Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ ΕΚΤΕΙΝΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΑΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ

Αν ήτανε τα σύγνεφα θα ήμουνα κι εγώ, αν ήτανε τα φύλλα και το θρόισμα και εγώ θα υπήρχα, σπινθήρες αν βγάζαμε στα χέρια μας, φωτιά θα βλασταίναμε. Μα η ζωή δεν έχει τη δική μας περηφάνεια, υποκείμενο δεν φυτρώνει στο ξαφνικό που διαρκεί ως το θάνατο κι ολοένα με σπαθιές ηρεμίας αναβρεφουργείται. Τίποτα παλιό εδώ και τίποτα καινούργιο. Νιάτα να πεις θολώνεις από παρανόηση τα γερατειά ν’ αδράξεις μετερίζι δεν γίνεται [ΠΟΙΗΜΑ ΔΙΧΩΣ ΚΑΡΠΩΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – ART by STEIN catrin flying birds]



ΤΙΡΥΝΘΑ
Δεν πήγα παραπέρα από την άτρωτη θωριά της λησμοσύνης
μεινέσκοντας απάτητος όρθος ανάμεσα σε παντέρημο δάσος
μ’ αγρίμια μ’ αγριμάκια στοχασμούς
εβγαίνοντας από το έρεβος με ασήκωτο ξύπνημα
ωσάν κεράσι βλέποντας στο ηλλιόβγαλμα το μυαλό μου
ζουληγμένο απ’ του ύπνου την πατούσα
την ομορφιά λογαριάζοντας εκείθε στο λιθόστρωτο
την ομορφιά των σκουπιδιώνε δεξιά μου.
Μα όμως τώρα κάτι σπάζει τη συνέχεια
είναι ένας γάιδαρος πολύφθογγος που σαν ψαλμός σχηματίζει
την άχραντη εικόνα του σε βαθιά δευτερόλεπτα
οπού ρεμβάζει αχνίζοντας αντίκρυ σ’ άρρωστο πέλαγος
από ’να ύψος ατάραχο με άκακους βράχους.
Κι ωστόσο είμαι σήμερα στην Τίρυνθα
με το όνομα επισκέπτης
αναπνέοντας ολομόναχος την κοίμηση στα κυκλώπεια τείχη.
Χρόνος και χώρος τον έρωτα τον έχουν επάγγελμα.
Τώρα τι κάνω την όραση; Βλέπω μιαν όμορφη γερμανίδα
με δυνατό βοριά χαρισμένο ανάγλυφα στα κωλομέρια της.
Το κυπαρίσσι κόβοντας το χαύνο πέλαγος στη μέση
-ποιο πέλαγος όμως;-
προσφέρει θάλλει έντομα βουίσματα θηριωδίες.
Μαβιά να ’ναι τα σπλάχνα μου; -δεν το ’χω περιέργεια.
Μα είπα: πότε τάχα να την άναψε την κόλαση
ο θεός, με τη κούτσουρα, τι δάση;
Μάλλον –αποκρίθηκα βέβαιος- με οδοντογλυφίδες.
Μιλώ και λέω τ’ όνειρο πως είναι ο κρεουργός του ύπνου
δεν είναι του θανάτου το αντίδοτο.
Ενθάδε κείται νύχτα παλλακή γιομάτη εγγαστρίμυθους.
Η καύτρα στο τσιγάρο μου με κόκκινο ιδρύει το σκοτάδι
το ξέρω πως η λέξη σκοτάδι δεν υπάρχει στο σκοτάδι
μητέρα της είναι η καύτρα /δρακοντόσχισμα!..

MORTEL ΑΠΟ ΣΥΝΕΣΗ
Δεηθώμεν.
Ακούγεται πιάνο βιαστικό.
Θα σας δώσω και δοκίμια
μην κάνετε έτσι…
Τρελός πεθάνω λογικός πεθάνω
δεν είναι το ίδιο;
Ποτέ δεν φτούρησε η διάνοια και
η γλαφυρή σοβαρότητα
στη θεόπνευστή μου επικαρπία εμένα.
Γλώσσες λαλιές και ρήματα
θα πάθετε λαχτάρα στην άγρια νεόνυμφη σιγή μου
θα σκουληκιάσουν οι φιλόδοξοι ήχοι
και θ’ απομείνει λίγο κάτουρο μονάχα
στα απονεκρωμένα σκέλια σας.
Του Αγίου Επιθέτου Δεηθώμεν.

ΚΡΟΤΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Σκυλίσια κιονόκρανα στρόφιγγα
πριγκίπισσα του άρτιου αριθμού με ινδιάνικη σκυτάλη
στα νήπια κοκόρια χρυσαφίζουν
ένα πράσινο λάθος κι άλλο λάθος
με κάλτσες από μικρά φτεράκια
να ξαναλάμψει το Μάλιστα
ωσάν το αβγό στα δυο λιθάρια
ζωντανός είμ’ εγώ μες στο φαράγγι  μου
τσακισμένος ολότελα απ’ το να υπάρχω –
θα ξεπαγιάζω στο λάκκο;
Ευφρόσυνα κι αγιασμένα μηδενικά
φτερουγίζουν ένα κίτρινο
φλυαρώντας ασίγαστα με ιώδη τραππιστή
τα γλυκόλαλα φρούτα του
το οιδιπόδειο του γιασεμιού με τη σελήνη
τρομαχτικά διλήμματα γενέθλια των φύλλων
ενόργανες εμπειρίες από αλληλούια
στον ήλιο του καλοκαιριού παγωμένη
η Ιλιάδα μέσα σ’ ένα
ποτήρι που ξεφλουδίζει το γυαλί του
κι η λησταρχίνα η τρομώδης εκείνη σεξουαλικότητα
ένα τεράστιο ακροατήριο από σταγόνες
η ανόρυξη του Μεσαίωνα σε απήχηση – όχι
πέφτει η αυλαία του φλάουτου στα άνθη
οι χιλιόχρονες εβδομάδες
χύνοντας μακριά μαλλιά στο χοάνη-ψαύση
παρθένο φίδι
του κεραυνού
η αστραπιαία
ελαστικότητα
Κουνιάδος είμαι του κατάμαυρου Βράχμα.

ΟΠΤΑΣΙΑΣΤΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΤΕΡΩΣΗ
Προπύργιο δεν είμαι κανενός διανοήματος
ανεξήγητα κι όλα τους μαζί τα εξηγούμενα
συγκομιδή και προϋπάντηση στον αέρα μυριοπόθητη
το ταύρειο των αναστενάρηδων αντίδωρο ωιμένα
μου φάνηκε στην Αγία Ελένη όπου βρέθηκα θαυμάζοντας
πεπτικό μυστήριο από μεταφυσικές πρωτεΐνες
τόπος δεν είν’ ο θάνατος μυθεύματα δεν τα συσσωρεύει
/καρδιά μου δεν αντέχω πια στη νοημοσύνη… /
δεν είμαι πάντως εγώ που συνταράζω τις ανώφελες πλειάδες
πολυδοξία μόρσιμη ποτέ μου δεν την αποδέχτηκα ο άλαλος
φιλόκαινος όχι, πανάρχαιος οπωσδήποτε.
Φιλόσοφος δεν κατάντησα γυρεύοντας βαθιά την αμυδρότητα
λιγάκι στάθηκα να ξαποστάσω στην επιστήμη
το μόνο σωστό σταυροκόπημα.
Είθε να μην είναι χοϊκός ο κ. διοικητής της χωροφυλακής
contabile στην αίσθηση για να υποφέρουμε το χρόνο
να μαζέψουμε το σκοινάκι μας ως τον τάφο.
Είδε να μην είναι δυνατός ο χαμός μας απ’ την όποια κατάληξη.

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΝΕΟΓΝΩΝ ΗΧΗΤΙΚΗΣ
Αναμέτρηση διψαλέων συλλαβών και προχειρότητας.
Η μέρα σώνεται στη γήινη κατάθλιψη και η νύχτα
τυχαρπάζει τ’ ανθολογήματα στους κήπους.
Μεταδίδω ένα νωθρότατο μήνυμα στις δικές μου βραχύτητες:
-Εκείνος που χαζεύει στην εγκάρσια
υγρασία των υπνοφόρων ερώτων εκείνος
οπού πολύ πιστεύει στη ζωή –αυτός ακριβώς
ποτέ του δε ζει πραγματικά.
Τέτοια η αμφίεση η ειπωμένη λάλημα

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος…


Δεν υπάρχουν σχόλια: