Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΥΣ ΚΟΙΤΟΥΣΑΝ ΚΑΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΔΙΣΤΑΓΜΟΥ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ

Κατηφόρισαν με σκισμένα χιτώνια, με παλιά ντουφέκια δίχως ψωμί στο γυλιό δίχως σφαίρες. Μονάχα με μικρά οργισμένα ποτάμια κλείναν τα περάσματα πίσω τους. Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου σ’ άγνωστες πέτρες, πάνου στο χιόνι μαζί με τις ελιές του και τ’ αμπέλια τους – άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι ένα χέρι, άλλος ένα μεγάλο κομμάτι απ’ την ψυχή του, καθένας κι έναν ή πιότερους νεκρούς. Ύστερα γύρισαν με τις πληγές και τα κρυοπαγήματα, θάψανε τα ντουφέκια τους στα βράχια, στο χιόνι, στις κουφάλες των δένδρων, στο αχούρι, ανάμεσα στέγη και ταβάνι, στη σκοτεινή αποθήκη που βγάζει στο πίσω μέρος της νύχτας μ’ ένα μικρό λαδοφάναρο υπομονή. Έτριζε η κλειδωμένη πόρτα όπως τρίζουν τα δόντια απ’ το κρύο. Το χιόνι έλιωνε. Κατέβαιναν μεγάλα ποτάμια μες στη νύχτα μαζί με κόκαλα, πηλήκια και σκισμένες σημαίες. Τα παράθυρα κλείναν τα μάτια τους. Τα τζάμια δε φέγγαν. Σαν τους τυφλούς. Κοιτούσαν κατά μέσα…    ΜΕΓΑΛΑ κάτασπρα επίπεδα. Τετράγωνες ταράτσες. Μεγάλη ασβεστωμένη κάτοψη. Και τα τετράγωνα χωράφια πράσινα καστανά και κίτρινα μες στη λιακάδα. Έμπαινε η άνοιξη. Κ' οι καμινάδες σα δάχτυλα χοντρά μαυρισμένα απ' τα πολλά τσιγάρα σε μεγάλες αγρύπνιες δουλειάς — δείχναν κάπου ψηλά πίσω απ' τα σύγνεφα. Ένα παράθυρο ανοίγει. Κ' ένα άλλο. Αυτός σκουπίζει τον ιδρώτα του.
Καλημέρα — είπε. Καλημέρα. Ζέστη σήμερα. Μεγάλη ασβεστωμένη κάτοψη.
Κι η πινακίδα —ξύλινη τετράγωνη— αυτό όλο-όλο — είπε, τίποτ' άλλο — στη διασταύρωση εκεί: «Από δω προς τον ήλιο». Μεθαύριο  που θα περνάνε μες στον ήλιο με σημαίες κ' εργαλεία
μπορεί και κάποιος να σταθεί μια σύντομη στιγμή και να ρωτήσει:  «Ποιος να 'γραψε με τόσο αδέξια γράμματα τούτη την πινακίδα;» και κάποιος άλλος ίσως να θυμάται και να πει· «Ο Γιάννης Ρίτσος — ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας» [κι άλλα αποσπάσματα από την ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ προ Ανθρώπου ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΙΑ με ΚΛΙΚ στην εικόνα:  I Am Surrealism by Dibi]



Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ Π.Α. (προ Ανθρώπου) ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΙΑ  (αποσπάσματα)
Ερημωμένα χωριά, ξεροπόταμα σ’ ένα ανελέητο ξερό καλοκαίρι.
Βομβαρδισμένες εκκλησίες. Ένας  άσπρος άνεμος σφύριζε
σαν τον τρελό ψάλτη που τραγούδαγε άγρια τροπάρια μες στο ντουφεκίδι
κι ο παπάς με τις μπότες του σκοτωμένου αξιωματικού
σήκωνε τα ράσα του και πηδούσε το φράχτη. Στους τοίχους
ήταν σβησμένα τα συνθήματα. Υπόκωφοι κανονιοβολισμοί στο βάθος,
χαμηλά στον ορίζοντα η σιγαλιά του πολέμου. Ένα άλογο σκοτωμένο στην πλαγιά.

