Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΚΛΑΙΓΑΝΕ ΑΚΟΥΜΠΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΤΖΑΜΙΑ ΚΙ ΑΣ ΛΕΓΑΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΒΡΟΧΗ:

Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα,  μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη σκούφια, «εδώ έχουν πεθάνει πολλοί, μου λέει, γι’ αυτό ό,τι κι αν πεις δεν ακούγεται», τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον καναπέ, «τι ψάχνει;» ρώτησα, «ο Χριστός, μου λέει, θα ’ρθει κι άλλες φορές», η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το χέρι της ν’ ανεβαίνει, «θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο» μου λέει, «μα πώς θα τον χάσω, της λέω, εγώ είμαι ανάπηρος και δεν περπατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι», «κι όμως θα τον χάσεις» μου λέει, «είσαι μια πουτάνα, της λέω, να με ταράζεις άγιον άνθρωπο –κι εσύ, αφού κανένας δεν σε θέλει γιατί κουνιέσαι;», «δεν κουνιέμαι εγώ, μου λέει, το καντήλι τρέμει», τη λυπήθηκα, «σε ξέρω, της λέω, δεν αποκλείεται, μάλιστα, να ’χουμε ζήσει πολύν καιρό μαζί», η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε κι εκείνο το ίδιο, «τώρα θ’ αρχίσει» σκέφτηκα μ’ απόγνωση, κι η γριά πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.  [ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by Beth Conklin ]


ΑΠΟΔΡΑΣΗ
Καθόταν σ’ ένα σκαμνί στο προαύλιο, και τα χέρια του ήταν τόσο αδέξια, που μας είχαν κιόλας προσπεράσει, «κάποτε θα γκρεμίσουν το σπίτι, μου λέει, και τότε θα το βρουν»,
και κάθε τόσο κάποιος τυλιγόταν μ’ ένα σεντόνι στην άκρη της κάμαρας, ήταν η στιγμή που δραπέτευε, ώσπου το σεντόνι έπεφτε άδειο κάτω στο πάτωμα κι εμείς είχαμε πια ένα παντοτινό φίλο,
στους σταθμούς περίμεναν σειρά οι μετανάστες, κρύβοντας κάτω απ’ το παλτό τους το ταξίδι σαν ένα ετοιμοθάνατο σκυλί,
κι ο θείος Ηλίας χρόνια μετά το θάνατό του, στέκονταν ακόμα στο πεζοδρόμιο, ο πλούσιος συγγενής μας, όμως, ούτε γύρισε να μας δει, «θείε, του είπα, αφού ήξερες, γιατί ξανάρθες;», «δεν μπορώ να κοιμηθώ, μου λέει, πρέπει να χάσω ακόμα»,
έκανα να φύγω, αλλά στην πάροδο είδα το μουγκό παιδί, είχε ακουμπήσει στον τοίχο κι έκλαιγε, και τώρα πάνω στον τοίχο ήταν ένα μικρό φωτισμένο παρεκκλήσιο, ενώ έξω χιόνιζε και οι περαστικοί πέθαιναν μέσα στα λόγια της.

Ο ΔΗΜΙΟΣ
Γρυλίσματα ανέβαιναν από τα καταγώγια, ένα πρόσωπο μανιακού με κοίταζε απ’ το τζάμι, και στον τεράστιο βολβό του ματιού του καθόταν το πουλί, που είχε θάψει, παιδί στην άκρη του κήπου,
σ’ όλο το δρόμο μ’ ακολουθούσε η γυναίκα με το σκεπασμένο πρόσωπο, ήταν εκείνη η άσχημη μουγκή που πλάγιασα μια νύχτα μαζί της, κι όταν πέθανε ερχόταν συχνά, την είδα μάλιστα, κάποτε, που έστρωνε ένα μικρό χαλί, εκεί που γονάτιζα να με λυπηθούνε,
τότε με περιμάζεψε αυτός, κρατούσε ένα μικρό τοίχο στο πίσω μέρος της αυλής, όταν χτυπήσαμε μας άνοιξε ο ίδιος ο δήμιος, «είμαι αθώος» έλεγε, «αυτό τους σκότωνε –τι φταίω που δεν μπορούσαν να τ’ ακούσουν», κι έδειχνε ένα μικρό φλάουτο στο τραπέζι,
οι νεκροί κλαίγανε ακουμπισμένοι στα τζάμια, κι ας λέγαν οι άλλοι ότι ήταν η βροχή, κι η θεία έβαλε τις φωνές που ήθελαν να της πάρουν τη παιδική ζωγραφιά και την κρατούσε ακόμα και μπροστά στον Κύριο, την Ημέρα της Κρίσεως,
ενώ, όπως βράδιαζε, στη γωνιά του δρόμου οι πλανόδιοι μουσικοί παίζαν ακούραστοι, μα δεν έβγαινε κανένας ήχος, γιατί τα βιολιά τους ήταν κιόλας μακριά, μες στο ανεκπλήρωτο.

ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ
Από την νύχτα εκείνη, που τον χτύπησα και τον έθαψα στο παλιό μαρμαρογλυφείο, έκανε καιρό να ξανάρθει –ζούσα τότε, για λίγες δεκάρες με μια πόρνη, κι ο άγγελος το χαμού τραγούδαγε μες στο πλυσταριό,
ήταν μια φωλιά κακούργων, τις νύχτες ξυπνούσε η πανάρχαιη τύψη και το πρωί βρίσκαμε κάποιον κρεμασμένο στην αποθήκη, πίσω απ’ το παραβάν είχαν κρύψει τον ασκητή που καιγόταν από αυταπάρνηση, κι η παλιόγρια έβαζε τη χύτρα πάνω στα γόνατά του και μαγείρευε για τους φονιάδες,
«στα έδωσα όλα», έλεγε η βρόμα  και μου ’δειχνε το ψεύτικο χέρι της κρεμασμένο στον τοίχο, «εσύ τι έχεις να δώσεις;»
τότε ακούστηκαν οι πυροβολισμοί από μια παλιά χαμένη εξέγερση, ένα κουτσό σκυλί μ’ ακολουθούσε κι ο κυνηγημένος στάθηκε και βγάζοντας το σακάκι το σκέπασε το κεφάλι του Βαπτιστή, γιατί ερχόταν χειμώνας,
«Θεέ μου, σκέφτηκα, ίσως να μην τον έθαψα αρκετά βαθιά, κι όλον αυτόν τον καιρό με προδίδει», νύχτα ξαναπήγα στο ερειπωμένο μαρμαρογλυφείο και τότε τον είδα, είχε γονατίσει και κλαίγοντας μάζευε λίγο χώμα και σκέπαζε
το κρύο της ζωής μου…

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α. Είχα χαθεί εδώ και χρόνια, μα ο αδελφός μου με βρήκε, «πώς μ’ ανακάλυψες;», του λέω, εκείνος μου έδειξε το δεκανίκι του, «ο πατέρας θέλει να πουλήσει το σπίτι» μου λέει, «ποιο σπίτι, του λέω, εμείς δεν είχαμε ποτέ σπίτι, γι’ αυτό κιόλας ο πατέρας πέθανε», «λάθος, μου λέει, είχαν γεμίσει το φέρετρο με παλιά ρούχα», «μα βέβαια, λέω, τι άλλο θα ’θελε ο πατέρας τόσα αποφόρια που του ’διναν».
Β. «Περάστε, περάστε» έλεγα στον κόσμο που είχε μαζευτεί, «πού να μπούνε, σκέφτηκα, όλοι οι δικοί μου εκεί μέσα είναι νεκροί», αλλά, ευτυχώς, θυμήθηκα ότι στο μοναδικό δωμάτιο, που ζούσαμε, έτσι γινόταν πάντα, όταν είχαμε καμιά επίσκεψη, αυτοί που κοιμόντουσαν ξυπνούσαν βιαστικά κι έφευγαν απ’ την πίσω πόρτα.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δεν υπάρχουν σχόλια: