Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΛΩΝ ΕΚΕΙΝΩΝ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΙΠΕΣ

Ξαναβρήκα το σπόρο απ’ τα λόγια σου και απ’ τα χέρια ως τα μάτια τα χείλια τα γόνατα ξαναβρήκα τέλος το σώμα σου δυνατό ξέχειλο από τούτο τον κόσμο κινώντας με την ευφυΐα έως και τη σάρκα έως την ελευθερία του δεσμού που ανέλπιστα γιομίζει το δικό του τώρα… προβάλλουν ανάμεσά μας διάφοροι κόσμοι ορμής ταυτόχρονα, το βλέμμα σου με σκεπάζει με το βάρος του σώματός σου… υπάρχει ανάμεσά μας η ιστορία όλων εκείνων των λέξεων έτσι γαλαξίας με χαϊδεύει ως την κοιλιά… υπάρχει ανάμεσά μας ένα πλήθος κινήσεων τόσο έντονων ώστε ποτέ να μην αγγίζουν μονάχα τη σάρκα που τις ζητάει, υπάρχουν ανάμεσά μας χρόνοι τέτοιας πληρότητας που μου είπες οι αρμοί των στιγμών χάσκουνε… ερχομός δεσμός αναχώρηση, να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό ναι ο καιρός είναι απ’ τους πιο αίθριους [ΑΝΤΙ ΑΦΙΕΡΩΣΗ από τη συλλογή της Ματση Χατζηλαζάρου ΕΚΕΙ-ΠΕΡΑ ΕΔΩ  ]




ΣΤΑΓΟΝΕΣ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
Αδιάκοπα ως τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ως το αίμα
εισδύει μες το κόκαλο
το πεταμένο πίσω από μια μάντρα με τσουκνίδες
πολύ καιρό αφού λιώσουν οι σάρκες
η σταγόνα
κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε

φτέρες πλαγκτόν ή ατόλλ
είναι σημάδια στις γλώσσες όπως
η σταγόνα
κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε
αδιάκοπα ως τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ως το στόμα μου
δίχως τέλος φανερό
κάθε σταγόνα που κυλάει ξεχειλίζει
και πλημμυρίζει κι εξατμίζεται
ένας διάλογος παλάμη με παλάμη
και τα φύλλα αραιώνουνε
το φως εισδύει ως τους κρυφούς λοβούς
μες στη νωπή θαλπωρή
παλάμη με παλάμη
τα βλέμματα είναι χνούδι φυλλωσιάς
τα λόγια είναι οι φλέβες της
όταν δε σέρνεις πια τ’ αστέρια
σαν του κατάδικου τους χαλκάδες
τ’ αστέρια που σε κρατάνε καθηλωμένο
με το θάνατο
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε
σφουγγάρι της κάθε σταγόνας που κυλάει ξεχειλίζει
και πλημμυρίζει και εξατμίζεται
σταγόνες δάκρυα γάλα και σπέρμα
σταγόνες χυμό σταγόνες φαρμάκι
τόσες σταγόνες που πλανιούνται
μετρημένες για κάθε μοίρα
αδιάκοπα ως τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ως το αίμα

ΣΤΟΙΒΑΓΜΑ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
Η νύχτα θα με χαντακώσει
με κείνες τις μεγάλες σκιές που τρεμοσβήνουνε
κι απλώνονται και γλείφουνε
τον τοίχο ψηλά στο παράθυρό μου
σε αντίθετη κατεύθυνση απ’ όσα διαβαίνουνε κάτω στο δρόμο

κοίτα τη θάλασσα τόσο άσπρη το μεσημέρι
κι αυτό το γυμνό αγόρι καβάλα στο άλογό του
το πλένει το ξυστρίζει και το κολυμπάει
σκορπώντας γέλια κι αφρούς

πού να σταματάει ο ουρανός στη γη
γλιστράει στον άκρη των κεραμιδιών και πέφτει νωχελικά μες στις αυλές και στα σοκάκια ξέρει να τρυπώνει μες στα σπίτια απ’ όλα τ’ ανοίγματα κι έχω δει ουρανό να σωριάζεται μέσα σ’ ένα τάφο πριν προλάβουνε να κατεβάσουν το νεκρό κι έχω δει νύχτες στ’ ακρογιάλια όπου ο ουρανός μ’ όλο του το φεγγάρι ψαχούλευε κάθε βαθούλωμα του κύματος και κάθε αυλάκι και λακκούβα που ματώνει ακόμα αφού τραβηχτεί η θάλασσα

στα τελευταία του έρωτα μας είχαμε γίνει
σάρκα και αίματα πάνω στο σεντόνι
μες στη φρίκη και τις μυστικές μηχανορραφίες
με βοηθούσες να σε σκοτώσω
πάνω στην κοιλιά μου
στην Αττική το γαλάζιο υπάρχει δίχως κανένα εμπόδιο
στη θάλασσα στον ουρανό
κι ο αέρας σε κάθε ματιά
ξεφλουδίζει ένα λιθάρι του βουνού
«βγες στο παραθύρι σου τη νύχτα
θε ν’ αναγνωρίσω τη σκιά σου»
ένα πράσινο τραπέζι
δυστυχία μου
είχαμε ένα πράσινο τραπέζι και δίπλα η πόρτα

ξεκοιλιάζαμε τ’ άσπρα σελάχια στον ήλιο
τα εντόσθια τους χύνονται
στην κατηφοριά της προκυμαίας
οι σκιές των γλάρων που πετάνε
αυξάνουνε την ένταση του μακελειού
οι σκιές
αρπάζουνε το αίμα και την ασπρίλα
προτού ξανανέβει η άμπωτη

η ταβέρνα στην άκρη του γιαλού
έχει έναν φράχτη με τεράστιους ήλιους
κι ούτε άχνα πάνω στον κόλπο
στοιβαγμένες οι σκιές κι ό,τι φουντώσει
τώρα

είναι άξιο το μάτι σου να διασταλεί
τόσο που να καθρεφτίσει την εικόνα
του κόσμου

όργανα κρουστά και γλέντι τραχύ
δυο άνδρες χορεύουνε
κορώνουν μες τον ήλιο
και σαν τη ρετσίνα χύνεται η ζωή τους

τρία κοριτσάκια τραγουδάνε
«μπουφ άι ρούμπα βίρι βεν-τζε-τζε
άντε κάλα μεν τζε-τζε
άι τσούμα τσου-μαρία»
μας πιτσιλίζουν με το κέφι τους
οι ψιλές φωνούλες απ’ το περιβόλι
όπου τρέμουνε οι φυλλωσιές
κι οι σκιές τους μπλέκουν μες τα τρελά τους γέλια

εκεί που σκοντάφτει ο ουρανός είναι πάνω στα φώτα όταν ξεπροβάλλουν το απόγευμα το χειμώνα όπως σκοντάφτει πάνω στα ολόλευκα αγάλματα και σ’ όλα τα γυαλισμένα μέταλλα και στα τζάμια τα θαμπά τα γαλακτώδη σκοντάφτει και στα γλαυκώματα των τυφλών και στα τουμπανιασμένα πτώματα που ’ναι πιο λεία κι από μια λίμνη δίχως ρυτίδες λίμνες και πτώματα σαν τις σπαρακτικότερες μουσικές

σταματάω εδώ
για να γράψω
αρχίζοντας απ’ την καρέκλα
κι ένα τηλέφωνο στημένο εκεί δα
αν κι άλλα πράματα φουντώνουν
που νωθρά ταλαντεύονται
πέρα δώθε από τα’ αντικείμενα

ΦΥΛΛΑ ΜΕ ΕΙΚΟΝΕΣ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
Το φόντο σ’ αυτές τις εικόνες τείνει προς το γαλάζιο πολύ συχνά φωτίζει το μνημονικό ύστερα απ’ ένα αφηρημένο βλέμμα στις φλέβες του χεριού
το φόρεμα τα μαλλιά σαλεύουνε κοντά στα χείλια της γραμμής και απλώνονται
γυναίκα που με μια κίνηση
ρίχνει πίσω τα μαλλιά της
όπως γυρνάνε τα φύλλα του βιβλίου σε διαστήματα κανονικά
έπειτα η στρώση των μαλλιών το φόρεμα
γίνουνται ένα
καστανοκόκκινα και σκιές από χρυσαφιές αχτίδες
χρώματα φαύνου
ή μην είναι τα πόδια τα μακριά
όλο τσακίσματα όλο πηδήματα
που σκορπίζουν έναν κάμπο ρείκια καψαλισμένα
το χρώμα τους μοιάζει το καφετί εκείνο
με τις μικρές σπίθες
που ξαναβρίσκεται μονάχα όταν κλείνουμε τα βλέφαρα
μετά από το κάψιμο μιας εικόνας

εκεί που ξεπροβάλλουν τα χέρια και το πρόσωπο σα φεγγάρι μες τη νύχτα

ένα γέλιο ατλαζιού που σκίζεται
και στο νήμα των ματιών
σκάλωσε ένας χαρταετός
ο χαρταετός της λέξης έρωτας
μετά «στα χείλη κατεβαίνει
κι από τα χείλη στην καρδιά
ριζώνει και δεν βγαίνει»
αυτά αφού ο ήλιος
σηκώσει το δρεπάνι του και τεμαχίσει τον ορίζοντα
πώς να το ζυγώσουμε αυτό το πλάσμα
που χορεύει στα πλάγια εκεί μακριά
τα χέρια όλο τσακίσματα κρατάνε μια φλογέρα

Όταν σταματάει το κυνηγητό
η γυναίκα είναι δένδρο με πουλιά
και τσιρίζουνε μες τα κλαριά της
μετά από ξύπνημα αιφνίδιο
στον κορμό της γραπώνονται σκαραβαίοι
και στις ρίζες της σβήνουν πυγολαμπίδες

τα πόδια είναι η σφεντόνα του κορμιού πάνω στη γη

εδώ υπάρχει κάτι περισσότερο απ’ το χρώμα
μιας περπατησιάς
περισσότερο κι απ’ το μονοπάτι
δίπλα στους φράχτες
κι απ’ τις τρεχάλες του φαύνου
για να κορεστεί μ’ ένα σώμα
για να σπαράξει απ’ το φόβο
κάτι υπάρχει εδώ περισσότερο απ’ τις φαρδιές λουρίδες
ουρανού ή γης ή θάλασσας
γιατί υπάρχει επίσης το κενό
εδώ ακριβώς που παρεμβάλλεις αυτά τα σήματα
έτσι σαν ανάσα

το φόρεμα τα μαλλιά σαλεύουνε κοντά στα χείλια της γραμμής απλώνονται εκεί που ξεπροβάλλουν τα χέρια και το πρόσωπο σαν φεγγάρι μες στη νύχτα τα πόδια είναι η σφεντόνα του κορμιού πάνω στη γη το φόντο σ’ αυτές τις εικόνες τείνει προς το γαλάζιο πολύ συχνά φωτίζει το μνημονικό ύστερα απ’ να αφηρημένο βλέμμα στις φλέβες του χεριού

[Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Ερχομός, δεσμός, αναχώρηση: να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]


Δεν υπάρχουν σχόλια: