Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΝ ΝΥΧΤΑ ΜΟΝΑΧΑ ΠΟΥ ΑΠΛΩΝΕ ΤΡΙΓΥΡΑ ΣΚΟΥΡΟ ΧΡΥΣΑΦΙ

Και τότε φύγαμε απ’ το Σούνιο ταξιδεύοντας για την επιστροφή μ’ ένα σπασμένο αμάξι. Δέντρα κούφια αρμενίζανε στη μνήμη. Η ανώνυμη γυναίκα βυθίζοντας το πρόσωπο στην καταχνιά σα να ’τανε γυμνή. Μια εφημερίδα σκέπαζε τη μαύρη της κοιλιά ζεστό φεγγάρι αναθυμήθηκα το Νάρκισσο τόσον καιρό πνιγμένο στ’ ανοιχτά μες στα χορτάρια του πελάγου τα κόκαλά του ασπρίσανε. Κι ήρθε την τελευταία φορά στην απανθρακωμένη Λάρισα μ’ ένα χωμάτινο βαρύ λυχνάρι κι όλη η κάμαρη φωτίστηκε άξαφνα κι είδαμε στο κορμί του την πληγή... (απόσπασμα από το πέμπτο ΑΣΜΑ του Τάκη Σινόπουλου, από τη συλλογή του  ΑΣΜΑΤΑ Ι-XI 1953 με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Ιστολογίου Πέμπτο, Έκτο και Έβδομο Άσμα – ART by   Sharan Sharma)
 



Άσμα V Ενύπνιο Γ.Π. (συνέχεια)
Δεν ήταν νύχτα καν
μονάχα που άπλωνε τριγύρα σκούρο χρυσαφί.
Μες στο νερό σαπίζανε μαύρα χορτάρια.
Γάβγιζαν τα σκυλιά κάπου στη θύελλα. Άκουγα
δεν άκουγα τη νύχτα που με κράταγε εφιλούσα
παράφορα το στόμα ασφυχτικά τα χείλη μου άγγιζαν εκεί
πιο χαμηλά στο μέρος που άρχιζε να ταξιδεύει ο ύπνος.
Δεν ήταν νύχτα καν. Βαδίζαμε σε σκοτεινές πλαγιές
και τάφρους δρασκελίζαμε. Βουρκόνερα άμμοι.
Νάρκισσε! ο ψίθυρος πίσω απ’ τα βράχια άλλα τοπία
έρχονταν κι έφευγαν από τη θολωμένη κόρα του ματιού.
Νάρκισσε! φώναξα γιατί είδα εκεί βουβό το Νάρκισσο.
Νάρκισσε! ακόμα πιο γλυκά ναι κι ήρεμα
μέσα στο πλήθος των τυφλών που συναθροίζονταν μα κείνος
μ’ ένα κομμάτι σίδερο στο στήθος ούτε κοίταζε
στο μέρος μου. Άμμος άμμος άμμος
γύρα και μες στον άμμο απόγνωση σκοτάδι κι ύστερα
φανήκανε σειρά σειρά κόκκινα σπίτια που καιγόντανε
κι ανέβαινε ο καπνός ραγίζοντας με τον αγέρα. Εκεί
με σύρανε στην κάμαρη σφαλίζοντας
με μάνταλο τις θύρες.
Όταν
η οξύτητα μιας πράξης θρυμματίζει κάθε σιγουριά
φέρνοντας στην ανήσυχη επιφάνεια όχι τη λύτρωση
μα κείνη την ουσιαστική απομονωμένη εικόνα
κι η εικόνα θρυμματίζεται στα έρημα βράχια:
Νάρκισσε!
Μονάχα ο Νάρκισσος πίσω από το στενό κιγκλίδωμα
φουμάροντας ατέλειωτα. Και τον ξανάφερε η φωνή
μέσ’ από τα χαρτιά κι από τα κάρβουνα την ώρα
που μ’ άφησαν καταμεσής στον απανθρακωμένο κόσμο.

Έτσι γερόντιο εγώ
ζηλεύοντας παροδική ή δεσπόζουσα ομορφιά
βασανισμένος σε κρεβάτια ακάθαρτα πίνοντας αλκοόλ —
τα στήθια της μου τα ’δειξε ήτανε ξεροί λωτοί όλο λησμονιά
δεν τα ’βλεπα μονάχα τ’ άγγιζα με δάχτυλα που τρέμανε από πυρετό
και δίψα. Κόκκινα τα σπίτια μπουκωμένα
φωτιά κι αγέρα ο δρόμος κοκαλιάρης ανεβαίνοντας
ψηλά ώς την εκκλησιά μόλις που υπήρχε στο βυθό
ζωγραφισμένη του ματιού. Ψηλότερα στα βράχια ήλιος βαθύς
κι ένα αυτοκίνητο σταματημένο μες στα μαύρα τσίνορα
γεμάτο βιαστικό ιδρωμένο κόσμο.
Τότε φώναξαν
ναι κάποιος φώναξε κρυμμένος πίσω από μια φωτεινή
φούντα σταριού: Φυλάξου
οι βράχοι θα κυλήσουν πάνω σου κοίταξε ο Πάρνελ!
Κι εκοίταξα κι ήταν εκεί χλωμός ο Πάρνελ όχι αλλά
ξανθός ο Ελπήνωρ παίζοντας με τ’ ασημένια ζάρια του
κι οι πέτρες πέφτοντας ολοένα πάνω του τον σκέπαζαν
με σκόνη κι αίμα. Κι έτρεξα. Ένα πλήθος
οι δικαστές παράταιροι με κόκκινους χιτώνες κρέμονταν
γύρα τριγύρα από τα ξύλινα μπαλκόνια σιωπηλοί
και το τηλέφωνο χτυπούσε νευρικά στην άδεια κάμαρη.
—Θα μαρμαρώσεις παίζοντας εδώ κρατήσου Ελπήνορα
στο χέρι μου να σε τραβήξω μα καθώς
το χέρι μου τον άδραξε απ’ το κόκαλο
του αυχένα το αίμα σφενδονίστηκε
με δύναμη καυτό.
Κι εκεί τον άφησα.
Τηλεφωνούσαν
κάπου μέσα στην καταχνιά του νου μου δίψαγα
για φως κανείς δεν αποκρίνονταν κι εφώναξα
βαθιά: Νάρκισσε! τρέξε Νάρκισσε! Μα ο Νάρκισσος
μακριά πολύ μακριά καιρό πνιγμένος άσπρος άφωνος
κοίταζε πίσω από τις φυλλωσιές δεξιά από τ’ αυτοκίνητο
σα να ’μουν ήδη πεθαμένος προσπαθώντας άσκοπα
γερόντιο εγώ τις πέτρες να περάσω που σωριάζονταν
απάνου στα έργα του μεσημεριού
και του ήλιου.

Άσμα VI (Ο Ελπήνωρ παρά θιν’ αλός)

Στους άμμους του γιαλού — μάλλον πιο χαμηλά
κάτω από τα πεύκα ψιθυρίζοντας ο ζέφυρος
στα πεύκα ανάμεσα την ώρα εκείνη ο ζέφυρος
κι η καθαρή σιωπή.
Τότε τον είδα εκεί
που έσκυβε και χυνότανε απ’ τους ώμους του άσπρο φως
στιλπνό τα πεύκα γέρνοντας στο φως
κι ο άμμος sable azyr μουρμούρισε
και πιο ψηλά ο γιαλός
ήσυχος μες στην ήσυχη σιωπή.

Δε μίλαγε συλλογιζόταν αριθμούς κενά της μοναξιάς.
Μήτε αποκρίνονταν στα βλέμματα. Το σώμα του ξανθό
πρασινισμένο εδώ κι εκεί με στίγματα απ’ το πέλαγο
ξανθό και χρυσαφί.
Κι ήρθε μια νύμφη χαμογελαστή
καλωσορίσατε στον κόσμο μας θα ’χετε και λουτρό.
Απαλά λυπημένα λόγια όπως την πρώτη Κυριακή
μετά το θάνατο της Νόρας που γυρίζαμε κι ο πόνος
ανάδευε ήσυχα κι υπήρχε κι ήτανε
πραγματικός.
Παράξενο να ’χει ξανάρθει ο Ελπήνωρ
στους άμμους του γιαλού κι εκείνη
εκείνη η Νόρα τρέμοντας ακόμα από τη λησμονιά
στα ρεύματα όταν ήρθε ο Ελπήνωρ.
Ήταν τ’ αμμόνησα πιο εκεί τα πεύκα το νερό.
Σαπίζοντας αργά ο Ελπήνωρ με τη Νόρα
κάτω απ’ τον ίσκιο του νερού πλεγμένα μέλη σάρκα
πάνω στη σάρκα ανήσυχα ζητώντας ζητιανεύοντας σχεδόν
περνούσε ένας κυματισμός από το δέρμα νόστιμος πολύ
κι ηδονικός έτσι ψιθυριστά μέσ’ απ’ τα κόκαλα το λιόγερμα
κλείνοντας πάνω απ’ τα κορμιά σαν πορφυρό κοχύλι
δεξιά ο αγέρας και το πέλαγο τα πεύκα αριστερά
κι ανάμεσα η σιωπή. Ο Ελπήνωρ κι η Σιωπή.

Πιο μόνοι τώρα
στην αναπόφευκτη ισορρόπηση πίκρας και λησμονιάς
όταν η λύπη νοεί και δέχεται τα περασμένα ψεύδη
αθροίζοντας εδώ πλάνες ή κέρδη ανώφελα —
δεν ήταν πίκρα καν μόνο μια μνήμη επίμονη.
Το πέλαγο ήσυχο μέσα στην ήσυχη σιωπή κι η νύμφη
λευκή χρυσή χαμογελώντας αόριστα πότε λευκή
χρυσή επιμένοντας γλυκά και πότε μεταμορφωμένη.
— Εδώ
περάστε. Όμως εμείς
αφού ήτανε τόσο κλειστός κι ο κόσμος τούτος
μέναμε πάντα ανένδοτοι για δείπνα και λουτρά

Άσμα VII (Πάρις)
Είδα τον ήλιο που βασίλευε γεμάτο μαύρες μέλισσες
να ψάχνει του καλοκαιριού τις φωτεινές κυψέλες. Όταν έφτασα
σκοτείνιαζε. Κάτω έκαιγαν οι πικροδάφνες και τα μάρμαρα
κι ανάμεσα σε τούτα τα παλάτια και τ’ ακίνητα νερά η σιωπή
σα να σταμάτησεν ο χρόνος ν’ ανασαίνει.
Ξάφνου
εκεί το σώμα καμπυλώνοντας έσφιγγε τα λευκά σαντάλια της
γυρνώντας τους ιμάντες στα σφυρά. Μαύρα μαλλιά
χυμένα όλο ίσκιοι δρόσιζαν τα πυρωμένα γόνατα. Κι εκεί
τα χείλη σέρνοντας εφίλησα βαθιά το σκοτεινό μυχό
μέσ’ από την ανεξερεύνητη πορφύρα που την έκαιγε.
Οι αισθήσεις μου ανατριχιασμένες απροστάτευτες ετρέμανε
σα να ’τανε ώρα του ύπνου ή του λουτρού. Δεν ήξερα
τί γύρευα πρώτη φορά στη Σπάρτη μοναχός φοβόμουν
κι ο φόβος μου γινόταν ψίθυρος αγγίζοντας βαθιά τα κόκαλα
κι ένιωθα πάλι εκτός απ’ τη σιωπή και την Ελένη
αισθήσεις άλλες που τις γνώρισα μόνο μέσα στο θάνατο.

Λοιπόν
θυμάμαι ακόμα βούρκος άνθη κόκκινα σερνόταν καταχνιά.
Μια νύχτα όλο όνειρο και πυρετό καθώς εμπήκαμε
ξένοι κι ανώνυμοι μες στη Σιδώνα πίσω από την αγορά
κι ακούσαμε τα μαντολίνα στην καρδιά του φεγγαριού.
Δεν ήταν μοναξιά δεν ήτανε σιωπή μονάχα απόγνωση
καθώς όταν αγγίζεις άγρια μεθυσμένα ένα κορμί
βαθύ και γόνιμο σα μια κοιλάδα κι εσταθήκαμε.
Φύλλα πλατιά μαύρα τη ράγιζαν η γύμνια της

μέσ’ απ’ τα φύλλα εσπάραζε ανοιγμένη εικόνες
υπαινιγμοί δρασκελισμένα λόγια ελύθηκαν εκεί
σε δάση σάρκας που δεν τέλειωνε μήτε με την απόχτηση.
Κι ύστερα η σκόνη. Μέσα
σε τόση σκόνη καθώς στροβιλίζεται και πέφτει πώς να θυμηθείς
πράξεις ή πρόσωπα γυμνές χαράδρες του ήλιου.
Κι όταν ακόμα σου φωνάζουν από το γιαλό οι τυφλοί
κι είναι το μεσημέρι μαύρο και γυρίζεις ξαφνικά
στην Τροία με τις αποσκευές τί έχεις ν’ αποκριθείς
καθώς κοιτάζοντας μ’ επιμονή σε ταραγμένες επιφάνειες και
σε σωριασμένα κρύσταλλα χιλιάδες είδωλα που κατακλύζουνε
την όραση δε βλέπεις παρά μόνο εκείνη εκείνη την Ελένη.

Στα μάτια μου τώρα στ’ αυτιά μου μέσα βουίζουν οι άμμοι
και μια φωτιά λυσσώντας — μνήμη ή παραλογισμός.
Η σκόνη είναι παντού τ’ άρματα τσακισμένα. Άκουσα τύμπανα
ταμ ταμ πίσω απ’ το σκήνωμα των Βασιλιάδων ανεβαίνανε
μ’ αργό ρυθμό σκεπάζοντας την απανθρακωμένη πόλη εφύσαγε
διαβολεμένος άνεμος από παντού στριφογυρίζοντας
κάπνες χαρτιά κι εικόνες.
Κι έμεινα
στον τόπο εκεί
κάτω απ’ τη θύρα που έσκαζε φλεγόμενη φωνάζοντας
μ’ όλη τη σάρκα Ελένη. Τη φωνή
μονάχα εγώ την άκουγα. Σφυρίζανε
οι άμμοι κι ανέβαιναν τα τύμπανα βογκώντας ρυθμικά
πάνω στους πεθαμένους Βασιλιάδες κι άκουγα άκουγα
μ’ όλες τις κόκκινες αισθήσεις μου που μυρμηγκιάζαν.
Κι ήρθε η Ελένη τότες
τρέχοντας καταπόρφυρη πίσω απ’ την Τρωάδα. Οι λόφοι
με φλογισμένες κορυφές την ακολούθαγαν κι η πόλη
γεμάτη στάχτη απ’ τις πυρές που κάψανε τους τελευταίους νεκρούς
κοίταζε προς το μέρος μας. Μα εγώ δεν ένιωθα

μέσ’ απ’ τον πόνο μου και την απόγνωση παρά
μονάχα εκείνο το ανοιχτό κορμί που το ’παιρνε η παραίσθηση.
Φύγε της φώναξα όλα καίγονται εδώ πέρα. Φύγε Ελένη.
Κι όπως πάνω στις σάρκινες κοιλάδες της και τους κρατήρες
των ασυλλόγιστων βυζιών επέφτανε οι άμμοι κι οι φριχτές
γλώσσες της πυρκαγιάς την ένιωθα να γίνεται κι αυτή
κάτω απ’ το στέρνο μου μια πυρκαγιά απαράμιλλη
καίγοντας μέσα μου ό,τι απόμενε.

Μέσ’ από τα μάτια μέσ’ από τα κόκαλα των Βασιλιάδων η κραυγή
μήτε δική μου καν μήτε δική της την ακούσαμε
να φεύγει από το φόβο και να χύνεται
μες στη βουβή μαλαματένια φρίκη της ερήμου.
Ταμ ταμ. Ένα ταξί παρακαλώ.
Κύριε βοηθήστε μας όλα τα ρήμαξαν η σάρκα κι η φωτιά.
Μέσ’ από ξύλα και κορμούς βαδίζοντας αργά κι οι δυο στη έρημο
μ’ εκείνο τον αθώρητο τρόμο στα χαρακτηριστικά
οι πληγιασμένοι στοχασμοί συντρίβοντας
λόγια και παραμιλητά στους μαργαριταρένιους βράχους.
Τα τύμπανα είχαν σβήσει κι έμενε του ήλιου το κοίταγμα
κι η κάθε ελπίδα μακρινή. Παρακαλώ
βοηθήστε μας βοηθήστε την Ελένη. Το κορμί
το εξαίσιο μαύρο αστραφτερό κορμί κοιτάξτε καίγεται.
Η ακινησία κι η τρέλα μάς χτυπούν — ένα ταξί.
Κάτω απ’ το φως η σκιά μας γίνηκε αίμα.
Εκεί
χαμένους μας αφήσανε μαζί
στους ήλιους και τους άμμους να παλεύουμε. Έτσι γίναμε
τούτη η ρυτιδωμένη στάχτη πίσω απ’ την ασήκωτη
βαριά βαμμένη προσωπίδα.

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δεν υπάρχουν σχόλια: