οι άλλοι κοίταζαν τον τοίχο.
Ο πιο γέρος μασουλούσε με τα ούλα του το τσουράπι του.
Στις τσέπες τους η καρβουνόσκονη του ίσκιου.
Στα ρουθούνια τους η μυρωδιά απ’ το καμένο πετσί μιας αστραπής.
-μιας μακρινής, πολύ μακρινής αστραπής.

Τι θόρυβος να ’ναι αυτός; Τι θόρυβος κάτω απ’ το ταβάνι, μέσα στην ντουλάπα
ανάμεσα στο ’να βήμα και στο άλλο, έξω απ’ τις πόρτες, μέσα απ’ τις πόρτες
μπροστά στη σιωπή του δισταγμού, την τελευταία στιγμή μετά την απόφαση; Τι θόρυβος;

Με τ’ αυτί κολλημένο στον τοίχο αφουγκράζονται.
Το σώμα κολλημένο πάνω στον ίσκιο του. Τάχα κι οι σκοτωμένοι ν’ αφουγκράζονται
με τ’ αυτί κολλημένο στο χώμα: μακρινό ποδοβολητό.

Το χτύπημα του πολύγραφου. Ησυχία. Ο γλόμπος
είναι ένα κίτρινο συσπασμένο χέρι πάνω απ’ το σκοτάδι.
Ποια σημαία υψώνεται στο δημαρχιακό μέγαρο; Με ποιο σημάδι; Με τι χρώμα;

Τα καζάνια του λαϊκού συσσιτίου χτυπάν όλη νύχτα σαν ταμπούρλα.
Νύχτα αποφασισμένη. Συνοικίες γκαστρωμένες
με την κοιλιά τους βαριά από πείνα από καημό κι από άγιο μίσος. Πάνου στο πεζούλι
ο λαϊκός ρήτορας: «Σύντροφοι». Τίποτα άλλο. Ένα σπίρτο. Το φυτίλι.
Κι οι μεγάλες δρασκελιές μιας σημαίας πάνου απ’ τον ύπνο.
Κι η μεγάλη αψίδα της νύχτας όλη βαμμένη με πελώρια σφυροδέπανα αγρύπνιας…

Τις ει; Τις ει; Φώναξε μια φωνή μαλακή, κοριτσίστικη.

Λες να ’ναι η άνοιξη; -λέγαμε- η άνοιξη
λες να μας βάλει στην τσέπη ένα καινούριο πράσινο φύλλο
ν’ αγοράσουμε στον πρώτο σταθμό μία εφημερίδα και λίγα κούμαρα;

Είπε το σύνθημα, το παρασύνθημα. Πέρασε. Αυτός που καθόταν
ήσυχα-ήσυχα και σαν αδιάφορα μπροστά στο πρατήριο της βενζίνας
θα ’ταν μέλος του Κόμματος. Μια μικρή λάμψη ξέφευγε απ’ τα μάτια του
όπως η άκρη μιας προκήρυξης απ’ την τσέπη του σακακιού του.

Ύστερα βγήκαν απ’ το γκαράζ μια συντροφιά προλετάριοι
κούνησαν το κεφάλι τους αμίλητοι, σμίξαν μαζί του, προχώρησαν-
στα χέρια τους κρατούσαν μιαν αόρατη εκκλησία
που βάδιζε μαζί τους πάνου απ’ τα κεφάλια τους

«Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΚΛΑΙΓΑΝΕ ΑΚΟΥΜΠΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΤΖΑΜΙΑ ΚΙ ΑΣ ΛΕΓΑΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΒΡΟΧΗ:

Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα,  μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη σκούφια, «εδώ έχουν πεθάνει πολλοί, μου λέει, γι’ αυτό ό,τι κι αν πεις δεν ακούγεται», τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον καναπέ, «τι ψάχνει;» ρώτησα, «ο Χριστός, μου λέει, θα ’ρθει κι άλλες φορές», η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το χέρι της ν’ ανεβαίνει, «θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο» μου λέει, «μα πώς θα τον χάσω, της λέω, εγώ είμαι ανάπηρος και δεν περπατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι», «κι όμως θα τον χάσεις» μου λέει, «είσαι μια πουτάνα, της λέω, να με ταράζεις άγιον άνθρωπο –κι εσύ, αφού κανένας δεν σε θέλει γιατί κουνιέσαι;», «δεν κουνιέμαι εγώ, μου λέει, το καντήλι τρέμει», τη λυπήθηκα, «σε ξέρω, της λέω, δεν αποκλείεται, μάλιστα, να ’χουμε ζήσει πολύν καιρό μαζί», η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε κι εκείνο το ίδιο, «τώρα θ’ αρχίσει» σκέφτηκα μ’ απόγνωση, κι η γριά πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.  [ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by Beth Conklin ]


ΑΠΟΔΡΑΣΗ
Καθόταν σ’ ένα σκαμνί στο προαύλιο, και τα χέρια του ήταν τόσο αδέξια, που μας είχαν κιόλας προσπεράσει, «κάποτε θα γκρεμίσουν το σπίτι, μου λέει, και τότε θα το βρουν»,
και κάθε τόσο κάποιος τυλιγόταν μ’ ένα σεντόνι στην άκρη της κάμαρας, ήταν η στιγμή που δραπέτευε, ώσπου το σεντόνι έπεφτε άδειο κάτω στο πάτωμα κι εμείς είχαμε πια ένα παντοτινό φίλο,
στους σταθμούς περίμεναν σειρά οι μετανάστες, κρύβοντας κάτω απ’ το παλτό τους το ταξίδι σαν ένα ετοιμοθάνατο σκυλί,
κι ο θείος Ηλίας χρόνια μετά το θάνατό του, στέκονταν ακόμα στο πεζοδρόμιο, ο πλούσιος συγγενής μας, όμως, ούτε γύρισε να μας δει, «θείε, του είπα, αφού ήξερες, γιατί ξανάρθες;», «δεν μπορώ να κοιμηθώ, μου λέει, πρέπει να χάσω ακόμα»,
έκανα να φύγω, αλλά στην πάροδο είδα το μουγκό παιδί, είχε ακουμπήσει στον τοίχο κι έκλαιγε, και τώρα πάνω στον τοίχο ήταν ένα μικρό φωτισμένο παρεκκλήσιο, ενώ έξω χιόνιζε και οι περαστικοί πέθαιναν μέσα στα λόγια της.

Ο ΔΗΜΙΟΣ
Γρυλίσματα ανέβαιναν από τα καταγώγια, ένα πρόσωπο μανιακού με κοίταζε απ’ το τζάμι, και στον τεράστιο βολβό του ματιού του καθόταν το πουλί, που είχε θάψει, παιδί στην άκρη του κήπου,
σ’ όλο το δρόμο μ’ ακολουθούσε η γυναίκα με το σκεπασμένο πρόσωπο, ήταν εκείνη η άσχημη μουγκή που πλάγιασα μια νύχτα μαζί της, κι όταν πέθανε ερχόταν συχνά, την είδα μάλιστα, κάποτε, που έστρωνε ένα μικρό χαλί, εκεί που γονάτιζα να με λυπηθούνε,
τότε με περιμάζεψε αυτός, κρατούσε ένα μικρό τοίχο στο πίσω μέρος της αυλής, όταν χτυπήσαμε μας άνοιξε ο ίδιος ο δήμιος, «είμαι αθώος» έλεγε, «αυτό τους σκότωνε –τι φταίω που δεν μπορούσαν να τ’ ακούσουν», κι έδειχνε ένα μικρό φλάουτο στο τραπέζι,
οι νεκροί κλαίγανε ακουμπισμένοι στα τζάμια, κι ας λέγαν οι άλλοι ότι ήταν η βροχή, κι η θεία έβαλε τις φωνές που ήθελαν να της πάρουν τη παιδική ζωγραφιά και την κρατούσε ακόμα και μπροστά στον Κύριο, την Ημέρα της Κρίσεως,
ενώ, όπως βράδιαζε, στη γωνιά του δρόμου οι πλανόδιοι μουσικοί παίζαν ακούραστοι, μα δεν έβγαινε κανένας ήχος, γιατί τα βιολιά τους ήταν κιόλας μακριά, μες στο ανεκπλήρωτο.

ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ
Από την νύχτα εκείνη, που τον χτύπησα και τον έθαψα στο παλιό μαρμαρογλυφείο, έκανε καιρό να ξανάρθει –ζούσα τότε, για λίγες δεκάρες με μια πόρνη, κι ο άγγελος το χαμού τραγούδαγε μες στο πλυσταριό,
ήταν μια φωλιά κακούργων, τις νύχτες ξυπνούσε η πανάρχαιη τύψη και το πρωί βρίσκαμε κάποιον κρεμασμένο στην αποθήκη, πίσω απ’ το παραβάν είχαν κρύψει τον ασκητή που καιγόταν από αυταπάρνηση, κι η παλιόγρια έβαζε τη χύτρα πάνω στα γόνατά του και μαγείρευε για τους φονιάδες,
«στα έδωσα όλα», έλεγε η βρόμα  και μου ’δειχνε το ψεύτικο χέρι της κρεμασμένο στον τοίχο, «εσύ τι έχεις να δώσεις;»
τότε ακούστηκαν οι πυροβολισμοί από μια παλιά χαμένη εξέγερση, ένα κουτσό σκυλί μ’ ακολουθούσε κι ο κυνηγημένος στάθηκε και βγάζοντας το σακάκι το σκέπασε το κεφάλι του Βαπτιστή, γιατί ερχόταν χειμώνας,
«Θεέ μου, σκέφτηκα, ίσως να μην τον έθαψα αρκετά βαθιά, κι όλον αυτόν τον καιρό με προδίδει», νύχτα ξαναπήγα στο ερειπωμένο μαρμαρογλυφείο και τότε τον είδα, είχε γονατίσει και κλαίγοντας μάζευε λίγο χώμα και σκέπαζε
το κρύο της ζωής μου…

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α. Είχα χαθεί εδώ και χρόνια, μα ο αδελφός μου με βρήκε, «πώς μ’ ανακάλυψες;», του λέω, εκείνος μου έδειξε το δεκανίκι του, «ο πατέρας θέλει να πουλήσει το σπίτι» μου λέει, «ποιο σπίτι, του λέω, εμείς δεν είχαμε ποτέ σπίτι, γι’ αυτό κιόλας ο πατέρας πέθανε», «λάθος, μου λέει, είχαν γεμίσει το φέρετρο με παλιά ρούχα», «μα βέβαια, λέω, τι άλλο θα ’θελε ο πατέρας τόσα αποφόρια που του ’διναν».
Β. «Περάστε, περάστε» έλεγα στον κόσμο που είχε μαζευτεί, «πού να μπούνε, σκέφτηκα, όλοι οι δικοί μου εκεί μέσα είναι νεκροί», αλλά, ευτυχώς, θυμήθηκα ότι στο μοναδικό δωμάτιο, που ζούσαμε, έτσι γινόταν πάντα, όταν είχαμε καμιά επίσκεψη, αυτοί που κοιμόντουσαν ξυπνούσαν βιαστικά κι έφευγαν απ’ την πίσω πόρτα.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ ΕΚΤΕΙΝΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΑΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ

Αν ήτανε τα σύγνεφα θα ήμουνα κι εγώ, αν ήτανε τα φύλλα και το θρόισμα και εγώ θα υπήρχα, σπινθήρες αν βγάζαμε στα χέρια μας, φωτιά θα βλασταίναμε. Μα η ζωή δεν έχει τη δική μας περηφάνεια, υποκείμενο δεν φυτρώνει στο ξαφνικό που διαρκεί ως το θάνατο κι ολοένα με σπαθιές ηρεμίας αναβρεφουργείται. Τίποτα παλιό εδώ και τίποτα καινούργιο. Νιάτα να πεις θολώνεις από παρανόηση τα γερατειά ν’ αδράξεις μετερίζι δεν γίνεται [ΠΟΙΗΜΑ ΔΙΧΩΣ ΚΑΡΠΩΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – ART by STEIN catrin flying birds]



ΤΙΡΥΝΘΑ
Δεν πήγα παραπέρα από την άτρωτη θωριά της λησμοσύνης
μεινέσκοντας απάτητος όρθος ανάμεσα σε παντέρημο δάσος
μ’ αγρίμια μ’ αγριμάκια στοχασμούς
εβγαίνοντας από το έρεβος με ασήκωτο ξύπνημα
ωσάν κεράσι βλέποντας στο ηλλιόβγαλμα το μυαλό μου
ζουληγμένο απ’ του ύπνου την πατούσα
την ομορφιά λογαριάζοντας εκείθε στο λιθόστρωτο
την ομορφιά των σκουπιδιώνε δεξιά μου.
Μα όμως τώρα κάτι σπάζει τη συνέχεια
είναι ένας γάιδαρος πολύφθογγος που σαν ψαλμός σχηματίζει
την άχραντη εικόνα του σε βαθιά δευτερόλεπτα
οπού ρεμβάζει αχνίζοντας αντίκρυ σ’ άρρωστο πέλαγος
από ’να ύψος ατάραχο με άκακους βράχους.
Κι ωστόσο είμαι σήμερα στην Τίρυνθα
με το όνομα επισκέπτης
αναπνέοντας ολομόναχος την κοίμηση στα κυκλώπεια τείχη.
Χρόνος και χώρος τον έρωτα τον έχουν επάγγελμα.
Τώρα τι κάνω την όραση; Βλέπω μιαν όμορφη γερμανίδα
με δυνατό βοριά χαρισμένο ανάγλυφα στα κωλομέρια της.
Το κυπαρίσσι κόβοντας το χαύνο πέλαγος στη μέση
-ποιο πέλαγος όμως;-
προσφέρει θάλλει έντομα βουίσματα θηριωδίες.
Μαβιά να ’ναι τα σπλάχνα μου; -δεν το ’χω περιέργεια.
Μα είπα: πότε τάχα να την άναψε την κόλαση
ο θεός, με τη κούτσουρα, τι δάση;
Μάλλον –αποκρίθηκα βέβαιος- με οδοντογλυφίδες.
Μιλώ και λέω τ’ όνειρο πως είναι ο κρεουργός του ύπνου
δεν είναι του θανάτου το αντίδοτο.
Ενθάδε κείται νύχτα παλλακή γιομάτη εγγαστρίμυθους.
Η καύτρα στο τσιγάρο μου με κόκκινο ιδρύει το σκοτάδι
το ξέρω πως η λέξη σκοτάδι δεν υπάρχει στο σκοτάδι
μητέρα της είναι η καύτρα /δρακοντόσχισμα!..

MORTEL ΑΠΟ ΣΥΝΕΣΗ
Δεηθώμεν.
Ακούγεται πιάνο βιαστικό.
Θα σας δώσω και δοκίμια
μην κάνετε έτσι…
Τρελός πεθάνω λογικός πεθάνω
δεν είναι το ίδιο;
Ποτέ δεν φτούρησε η διάνοια και
η γλαφυρή σοβαρότητα
στη θεόπνευστή μου επικαρπία εμένα.
Γλώσσες λαλιές και ρήματα
θα πάθετε λαχτάρα στην άγρια νεόνυμφη σιγή μου
θα σκουληκιάσουν οι φιλόδοξοι ήχοι
και θ’ απομείνει λίγο κάτουρο μονάχα
στα απονεκρωμένα σκέλια σας.
Του Αγίου Επιθέτου Δεηθώμεν.

ΚΡΟΤΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Σκυλίσια κιονόκρανα στρόφιγγα
πριγκίπισσα του άρτιου αριθμού με ινδιάνικη σκυτάλη
στα νήπια κοκόρια χρυσαφίζουν
ένα πράσινο λάθος κι άλλο λάθος
με κάλτσες από μικρά φτεράκια
να ξαναλάμψει το Μάλιστα
ωσάν το αβγό στα δυο λιθάρια
ζωντανός είμ’ εγώ μες στο φαράγγι  μου
τσακισμένος ολότελα απ’ το να υπάρχω –
θα ξεπαγιάζω στο λάκκο;
Ευφρόσυνα κι αγιασμένα μηδενικά
φτερουγίζουν ένα κίτρινο
φλυαρώντας ασίγαστα με ιώδη τραππιστή
τα γλυκόλαλα φρούτα του
το οιδιπόδειο του γιασεμιού με τη σελήνη
τρομαχτικά διλήμματα γενέθλια των φύλλων
ενόργανες εμπειρίες από αλληλούια
στον ήλιο του καλοκαιριού παγωμένη
η Ιλιάδα μέσα σ’ ένα
ποτήρι που ξεφλουδίζει το γυαλί του
κι η λησταρχίνα η τρομώδης εκείνη σεξουαλικότητα
ένα τεράστιο ακροατήριο από σταγόνες
η ανόρυξη του Μεσαίωνα σε απήχηση – όχι
πέφτει η αυλαία του φλάουτου στα άνθη
οι χιλιόχρονες εβδομάδες
χύνοντας μακριά μαλλιά στο χοάνη-ψαύση
παρθένο φίδι
του κεραυνού
η αστραπιαία
ελαστικότητα
Κουνιάδος είμαι του κατάμαυρου Βράχμα.

ΟΠΤΑΣΙΑΣΤΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΤΕΡΩΣΗ
Προπύργιο δεν είμαι κανενός διανοήματος
ανεξήγητα κι όλα τους μαζί τα εξηγούμενα
συγκομιδή και προϋπάντηση στον αέρα μυριοπόθητη
το ταύρειο των αναστενάρηδων αντίδωρο ωιμένα
μου φάνηκε στην Αγία Ελένη όπου βρέθηκα θαυμάζοντας
πεπτικό μυστήριο από μεταφυσικές πρωτεΐνες
τόπος δεν είν’ ο θάνατος μυθεύματα δεν τα συσσωρεύει
/καρδιά μου δεν αντέχω πια στη νοημοσύνη… /
δεν είμαι πάντως εγώ που συνταράζω τις ανώφελες πλειάδες
πολυδοξία μόρσιμη ποτέ μου δεν την αποδέχτηκα ο άλαλος
φιλόκαινος όχι, πανάρχαιος οπωσδήποτε.
Φιλόσοφος δεν κατάντησα γυρεύοντας βαθιά την αμυδρότητα
λιγάκι στάθηκα να ξαποστάσω στην επιστήμη
το μόνο σωστό σταυροκόπημα.
Είθε να μην είναι χοϊκός ο κ. διοικητής της χωροφυλακής
contabile στην αίσθηση για να υποφέρουμε το χρόνο
να μαζέψουμε το σκοινάκι μας ως τον τάφο.
Είδε να μην είναι δυνατός ο χαμός μας απ’ την όποια κατάληξη.

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΝΕΟΓΝΩΝ ΗΧΗΤΙΚΗΣ
Αναμέτρηση διψαλέων συλλαβών και προχειρότητας.
Η μέρα σώνεται στη γήινη κατάθλιψη και η νύχτα
τυχαρπάζει τ’ ανθολογήματα στους κήπους.
Μεταδίδω ένα νωθρότατο μήνυμα στις δικές μου βραχύτητες:
-Εκείνος που χαζεύει στην εγκάρσια
υγρασία των υπνοφόρων ερώτων εκείνος
οπού πολύ πιστεύει στη ζωή –αυτός ακριβώς
ποτέ του δε ζει πραγματικά.
Τέτοια η αμφίεση η ειπωμένη λάλημα

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος…


ΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ ΕΝΟΙΩΘΑΝ ΠΟΥ ΗΣΑΝ ΒΕΒΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΑΥΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ (κι ήξεραν τι άξιζαν αυτά, τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες):

Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά, τον Καισαρίωνα και τα μικρά του αδέλφια, Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη φορά τα βγάζαν στο Γυμνάσιο, εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς, μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών. Ο Αλέξανδρος –τον είπαν βασιλέα της Αρμενίας, της Μηδίας και των Πάρθων. Ο Πτολεμαίος –τον είπαν βασιλέα της Κιλικίας, της Συρίας και της Φοινίκης. Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά, ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί, στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους, η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων, δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια. Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς, αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων. Οι Αλεξαδρινοί ένοιωθαν βέβαια πού ήσαν λόγια αυτά θεατρικά. Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική, ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό, το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης, των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη, ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά (της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών) κι οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή, κι ενθουσιάζονταν κι επευφημούσαν ελληνικά κι αιγυπτιακά και ποιοι εβριαίικα, γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα – μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά, τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες [Κ. Π Καβάφης, Ποιήματα, εκδόσεις Ηριδανός ART by DALI salvador temptation of stantony]


[Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Την εκκλησίαν αγαπώ – τα εξαπτέρυγά της,
τ’ ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της,
τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της.



Εκεί σαν μπω, μες σ’ εκκλησία των Γραικών
με των θυμιαμάτων της τες ευωδίες,
μες τες λειτουργικές φωνές και συμφωνίες,
τες μεγαλοπρεπείς των ιερέων παρουσίες
και κάθε των κινήσεως τον σοβαρό ρυθμό –
λαμπρότατοι μες στων αμφίων τον στολισμό-
ο νους μου μπαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας,
στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό.

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με -
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κι επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κι αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την ύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις και ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΩΣ
Είναι ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός,
σακαταμένος απ’ τα χρόνια κι από καταχρήσεις,
σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι.
Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει
τα χάλια και τα γηρετειά του, μελετά
το μερτικό που έχει ακόμη αυτός στα νειάτα.

Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

ΕΠΗΓΑ
Δεν εδεσμεύτηκα. Τελείως αφέθηκα και επήγα.
Στες απολαύσεις, πού μισό πραγματικές,
μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,
επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα.
Κι ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς
που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]