Είχε κολλήσει ο πάγος το παπούτσι στην κάλτσα, την κάλτσα στο πόδι.
Θα ξανάρθουμε – είπαν. Και δίχως πόδια θα ξανάρθουμε.
Τρίζαν οι αραποσιτιές
παράξενα σαν να μας σκίζαν τα χαρτιά με τα πατριωτικά τραγούδια μας
σαν να μας σκίζαν τις σημαίες μας. Δυο λιγνά σύννεφα
κρέμονταν πάνου στο βουνό σαν δυο πλεξούδες σκόρδο δίπλα σ’ ένα τζάκι
σ’ ένα βομβαρδισμένο σπίτι. Να κρύψουμε τούτο το φως
μη μας το πάρουνε κι αυτό –πού να το κρύψουμε;- είπε.
Ο άλλος κοιτούσε τα νύχια του. Νύχτωνε.

Κατέβηκαν ξυστά, τοίχο τοίχο. Σκύψαν
πήραν τον ίσκιο τους και κουκουλώθηκαν. Χάθηκαν.
Μονάχα τα τσιγάρα τους μακριά πότε πότε μια κόκκινη λάμψη.

Μην ανοίξεις την πόρτα. Ας χτυπάει το καλοκαίρι.
Το φεγγάρι είναι το κράνος του γερμανού φαντάρου.
Αμπαρώσου καλά – βάλε χοντρό στρατσόχαρτο στα τζάμια.
Μονάχα οι νεκροί έχουν το ελεύθερο να κυκλοφορούν στους δρόμους – άκου το βήμα τους
με τα φτωχά παπούτσια τους που λιώσαν απ’ τη βροχή τριγυρνώντας
μη βρίσκοντας ύπνο και τάφο σε τούτο τον καιρό, μη βρίσκοντας
λίγο τόπο δικό τους μια μπουκιά ψωμί μια μικρή θύμηση.

Μεγάλοι προβολείς γρονθοκοπούν τους τοίχους, ψάχνουν τις αυλακιές των σύγνεφων
πυροβόλα ρουθουνίζουν πίσω απ’ τη μάντρα του τουβλάδικου
τα σκυλιά σκάβουν το χώμα το σκαμμένο απ’ τους όλμους και τα μνήματα.

Πού να πας τέτοιαν ώρα; Έβαλε τις παλάμες του πλάι στο γυαλί της λάμπας
γεροντάκος –προσεκτικά – σα να κρατούσε ένα άσπρο πουλί παγωμένο
να το ζεστάνει, να μπορέσει να πετάξει. Πού ξέρεις πάλι
αν ζεσταθεί μπορεί να μείνει με τη θέλησή του εκεί στο τραπέζι πλάι στο σταχτοδοχείο.

Η λάσπη πέρσευε στους χαλασμένους δρόμους. Μάζευε τη λάσπη στα χέρια του.
Να φτιάξεις ένα πήλινο πουλί –έλεγε- τι να το κάνεις;
Ένα σταμνί; Τι να βάλεις μέσα; Λάσπη;

Σε τούτο το σπίτι με τις πολλές κάμαρες, τις πολλές φτωχοφαμίλιες
τα παιδιά κρυώνουν, οι γυναίκες κρυώνουν,
βάζουν στην πλάτη τους εφημερίδες, φασκιώνουν τα πόδια τους σαν άρρωστα μωρά.
Τ’ άδεια κατσαρόλια κουδουνίζουν μόνα τους τα μεσάνυχτα.
Ο πεθαμένος έμεινε τρεις μέρες στο σιδερένιο κρεβάτι.
Μεγάλες μύγες κάθονταν στο στόμα του. Αυτός δεν πεινούσε.

Στο πεζοδρόμιο ακούγονταν τα δεκανίκια του φεγγαριού.
Ένα σκοτεινό κλαδί γρατζουνούσε το παντζούρι.
Ψάξε τις τσέπες του νεκρού. Είχε ένα μικρό κλειδί.
Μπορεί να βρίσκεται στο σεντούκι του ένα κομμάτι μπομπότα.
Δεν πρόφτασε να φάει.
Κοίτα μην μαρτυρήσουν τα παιδιά πως πέθανε.
Μια βδομάδα να κρατήσουμε το ψωμί του. Μια βδομάδα.

«Θα βρωμήσει, θα βρωμήσει. Πώς θ’ αντέξουμε μια βδομάδα;
Πώς θ’ αντέξουμε;
ένα χρόνο, δύο χρόνια; Ανοίχτε τουλάχιστον τα τζάμια»

Βγήκε. Χτύπησε πίσω του την πόρτα σα να ’κλεινε ένα φέρετρο.
Δεν ξαναφάνηκε.
Δραπέτης. Δραπέτης στο σκοτάδι. Παράνομος. Οι άλλοι κοίταζαν τον τοίχο.
Ο πιο γέρος μασουλούσε με τα ούλα του το τσουράπι του.
Στις τσέπες τους η καρβουνόσκονη του ίσκιου.
Στα ρουθούνια τους η μυρωδιά απ’ το καμένο πετσί μιας αστραπής.
-μιας μακρινής, πολύ μακρινής αστραπής.

Τι θόρυβος να ’ναι αυτός; Τι θόρυβος κάτω απ’ το ταβάνι, μέσα στην ντουλάπα
ανάμεσα στο ’να βήμα και στο άλλο, έξω απ’ τις πόρτες, μέσα απ’ τις πόρτες
μπροστά στη σιωπή του δισταγμού, την τελευταία στιγμή μετά την απόφαση; Τι θόρυβος;

Με τ’ αυτί κολλημένο στον τοίχο αφουγκράζονται.
Το σώμα κολλημένο πάνω στον ίσκιο του. Τάχα κι οι σκοτωμένοι ν’ αφουγκράζονται
με τ’ αυτί κολλημένο στο χώμα: μακρινό ποδοβολητό.

Το χτύπημα του πολύγραφου. Ησυχία. Ο γλόμπος
είναι ένα κίτρινο συσπασμένο χέρι πάνω απ’ το σκοτάδι.
Ποια σημαία υψώνεται στο δημαρχιακό μέγαρο; Με ποιο σημάδι; Με τι χρώμα;

Τα καζάνια του λαϊκού συσσιτίου χτυπάν όλη νύχτα σαν ταμπούρλα.
Νύχτα αποφασισμένη. Συνοικίες γκαστρωμένες
με την κοιλιά τους βαριά από πείνα από καημό κι από άγιο μίσος. Πάνου στο πεζούλι
ο λαϊκός ρήτορας: «Σύντροφοι». Τίποτα άλλο. Ένα σπίρτο. Το φυτίλι.
Κι οι μεγάλες δρασκελιές μιας σημαίας πάνου απ’ τον ύπνο.
Κι η μεγάλη αψίδα της νύχτας όλη βαμμένη με πελώρια σφυροδέπανα αγρύπνιας…

Τις ει; Τις ει; Φώναξε μια φωνή μαλακή, κοριτσίστικη.

Λες να ’ναι η άνοιξη; -λέγαμε- η άνοιξη
λες να μας βάλει στην τσέπη ένα καινούριο πράσινο φύλλο
ν’ αγοράσουμε στον πρώτο σταθμό μία εφημερίδα και λίγα κούμαρα;

Είπε το σύνθημα, το παρασύνθημα. Πέρασε. Αυτός που καθόταν
ήσυχα-ήσυχα και σαν αδιάφορα μπροστά στο πρατήριο της βενζίνας
θα ’ταν μέλος του Κόμματος. Μια μικρή λάμψη ξέφευγε απ’ τα μάτια του
όπως η άκρη μιας προκήρυξης απ’ την τσέπη του σακακιού του.

Ύστερα βγήκαν απ’ το γκαράζ μια συντροφιά προλετάριοι
κούνησαν το κεφάλι τους αμίλητοι, σμίξαν μαζί του, προχώρησαν-
στα χέρια τους κρατούσαν μιαν αόρατη εκκλησία
που βάδιζε μαζί τους πάνου απ’ τα κεφάλια τους

«Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: