Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ ΜΕ ΦΩΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ!.. ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΝΑΣ ΛΕΕΙ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Αποφασίσαμε να πάμε εκδρομή όλοι να πάμε όλος ο κόσμος πόσο το αποφασίσαμε. Μονάχα που οι άλλοι και τα τοπία και οι συνομιλίες σα να είναι χωριστά από εμάς. Πηγαίνει και χτυπάει σ’ ένα άγνωστο σπίτι στο σιντριβάνι και δεν τον ένοιαζε όποιο και νάταν. Με ντροπή και απόφαση λέει μπορώ να μπω; Εκείνη είπε τι θέλετε. Σας παρακαλώ να σας μιλήσω. Ποιον ζητάτε. Αφήστε με επιτέλους να μπω και την έσπρωξε με ανυπομονησία. Εκείνη έκανε α κι έφυγε τρεχάτη. Στο σπίτι δεν ήταν άλλος κανένας και κάθεται και περιμένει με αγωνία και σε λίγο έρχεται η γυναίκα με πολλούς άλλους συγκάτοικους και τον κοιτάζουν με θυμό και ερεθισμένοι. Του ήρθε να λιποθυμήσει και ρωτάει πού είναι σας παρακαλώ το αποχωρητήριο. Κανένας δεν μίλησε κι εκείνος αρχινά ν’ ανοίγει τις πόρτες στη σειρά. Στο τέλος κλείνεται σε μια αποθήκη. Γεμάτη παπούτσια και χαρτονένια κουτιά το στέρνο του θα σπάσει να χυθεί έξω όλη του η καρδιά και οι άλλοι να φωνάζουν από έξω. Ησυχάστε πέστε πως κάνω πείραμα κι εκείνοι σπρώχναν την πόρτα άνοιξε άνοιξε. Ύστερα του πέρασε και βγήκε και τους λέει το ήξερα από πριν, Ύστερα θύμωσε και φώναξε δεν είναι πείραμα. Ή τυχαία επίσκεψη ή κατά λάθος δεν πρόκειται να καταλάβετε και μη φοβάστε. Σταθείτε να σας διηγηθώ λέει με ορμή και κουνάει τα χέρια. Τι να μας διηγηθείς φωνάζουν εκείνοι. Θα σας πω ένα περιστατικό. Να με πιστέψετε αν και θα πείτε επειδή είναι λιγάκι εντυπωσιακό.  [ΕΠΙΣΚΕΨΗ (αποφασίσαμε να πάμε εκδρομή όλοι) και ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ (όταν πήγε στο γιατρό να δείξει την ακτινογραφία) Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΙΟΥΛΙΑΣ (η Ιουλία έγινε ποιήτρια γιατί όταν ήταν παιδί έπαθε φυματίωση)και επιμύθιο Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΟΠΩΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΘΑΥΜΑ κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Η ΕΚΔΡΟΜΗ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1982 – ART by Lucy Campbell paintng )



ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ. Όταν πήγε στο γιατρό να δείξει την ακτινογραφία κι εκείνος του είπε δυστυχώς θα πεθάνει ο άνθρωπός σας
Εκείνη την ώρα μπαίνει μέσα η γυναίκα του γιατρού είχε αριστοκρατική εμφάνιση κι ευχάριστη φωνή κι ένα διάδημα στα μαλλιά σαν λαμπερή αχιβάδα και τον κοιτάζει με επιμονή που νιώθει στεναχώρια. Ακούστηκαν φωνές έξω που περίμενε κόσμος. Τρέχει κι ανοίγει την πόρτα κι οι άνθρωποι που περίμεναν μαζεμένοι στις γωνιές και κολλητά στον τοίχο κι άλλοι είχαν ανέβει πάνω στις καρέκλες κι άλλοι δείχναν στη μέση της σάλας. Στη μέση της σάλας στέκεται ένα πράγμα τρομακτικό και τρέχει η βοηθός του γιατρού. Έπαψε να κουνιέται. Έκλεισε την πόρτα τι έχετε ρωτάει ο γιατρός. Τίποτε μόνο που ήταν ζωντανό. Ελάτε στο παράθυρο να σας χτυπήσει ο αέρας. Σκύβει από το παράθυρο και στο δρόμο. Στάσου στάσου φώναξε είναι ένας φίλος λέει στο γιατρό. Κατέβηκε κι ένας άνθρωπος περίμενε πάμε. Πηγαίνουν πολύ δρόμο από την παραλία κι απ’ αλλού. Παντού είναι νύχτα δεν αντάμωσαν κανέναν ο δρόμος βρεγμένος θα έγινε κάπου πυρκαγιά κι ήρθαν οι αντλίες. Σ’ όλο το δρόμο σ’ όλους τους δρόμους τρέξαν νερά από τις αντλίες κι η ηχώ απ’ τις σειρήνες. Δεν μιλάν περπατάν προχωρούν από τον Βαρδάρη. Ίσιος λοξός δρόμος μακρινά τραγούδια. Δραπετσώνα μια γυναίκα ακίνητη στο ισόγειο. Δυο άνδρες χαριεντίζονται α ρε κωλόπαιδο κι ο άλλος απαντά της μάνας σου το οικόπεδο κι ένας περίμενε στον κήπο στρίβουν τη γωνία. πολλά φώτα κέντρα εξοχικά λαϊκά κάθονται στην άκρη σ’ ένα κέντρο.
Ψυχή η θάλασσα η μουσική από τα μεγάφωνα δυνατά στην ερημιά. Σηκώνεται αέρας φέρνει χώμα τινάζει τα τραπεζομάντηλα οι αλατιέρες χύθηκαν τα μεγάφωνα τα αυτιά. Πολλά φώτα χαμηλά πάνω από τα κεφάλια τους εκτυφλωτικές στρογγυλές τρύπες το σκοτάδι καρφωμένο με φώτα πάνω στη γη. Παντού τραπέζια αδειανά μέχρι που έφτανε το φως και το μάτι παντού. Μια γριά καθόταν κοντά στην πίστα έβλεπε γύρω. Ήταν μάνα γκαρσονιού την έφερε να διασκεδάσει της είπε κάτσε κοντά στην πίστα θα ’ρθουν σε λίγο να χορέψουν μαζί άνδρες και γυναίκες μαζί να δει τι ωραία που είναι. Η γριά φοράει τα καλά της το φως την περιλούζει κι αστράφτουν τα μαλλιά της. Περιμένει κι όλο κοιτάζει γύρω γυρνάει βλέπει μην έρχονται και τώρα τους είδε. Τους κοιτάζει χαρούμενη γνέφει με χαμόγελο όπου να ’ναι ο χορός. Κάθισαν πολλή ώρα δεν έρχονταν δεν έρχονταν. Έρχονταν ο αέρας τινάζει τα τραπεζομάντηλα τραγούδια οι προβολείς πάνω πορτοκαλιά της μαύρης μέδουσας αέρας από χώμα μουσική γριά με ασημένιο κεφάλι φώτα τραγούδια τα τραπέζια όλος ο κόσμος τραπέζια. Ξαφνικά σβήνουν τα φώτα κόπηκε απότομα η μουσική η γριά αρχινά και φωνάζει. Γιώργου τα φώτα Γιώργοουουου τα φώτα Γιώργου. Τα τραπεζομάντηλα πλατάγιζαν πάνω στα ξύλινα ποδάρια τα τραπέζια οι αφροί πάω στα τραπέζια σαν αφροί.

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΙΟΥΛΙΑΣ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΠΑΔΙ ΕΠΑΘΕ ΦΥΜΑΤΙΩΣΗ:
Η Ιουλία έγινε ποιήτρια γιατί όταν ήταν παιδί έπαθε φυματίωση κι άνοιγαν το πλευρό της να βάζουν αέρα έτσι θα κλείσει η τρυπίτσα στο πνευμόνι σου έλεγαν και φανταζόταν το πνευμόνι της να έχει μια μεγάλη ματωμένη τρύπα που έβγαζε αίμα και πύο και πολύ καιρό ήταν άρρωστη και δεν είχε μάνα και περνούσε δύσκολη ζωή με τους μεγάλους αδελφούς. Φλάουτο στον σάλο των λεωφορείων και γύρω οι άνθρωποι στα διπλανά δωμάτια οι άνθρωποι στα μπαλκόνια οι άνθρωποι στη σκάλα οι άνθρωποι στους δρόμους οι άνθρωποι κρεατόμυγες πάνω στην πληγή του κόσμου. Γράφει ποιήματα για μια Κω έρημη. Τέρατα άδειαζαν τη θάλασσα της Κω. Ζωγραφίζει γυναίκες στενόμακρες χωρίς μύτη μάτια στόμα άδεια πρόσωπα κι ακράτητα. Φίλε μου – τελειωμένα πράματα κάτι μαθαίνω – παρασκηνιακά εντελώς: - μπορεί στην Κω. Η Ιουλία πέθανε είκοσι έξη χρονών. Η Ιουλία ονειρεύτηκε πως όλοι οι άνθρωποι αγαπιόνταν μεταξύ τους με μιαν αγάπη σαν ακολασία.  Κάθεται κλεισμένη στο σπίτι και ήπιε ούζο και καπνίζει τσιγάρα κι έβγαζε με το τσιμπιδάκι των φρυδιών τις τρίχες των ποδιών της. Ονειρεύτηκε ζωντανά και το έβλεπε σαν από το παράθυρο κι όλοι οι άνθρωποι αγαπιόνται και πώς μπαινοβγαίνουν στα σπίτια παθολογικό ντελίριο η αγάπη των ανθρώπων και κακία κι ο ήλιος βασιλεύει πίσω από τα δένδρα και στα χίλια πράσινα φωτεινά μάτια του ήλιου κατέβαιναν αργά-αργά τα βλέφαρα του σκοταδιού. Έξω από τα τείχη. Λέει στο γιατρό στις νοσοκόμες. Έρχεστε στην εκδρομή που θα κάνω; Οι νοσοκόμες είπαν όχι είμαστε κουρασμένες. Κατάλαβε πως άλλος ήταν ο λόγος. Σώπασαν και μείναν σκεφτικές. Οι νοσοκόμες απλώνουν τα χέρια αφηρημένες σα να συλλογίζονται. Μετά έφυγε με τον γιατρό και πήγαν στον φερετροποιό και στο δρόμο που πήγαιναν είδαν ένα δένδρο που τους είπε πόσο λυπάμαι κι ένα σπίτι είπε κι εκείνο πόσο λυπάμαι είδαν ένα ψόφιο δράκο που βρωμούσε είδαν ένα άλλο δένδρο έναν νέγρο έναν αέρα. Παν στον φερετροποιό και του λεν θέλουμε ένα καλό φέρετρο κι εκείνος τους είπε νε ένα μοναχά να έρθει ο βοηθός μου και του είπαν βιαζόμαστε πού είναι ο βοηθός σας και τους είπε ελάτε να πάμε να τον βρούμε. Φύγαν και οι τρεις παν σ’ ένα μακρινό συνοικισμό έξω από τα τείχη.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΠΑΝΙΟ ΚΙ ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΕΝΑ ΑΣΤΡΑΠΙΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ ΕΚΠΛΗΞΗ

Ένας έλεγε. Καθόμουν με τα μάτια στα σταυρωμένα χέρια της το μόνο γυμνό που φαινόταν κι άλλαζα θέση όταν έμπαιναν άλλοι μπροστά να βλέπω και παραμέριζα τα λουλούδια να βλέπω μαγνητισμένος μια ταραχή σαν από αδιάντροπο θέαμα απόκρυφων πραγμάτων. Η φύση τραβά το χέρι της και ξεσκεπάζει το απόκρυφό της μέρος. Δεν είναι νεκροφιλία και μοιάζει μάλλον προς την απλοϊκή ηθική και προς την σεμνοτυφία των ενστίκτων προς τη φυσική έλξη της αισχρότητας. Ο Θάνατος είναι ένα σπάνιο κι εκθαμβωτικό γεγονός ένα αστραπιαίο και προκαλεί μια φοβερή έκπληξη. Ξέρω είπε εκείνος ο άνθρωπος στεκόταν στην είσοδο του νοσοκομείου κι είπε τραγικά ξέρω στους άλλους που περίμεναν όλοι στην είσοδο. Αφού κι εσείς έχετε άνθρωπο στο νοσοκομείο πώς να μην ξέρετε λέει ένας κι εκείνος ξαναλέει για μένα. Ακουμπούσε στον τοίχο με κάποιαν αφροντισιά και τους διηγήθηκε μιαν ιστορία με ζωηράδα και φλυαρία που δεν την περίμενες. Τελικά πήρα την άδεια να είμαι στην εγχείρηση κι ο χειρούργος ήταν μια αυθεντία καθηγητής ή κάτι τέτοιο. Το σαράντα οχτώ. Ο χειρούργος αυτός είχε ένα πρόσωπο βουρκωμένο κι έτσι μοιάζουν τα πρόσωπα που έχουν πολλή ψυχή βουρκωμένα έχουν μιαν ιδιομορφία κυρίως στα βλέφαρα και στο πηγούνι κάτι πρησμένο και τρεμουλιαστό δεν μπορείς ακριβώς. Μπαίνει στο χειρουργείο. όλα έτοιμα κι ο άρρωστός μου. Όλοι περιμένουν οι βοηθοί στη σειρά οι νοσοκόμες. Από την πρώτη στιγμή λέω με το νου μου κάτι δεν πάει καλά. Δηλαδή ο χειρούργος έδειχνε μιαν αδράνεια κι αδιαφορία δεν πλησιάζει καν στο κρεβάτι. Μάλλον στο τραπέζι όπως και το λεν κι οι άλλοι σώπαιναν με σεβασμό. Κάθεται στην άκρη κι οι άλλοι ακίνητοι ο άρρωστος αναίσθητος κι ετοιμοθάνατος. Η ώρα να περνάει και κανένας δεν κουνιέται όλοι περιμένουν. Η ώρα περνάει και κανένας ο χειρούργος άγαλμα. Αρχίζω να σκέφτομαι κάτι το εγκληματικό σχεδιάζεται εδώ μέσα το σαδιστικό. Σε κείνη τη βουβαμάρα μια νοσοκόμα βγάζει μια φωνίτσα παρά λίγο να πέσει. Κάποιος ακούμπησε ένα φορείο απ’ αυτά με τις ρόδες και κύλησε το φορείο έπεσε πάνω στη νοσοκόμα κι αυτή δεν στηρίζονταν πουθενά και κρατούσε και στα χέρια της ένα δίσκο με εργαλεία και τρίκλισε να πέσει. Τρόμαξε κι έβγαλε μια σιγανή φωνίτσα. Θα προσέξατε σε τέτοια απρόοπτα ατυχήματα ας είναι ασήμαντα κι ανάξια έχετε προσέξει την έκφραση και την στάση που παίρνουμε τρομαγμένη και γελοία κι αμηχανία που όλοι γυρνάν και μας βλέπουν κι ωστόσο τρομάζουμε στ’ αλήθεια και κοιτάζουμε σαν να παραμονεύουμε με λοξό και χαμηλωμένο βλέμμα σα να καιροφυλακτούμε προς τη μεριά απ’ όπου έρχεται ο κίνδυνος. Είμαστε μια χαρά και ξαφνικά βρισκόμαστε στο πέλαγος κι ολωσδιόλου απροστάτευτοι και γελοίοι. Μια απογύμνωση στο δευτερόλεπτο. Ο χειρούργος έτρεξε και τη βάσταξε. Είναι εκείνη η νοσοκόμα του χειρουργικού με το χοντρό πρόσωπο και τα μικρά μάτια. Δεν ήταν φέρσιμο φυσιολογικού ανθρώπου αν και σεις θα πείτε τι πιο φυσικό. Θα έπρεπε να τον βλέπατε. Αυτή η νοσοκόμα είναι από τις παλιότερες ήταν και τότε το σαράντα οχτώ. Να βλέπατε τον χειρούργο δεν ήταν φυσιολογική η βιασύνη του. Δεν φοβήθηκε μην πέσει η νοσοκόμα κι ήταν αφάνταστα συγκινημένος κι ακόμα πιο. Αναστατωμένος. Δεν την στήριξε απλώς αλλά την κράτησε αγκαλιά και την σκέπασε με το σώμα του για να την προστατέψει κι η νοσοκόμα κοκκίνισε περισσότερο είχε και τον δίσκο στα χέρια λυγισμένη στα δυο κι ο δίσκος είχε χωθεί στην κοιλιά της έτσι την έσφιγγε ο χειρούργος. Την προφύλαγε και την έκρυβε μέσα του και καταλάβαινες πως εκείνη η ανυπεράσπιστη στιγμή της νοσοκόμας πως τον είχε συγκλονίσει και τον κυρίεψε ένας άγριος οίκτος και παράφορος. Συλλάβετε τη σκηνή. Μια σκηνή εξονυχιστική παραβίαζε την αυστηρότατη αποκλειστικότητας εκείνου του δωματίου. Χειρουργείο. Υπάρχουν χώροι αυστηρότητα αποκλειστικοί και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο όπως και όργανα αποκλειστικά. Σ’ ένα σαλόνι μπορείς να φας και να κοιμηθείς κι ό,τι άλλο κι ας είναι γεμάτο με τα πιο ακριβά και πολύτιμα έπιπλα μεταξωτά και χαλιά και πίνακες και καθρέπτες και κάνεις ό,τι θέλεις. Και σ’ έναν κήπο και σε μια πλατεία. Στο χειρουργείο; Και σ’ έναν τόπο εκτελέσεως  δεν μπορείς να παίξεις μπάσκετ με την θηλιά της αγχόνης. Εκτός κι αν είσαι γερμανός. Είναι ορισμένοι χώροι αποκλειστικοί. Στην είσοδο του νοσοκομείου. Τρως τυρόπιττα και περνάει ένα φορείο με νεκρό. Όμως σ’ ένα καμπινέ; τι άλλο μπορείς να κάνεις σ’ ένα καμπινέ; για να πούμε κι ένα αστείο. Δεν ανέφερα φώναξε χαρούμενα επειδή μερικοί γελάνε δεν ανέφερα τυχαία για τον καμπινέ και θα σας πω αμέσως για τα καμπινέ και την ανθρωπιά. Γιατί ο χειρούργος αποδεικνύεται μέγας ανθρωπιστής το αποδεδείχνει αυτό γνήσιος αν και κάπως εξημμένος ανθρωπιστής. Γιατί υπάρχει η φιλανθρωπία η έμφυτη είναι ταλέντο κι αυτοί οι φιλάνθρωποι είναι σαν τους καλλιτέχνες και τις μεγαλοφυΐες. Όπως ο χειρούργος.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΛΩΝ ΕΚΕΙΝΩΝ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΙΠΕΣ

Ξαναβρήκα το σπόρο απ’ τα λόγια σου και απ’ τα χέρια ως τα μάτια τα χείλια τα γόνατα ξαναβρήκα τέλος το σώμα σου δυνατό ξέχειλο από τούτο τον κόσμο κινώντας με την ευφυΐα έως και τη σάρκα έως την ελευθερία του δεσμού που ανέλπιστα γιομίζει το δικό του τώρα… προβάλλουν ανάμεσά μας διάφοροι κόσμοι ορμής ταυτόχρονα, το βλέμμα σου με σκεπάζει με το βάρος του σώματός σου… υπάρχει ανάμεσά μας η ιστορία όλων εκείνων των λέξεων έτσι γαλαξίας με χαϊδεύει ως την κοιλιά… υπάρχει ανάμεσά μας ένα πλήθος κινήσεων τόσο έντονων ώστε ποτέ να μην αγγίζουν μονάχα τη σάρκα που τις ζητάει, υπάρχουν ανάμεσά μας χρόνοι τέτοιας πληρότητας που μου είπες οι αρμοί των στιγμών χάσκουνε… ερχομός δεσμός αναχώρηση, να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό ναι ο καιρός είναι απ’ τους πιο αίθριους [ΑΝΤΙ ΑΦΙΕΡΩΣΗ από τη συλλογή της Ματση Χατζηλαζάρου ΕΚΕΙ-ΠΕΡΑ ΕΔΩ  ]




ΣΤΑΓΟΝΕΣ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
Αδιάκοπα ως τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ως το αίμα
εισδύει μες το κόκαλο
το πεταμένο πίσω από μια μάντρα με τσουκνίδες
πολύ καιρό αφού λιώσουν οι σάρκες
η σταγόνα
κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε

φτέρες πλαγκτόν ή ατόλλ
είναι σημάδια στις γλώσσες όπως
η σταγόνα
κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε
αδιάκοπα ως τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ως το στόμα μου
δίχως τέλος φανερό
κάθε σταγόνα που κυλάει ξεχειλίζει
και πλημμυρίζει κι εξατμίζεται
ένας διάλογος παλάμη με παλάμη
και τα φύλλα αραιώνουνε
το φως εισδύει ως τους κρυφούς λοβούς
μες στη νωπή θαλπωρή
παλάμη με παλάμη
τα βλέμματα είναι χνούδι φυλλωσιάς
τα λόγια είναι οι φλέβες της
όταν δε σέρνεις πια τ’ αστέρια
σαν του κατάδικου τους χαλκάδες
τ’ αστέρια που σε κρατάνε καθηλωμένο
με το θάνατο
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε
σφουγγάρι της κάθε σταγόνας που κυλάει ξεχειλίζει
και πλημμυρίζει και εξατμίζεται
σταγόνες δάκρυα γάλα και σπέρμα
σταγόνες χυμό σταγόνες φαρμάκι
τόσες σταγόνες που πλανιούνται
μετρημένες για κάθε μοίρα
αδιάκοπα ως τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ως το αίμα

ΣΤΟΙΒΑΓΜΑ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
Η νύχτα θα με χαντακώσει
με κείνες τις μεγάλες σκιές που τρεμοσβήνουνε
κι απλώνονται και γλείφουνε
τον τοίχο ψηλά στο παράθυρό μου
σε αντίθετη κατεύθυνση απ’ όσα διαβαίνουνε κάτω στο δρόμο

κοίτα τη θάλασσα τόσο άσπρη το μεσημέρι
κι αυτό το γυμνό αγόρι καβάλα στο άλογό του
το πλένει το ξυστρίζει και το κολυμπάει
σκορπώντας γέλια κι αφρούς

πού να σταματάει ο ουρανός στη γη
γλιστράει στον άκρη των κεραμιδιών και πέφτει νωχελικά μες στις αυλές και στα σοκάκια ξέρει να τρυπώνει μες στα σπίτια απ’ όλα τ’ ανοίγματα κι έχω δει ουρανό να σωριάζεται μέσα σ’ ένα τάφο πριν προλάβουνε να κατεβάσουν το νεκρό κι έχω δει νύχτες στ’ ακρογιάλια όπου ο ουρανός μ’ όλο του το φεγγάρι ψαχούλευε κάθε βαθούλωμα του κύματος και κάθε αυλάκι και λακκούβα που ματώνει ακόμα αφού τραβηχτεί η θάλασσα

στα τελευταία του έρωτα μας είχαμε γίνει
σάρκα και αίματα πάνω στο σεντόνι
μες στη φρίκη και τις μυστικές μηχανορραφίες
με βοηθούσες να σε σκοτώσω
πάνω στην κοιλιά μου
στην Αττική το γαλάζιο υπάρχει δίχως κανένα εμπόδιο
στη θάλασσα στον ουρανό
κι ο αέρας σε κάθε ματιά
ξεφλουδίζει ένα λιθάρι του βουνού
«βγες στο παραθύρι σου τη νύχτα
θε ν’ αναγνωρίσω τη σκιά σου»
ένα πράσινο τραπέζι
δυστυχία μου
είχαμε ένα πράσινο τραπέζι και δίπλα η πόρτα

ξεκοιλιάζαμε τ’ άσπρα σελάχια στον ήλιο
τα εντόσθια τους χύνονται
στην κατηφοριά της προκυμαίας
οι σκιές των γλάρων που πετάνε
αυξάνουνε την ένταση του μακελειού
οι σκιές
αρπάζουνε το αίμα και την ασπρίλα
προτού ξανανέβει η άμπωτη

η ταβέρνα στην άκρη του γιαλού
έχει έναν φράχτη με τεράστιους ήλιους
κι ούτε άχνα πάνω στον κόλπο
στοιβαγμένες οι σκιές κι ό,τι φουντώσει
τώρα

είναι άξιο το μάτι σου να διασταλεί
τόσο που να καθρεφτίσει την εικόνα
του κόσμου

όργανα κρουστά και γλέντι τραχύ
δυο άνδρες χορεύουνε
κορώνουν μες τον ήλιο
και σαν τη ρετσίνα χύνεται η ζωή τους

τρία κοριτσάκια τραγουδάνε
«μπουφ άι ρούμπα βίρι βεν-τζε-τζε
άντε κάλα μεν τζε-τζε
άι τσούμα τσου-μαρία»
μας πιτσιλίζουν με το κέφι τους
οι ψιλές φωνούλες απ’ το περιβόλι
όπου τρέμουνε οι φυλλωσιές
κι οι σκιές τους μπλέκουν μες τα τρελά τους γέλια

εκεί που σκοντάφτει ο ουρανός είναι πάνω στα φώτα όταν ξεπροβάλλουν το απόγευμα το χειμώνα όπως σκοντάφτει πάνω στα ολόλευκα αγάλματα και σ’ όλα τα γυαλισμένα μέταλλα και στα τζάμια τα θαμπά τα γαλακτώδη σκοντάφτει και στα γλαυκώματα των τυφλών και στα τουμπανιασμένα πτώματα που ’ναι πιο λεία κι από μια λίμνη δίχως ρυτίδες λίμνες και πτώματα σαν τις σπαρακτικότερες μουσικές

σταματάω εδώ
για να γράψω
αρχίζοντας απ’ την καρέκλα
κι ένα τηλέφωνο στημένο εκεί δα
αν κι άλλα πράματα φουντώνουν
που νωθρά ταλαντεύονται
πέρα δώθε από τα’ αντικείμενα

ΦΥΛΛΑ ΜΕ ΕΙΚΟΝΕΣ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
Το φόντο σ’ αυτές τις εικόνες τείνει προς το γαλάζιο πολύ συχνά φωτίζει το μνημονικό ύστερα απ’ ένα αφηρημένο βλέμμα στις φλέβες του χεριού
το φόρεμα τα μαλλιά σαλεύουνε κοντά στα χείλια της γραμμής και απλώνονται
γυναίκα που με μια κίνηση
ρίχνει πίσω τα μαλλιά της
όπως γυρνάνε τα φύλλα του βιβλίου σε διαστήματα κανονικά
έπειτα η στρώση των μαλλιών το φόρεμα
γίνουνται ένα
καστανοκόκκινα και σκιές από χρυσαφιές αχτίδες
χρώματα φαύνου
ή μην είναι τα πόδια τα μακριά
όλο τσακίσματα όλο πηδήματα
που σκορπίζουν έναν κάμπο ρείκια καψαλισμένα
το χρώμα τους μοιάζει το καφετί εκείνο
με τις μικρές σπίθες
που ξαναβρίσκεται μονάχα όταν κλείνουμε τα βλέφαρα
μετά από το κάψιμο μιας εικόνας

εκεί που ξεπροβάλλουν τα χέρια και το πρόσωπο σα φεγγάρι μες τη νύχτα

ένα γέλιο ατλαζιού που σκίζεται
και στο νήμα των ματιών
σκάλωσε ένας χαρταετός
ο χαρταετός της λέξης έρωτας
μετά «στα χείλη κατεβαίνει
κι από τα χείλη στην καρδιά
ριζώνει και δεν βγαίνει»
αυτά αφού ο ήλιος
σηκώσει το δρεπάνι του και τεμαχίσει τον ορίζοντα
πώς να το ζυγώσουμε αυτό το πλάσμα
που χορεύει στα πλάγια εκεί μακριά
τα χέρια όλο τσακίσματα κρατάνε μια φλογέρα

Όταν σταματάει το κυνηγητό
η γυναίκα είναι δένδρο με πουλιά
και τσιρίζουνε μες τα κλαριά της
μετά από ξύπνημα αιφνίδιο
στον κορμό της γραπώνονται σκαραβαίοι
και στις ρίζες της σβήνουν πυγολαμπίδες

τα πόδια είναι η σφεντόνα του κορμιού πάνω στη γη

εδώ υπάρχει κάτι περισσότερο απ’ το χρώμα
μιας περπατησιάς
περισσότερο κι απ’ το μονοπάτι
δίπλα στους φράχτες
κι απ’ τις τρεχάλες του φαύνου
για να κορεστεί μ’ ένα σώμα
για να σπαράξει απ’ το φόβο
κάτι υπάρχει εδώ περισσότερο απ’ τις φαρδιές λουρίδες
ουρανού ή γης ή θάλασσας
γιατί υπάρχει επίσης το κενό
εδώ ακριβώς που παρεμβάλλεις αυτά τα σήματα
έτσι σαν ανάσα

το φόρεμα τα μαλλιά σαλεύουνε κοντά στα χείλια της γραμμής απλώνονται εκεί που ξεπροβάλλουν τα χέρια και το πρόσωπο σαν φεγγάρι μες στη νύχτα τα πόδια είναι η σφεντόνα του κορμιού πάνω στη γη το φόντο σ’ αυτές τις εικόνες τείνει προς το γαλάζιο πολύ συχνά φωτίζει το μνημονικό ύστερα απ’ να αφηρημένο βλέμμα στις φλέβες του χεριού

[Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Ερχομός, δεσμός, αναχώρηση: να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]


Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΝ ΝΥΧΤΑ ΜΟΝΑΧΑ ΠΟΥ ΑΠΛΩΝΕ ΤΡΙΓΥΡΑ ΣΚΟΥΡΟ ΧΡΥΣΑΦΙ

Και τότε φύγαμε απ’ το Σούνιο ταξιδεύοντας για την επιστροφή μ’ ένα σπασμένο αμάξι. Δέντρα κούφια αρμενίζανε στη μνήμη. Η ανώνυμη γυναίκα βυθίζοντας το πρόσωπο στην καταχνιά σα να ’τανε γυμνή. Μια εφημερίδα σκέπαζε τη μαύρη της κοιλιά ζεστό φεγγάρι αναθυμήθηκα το Νάρκισσο τόσον καιρό πνιγμένο στ’ ανοιχτά μες στα χορτάρια του πελάγου τα κόκαλά του ασπρίσανε. Κι ήρθε την τελευταία φορά στην απανθρακωμένη Λάρισα μ’ ένα χωμάτινο βαρύ λυχνάρι κι όλη η κάμαρη φωτίστηκε άξαφνα κι είδαμε στο κορμί του την πληγή... (απόσπασμα από το πέμπτο ΑΣΜΑ του Τάκη Σινόπουλου, από τη συλλογή του  ΑΣΜΑΤΑ Ι-XI 1953 με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Ιστολογίου Πέμπτο, Έκτο και Έβδομο Άσμα – ART by   Sharan Sharma)
 



Άσμα V Ενύπνιο Γ.Π. (συνέχεια)
Δεν ήταν νύχτα καν
μονάχα που άπλωνε τριγύρα σκούρο χρυσαφί.
Μες στο νερό σαπίζανε μαύρα χορτάρια.
Γάβγιζαν τα σκυλιά κάπου στη θύελλα. Άκουγα
δεν άκουγα τη νύχτα που με κράταγε εφιλούσα
παράφορα το στόμα ασφυχτικά τα χείλη μου άγγιζαν εκεί
πιο χαμηλά στο μέρος που άρχιζε να ταξιδεύει ο ύπνος.
Δεν ήταν νύχτα καν. Βαδίζαμε σε σκοτεινές πλαγιές
και τάφρους δρασκελίζαμε. Βουρκόνερα άμμοι.
Νάρκισσε! ο ψίθυρος πίσω απ’ τα βράχια άλλα τοπία
έρχονταν κι έφευγαν από τη θολωμένη κόρα του ματιού.
Νάρκισσε! φώναξα γιατί είδα εκεί βουβό το Νάρκισσο.
Νάρκισσε! ακόμα πιο γλυκά ναι κι ήρεμα
μέσα στο πλήθος των τυφλών που συναθροίζονταν μα κείνος
μ’ ένα κομμάτι σίδερο στο στήθος ούτε κοίταζε
στο μέρος μου. Άμμος άμμος άμμος
γύρα και μες στον άμμο απόγνωση σκοτάδι κι ύστερα
φανήκανε σειρά σειρά κόκκινα σπίτια που καιγόντανε
κι ανέβαινε ο καπνός ραγίζοντας με τον αγέρα. Εκεί
με σύρανε στην κάμαρη σφαλίζοντας
με μάνταλο τις θύρες.
Όταν
η οξύτητα μιας πράξης θρυμματίζει κάθε σιγουριά
φέρνοντας στην ανήσυχη επιφάνεια όχι τη λύτρωση
μα κείνη την ουσιαστική απομονωμένη εικόνα
κι η εικόνα θρυμματίζεται στα έρημα βράχια:
Νάρκισσε!
Μονάχα ο Νάρκισσος πίσω από το στενό κιγκλίδωμα
φουμάροντας ατέλειωτα. Και τον ξανάφερε η φωνή
μέσ’ από τα χαρτιά κι από τα κάρβουνα την ώρα
που μ’ άφησαν καταμεσής στον απανθρακωμένο κόσμο.

Έτσι γερόντιο εγώ
ζηλεύοντας παροδική ή δεσπόζουσα ομορφιά
βασανισμένος σε κρεβάτια ακάθαρτα πίνοντας αλκοόλ —
τα στήθια της μου τα ’δειξε ήτανε ξεροί λωτοί όλο λησμονιά
δεν τα ’βλεπα μονάχα τ’ άγγιζα με δάχτυλα που τρέμανε από πυρετό
και δίψα. Κόκκινα τα σπίτια μπουκωμένα
φωτιά κι αγέρα ο δρόμος κοκαλιάρης ανεβαίνοντας
ψηλά ώς την εκκλησιά μόλις που υπήρχε στο βυθό
ζωγραφισμένη του ματιού. Ψηλότερα στα βράχια ήλιος βαθύς
κι ένα αυτοκίνητο σταματημένο μες στα μαύρα τσίνορα
γεμάτο βιαστικό ιδρωμένο κόσμο.
Τότε φώναξαν
ναι κάποιος φώναξε κρυμμένος πίσω από μια φωτεινή
φούντα σταριού: Φυλάξου
οι βράχοι θα κυλήσουν πάνω σου κοίταξε ο Πάρνελ!
Κι εκοίταξα κι ήταν εκεί χλωμός ο Πάρνελ όχι αλλά
ξανθός ο Ελπήνωρ παίζοντας με τ’ ασημένια ζάρια του
κι οι πέτρες πέφτοντας ολοένα πάνω του τον σκέπαζαν
με σκόνη κι αίμα. Κι έτρεξα. Ένα πλήθος
οι δικαστές παράταιροι με κόκκινους χιτώνες κρέμονταν
γύρα τριγύρα από τα ξύλινα μπαλκόνια σιωπηλοί
και το τηλέφωνο χτυπούσε νευρικά στην άδεια κάμαρη.
—Θα μαρμαρώσεις παίζοντας εδώ κρατήσου Ελπήνορα
στο χέρι μου να σε τραβήξω μα καθώς
το χέρι μου τον άδραξε απ’ το κόκαλο
του αυχένα το αίμα σφενδονίστηκε
με δύναμη καυτό.
Κι εκεί τον άφησα.
Τηλεφωνούσαν
κάπου μέσα στην καταχνιά του νου μου δίψαγα
για φως κανείς δεν αποκρίνονταν κι εφώναξα
βαθιά: Νάρκισσε! τρέξε Νάρκισσε! Μα ο Νάρκισσος
μακριά πολύ μακριά καιρό πνιγμένος άσπρος άφωνος
κοίταζε πίσω από τις φυλλωσιές δεξιά από τ’ αυτοκίνητο
σα να ’μουν ήδη πεθαμένος προσπαθώντας άσκοπα
γερόντιο εγώ τις πέτρες να περάσω που σωριάζονταν
απάνου στα έργα του μεσημεριού
και του ήλιου.

Άσμα VI (Ο Ελπήνωρ παρά θιν’ αλός)

Στους άμμους του γιαλού — μάλλον πιο χαμηλά
κάτω από τα πεύκα ψιθυρίζοντας ο ζέφυρος
στα πεύκα ανάμεσα την ώρα εκείνη ο ζέφυρος
κι η καθαρή σιωπή.
Τότε τον είδα εκεί
που έσκυβε και χυνότανε απ’ τους ώμους του άσπρο φως
στιλπνό τα πεύκα γέρνοντας στο φως
κι ο άμμος sable azyr μουρμούρισε
και πιο ψηλά ο γιαλός
ήσυχος μες στην ήσυχη σιωπή.

Δε μίλαγε συλλογιζόταν αριθμούς κενά της μοναξιάς.
Μήτε αποκρίνονταν στα βλέμματα. Το σώμα του ξανθό
πρασινισμένο εδώ κι εκεί με στίγματα απ’ το πέλαγο
ξανθό και χρυσαφί.
Κι ήρθε μια νύμφη χαμογελαστή
καλωσορίσατε στον κόσμο μας θα ’χετε και λουτρό.
Απαλά λυπημένα λόγια όπως την πρώτη Κυριακή
μετά το θάνατο της Νόρας που γυρίζαμε κι ο πόνος
ανάδευε ήσυχα κι υπήρχε κι ήτανε
πραγματικός.
Παράξενο να ’χει ξανάρθει ο Ελπήνωρ
στους άμμους του γιαλού κι εκείνη
εκείνη η Νόρα τρέμοντας ακόμα από τη λησμονιά
στα ρεύματα όταν ήρθε ο Ελπήνωρ.
Ήταν τ’ αμμόνησα πιο εκεί τα πεύκα το νερό.
Σαπίζοντας αργά ο Ελπήνωρ με τη Νόρα
κάτω απ’ τον ίσκιο του νερού πλεγμένα μέλη σάρκα
πάνω στη σάρκα ανήσυχα ζητώντας ζητιανεύοντας σχεδόν
περνούσε ένας κυματισμός από το δέρμα νόστιμος πολύ
κι ηδονικός έτσι ψιθυριστά μέσ’ απ’ τα κόκαλα το λιόγερμα
κλείνοντας πάνω απ’ τα κορμιά σαν πορφυρό κοχύλι
δεξιά ο αγέρας και το πέλαγο τα πεύκα αριστερά
κι ανάμεσα η σιωπή. Ο Ελπήνωρ κι η Σιωπή.

Πιο μόνοι τώρα
στην αναπόφευκτη ισορρόπηση πίκρας και λησμονιάς
όταν η λύπη νοεί και δέχεται τα περασμένα ψεύδη
αθροίζοντας εδώ πλάνες ή κέρδη ανώφελα —
δεν ήταν πίκρα καν μόνο μια μνήμη επίμονη.
Το πέλαγο ήσυχο μέσα στην ήσυχη σιωπή κι η νύμφη
λευκή χρυσή χαμογελώντας αόριστα πότε λευκή
χρυσή επιμένοντας γλυκά και πότε μεταμορφωμένη.
— Εδώ
περάστε. Όμως εμείς
αφού ήτανε τόσο κλειστός κι ο κόσμος τούτος
μέναμε πάντα ανένδοτοι για δείπνα και λουτρά

Άσμα VII (Πάρις)
Είδα τον ήλιο που βασίλευε γεμάτο μαύρες μέλισσες
να ψάχνει του καλοκαιριού τις φωτεινές κυψέλες. Όταν έφτασα
σκοτείνιαζε. Κάτω έκαιγαν οι πικροδάφνες και τα μάρμαρα
κι ανάμεσα σε τούτα τα παλάτια και τ’ ακίνητα νερά η σιωπή
σα να σταμάτησεν ο χρόνος ν’ ανασαίνει.
Ξάφνου
εκεί το σώμα καμπυλώνοντας έσφιγγε τα λευκά σαντάλια της
γυρνώντας τους ιμάντες στα σφυρά. Μαύρα μαλλιά
χυμένα όλο ίσκιοι δρόσιζαν τα πυρωμένα γόνατα. Κι εκεί
τα χείλη σέρνοντας εφίλησα βαθιά το σκοτεινό μυχό
μέσ’ από την ανεξερεύνητη πορφύρα που την έκαιγε.
Οι αισθήσεις μου ανατριχιασμένες απροστάτευτες ετρέμανε
σα να ’τανε ώρα του ύπνου ή του λουτρού. Δεν ήξερα
τί γύρευα πρώτη φορά στη Σπάρτη μοναχός φοβόμουν
κι ο φόβος μου γινόταν ψίθυρος αγγίζοντας βαθιά τα κόκαλα
κι ένιωθα πάλι εκτός απ’ τη σιωπή και την Ελένη
αισθήσεις άλλες που τις γνώρισα μόνο μέσα στο θάνατο.

Λοιπόν
θυμάμαι ακόμα βούρκος άνθη κόκκινα σερνόταν καταχνιά.
Μια νύχτα όλο όνειρο και πυρετό καθώς εμπήκαμε
ξένοι κι ανώνυμοι μες στη Σιδώνα πίσω από την αγορά
κι ακούσαμε τα μαντολίνα στην καρδιά του φεγγαριού.
Δεν ήταν μοναξιά δεν ήτανε σιωπή μονάχα απόγνωση
καθώς όταν αγγίζεις άγρια μεθυσμένα ένα κορμί
βαθύ και γόνιμο σα μια κοιλάδα κι εσταθήκαμε.
Φύλλα πλατιά μαύρα τη ράγιζαν η γύμνια της

μέσ’ απ’ τα φύλλα εσπάραζε ανοιγμένη εικόνες
υπαινιγμοί δρασκελισμένα λόγια ελύθηκαν εκεί
σε δάση σάρκας που δεν τέλειωνε μήτε με την απόχτηση.
Κι ύστερα η σκόνη. Μέσα
σε τόση σκόνη καθώς στροβιλίζεται και πέφτει πώς να θυμηθείς
πράξεις ή πρόσωπα γυμνές χαράδρες του ήλιου.
Κι όταν ακόμα σου φωνάζουν από το γιαλό οι τυφλοί
κι είναι το μεσημέρι μαύρο και γυρίζεις ξαφνικά
στην Τροία με τις αποσκευές τί έχεις ν’ αποκριθείς
καθώς κοιτάζοντας μ’ επιμονή σε ταραγμένες επιφάνειες και
σε σωριασμένα κρύσταλλα χιλιάδες είδωλα που κατακλύζουνε
την όραση δε βλέπεις παρά μόνο εκείνη εκείνη την Ελένη.

Στα μάτια μου τώρα στ’ αυτιά μου μέσα βουίζουν οι άμμοι
και μια φωτιά λυσσώντας — μνήμη ή παραλογισμός.
Η σκόνη είναι παντού τ’ άρματα τσακισμένα. Άκουσα τύμπανα
ταμ ταμ πίσω απ’ το σκήνωμα των Βασιλιάδων ανεβαίνανε
μ’ αργό ρυθμό σκεπάζοντας την απανθρακωμένη πόλη εφύσαγε
διαβολεμένος άνεμος από παντού στριφογυρίζοντας
κάπνες χαρτιά κι εικόνες.
Κι έμεινα
στον τόπο εκεί
κάτω απ’ τη θύρα που έσκαζε φλεγόμενη φωνάζοντας
μ’ όλη τη σάρκα Ελένη. Τη φωνή
μονάχα εγώ την άκουγα. Σφυρίζανε
οι άμμοι κι ανέβαιναν τα τύμπανα βογκώντας ρυθμικά
πάνω στους πεθαμένους Βασιλιάδες κι άκουγα άκουγα
μ’ όλες τις κόκκινες αισθήσεις μου που μυρμηγκιάζαν.
Κι ήρθε η Ελένη τότες
τρέχοντας καταπόρφυρη πίσω απ’ την Τρωάδα. Οι λόφοι
με φλογισμένες κορυφές την ακολούθαγαν κι η πόλη
γεμάτη στάχτη απ’ τις πυρές που κάψανε τους τελευταίους νεκρούς
κοίταζε προς το μέρος μας. Μα εγώ δεν ένιωθα

μέσ’ απ’ τον πόνο μου και την απόγνωση παρά
μονάχα εκείνο το ανοιχτό κορμί που το ’παιρνε η παραίσθηση.
Φύγε της φώναξα όλα καίγονται εδώ πέρα. Φύγε Ελένη.
Κι όπως πάνω στις σάρκινες κοιλάδες της και τους κρατήρες
των ασυλλόγιστων βυζιών επέφτανε οι άμμοι κι οι φριχτές
γλώσσες της πυρκαγιάς την ένιωθα να γίνεται κι αυτή
κάτω απ’ το στέρνο μου μια πυρκαγιά απαράμιλλη
καίγοντας μέσα μου ό,τι απόμενε.

Μέσ’ από τα μάτια μέσ’ από τα κόκαλα των Βασιλιάδων η κραυγή
μήτε δική μου καν μήτε δική της την ακούσαμε
να φεύγει από το φόβο και να χύνεται
μες στη βουβή μαλαματένια φρίκη της ερήμου.
Ταμ ταμ. Ένα ταξί παρακαλώ.
Κύριε βοηθήστε μας όλα τα ρήμαξαν η σάρκα κι η φωτιά.
Μέσ’ από ξύλα και κορμούς βαδίζοντας αργά κι οι δυο στη έρημο
μ’ εκείνο τον αθώρητο τρόμο στα χαρακτηριστικά
οι πληγιασμένοι στοχασμοί συντρίβοντας
λόγια και παραμιλητά στους μαργαριταρένιους βράχους.
Τα τύμπανα είχαν σβήσει κι έμενε του ήλιου το κοίταγμα
κι η κάθε ελπίδα μακρινή. Παρακαλώ
βοηθήστε μας βοηθήστε την Ελένη. Το κορμί
το εξαίσιο μαύρο αστραφτερό κορμί κοιτάξτε καίγεται.
Η ακινησία κι η τρέλα μάς χτυπούν — ένα ταξί.
Κάτω απ’ το φως η σκιά μας γίνηκε αίμα.
Εκεί
χαμένους μας αφήσανε μαζί
στους ήλιους και τους άμμους να παλεύουμε. Έτσι γίναμε
τούτη η ρυτιδωμένη στάχτη πίσω απ’ την ασήκωτη
βαριά βαμμένη προσωπίδα.

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΞΑΝΤΛΗΣΕΙ;

Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι, όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου, όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων. Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως πού θα παρασύρουν; Τη θάλασσα, τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει; Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και στο γεράκι δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου, βλέπω τα δένδρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλμάτων  [ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ από το ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ του Γιώργου Σεφέρη – ART by Inertiak elemental]

[Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι, μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου άπλωνε τις άσπρες φτερούγες πάνω στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δένδρων και τα σπίτια με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια]

-ΚΑ-
Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δεν χάνεται η ζωή τόσο εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη


πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλιοί νεκροί ξέφυγαν απ’ τον κύκλο και αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία

-ΚΒ-
Γιατί πέρασαν τόσα και τόσα μπροστά στα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτε, μα παραπέρα
και πίσω η μνήμη σαν το άσπρο πανί μια νύχτα σε μια μάντρα
που είδαμε δράματα παράξενα, περισσότερο κι από σένα
να περνούν και να χάνονται μέσα στο ακίνητο φύλλωμα μιας πιπεριάς

γιατί γνωρίσαμε τόσο πολύ τούτη τη μοίρα μας
στριφογυρίζοντας μέσα σε σπασμένες πέτρες, τρεις ή έξι χιλιάδες χρόνια
ψάχνοντας σε οικοδομές γκρεμισμένες που θα ήταν ίσως το δικό μας σπίτι
προσπαθώντας να θυμηθούμε χρονολογίες και ηρωικές πράξεις
θα μπορέσουμε;

γιατί δεθήκαμε και σκορπιστήκαμε
και παλέψαμε με δυσκολίες ανύπαρκτες όπως λέγαν,
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ένα δρόμο γεμάτο τυφλά συντάγματα,
βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους και μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα,
θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;

-ΚΓ-
Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει

λίγο ακόμα
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα

-ΚΔ-
Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειωνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μην μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια,
ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους δείξουμε τη γαλήνη

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]