Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ ΜΕ ΦΩΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ!.. ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΝΑΣ ΛΕΕΙ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Αποφασίσαμε να πάμε εκδρομή όλοι να πάμε όλος ο κόσμος πόσο το αποφασίσαμε. Μονάχα που οι άλλοι και τα τοπία και οι συνομιλίες σα να είναι χωριστά από εμάς. Πηγαίνει και χτυπάει σ’ ένα άγνωστο σπίτι στο σιντριβάνι και δεν τον ένοιαζε όποιο και νάταν. Με ντροπή και απόφαση λέει μπορώ να μπω; Εκείνη είπε τι θέλετε. Σας παρακαλώ να σας μιλήσω. Ποιον ζητάτε. Αφήστε με επιτέλους να μπω και την έσπρωξε με ανυπομονησία. Εκείνη έκανε α κι έφυγε τρεχάτη. Στο σπίτι δεν ήταν άλλος κανένας και κάθεται και περιμένει με αγωνία και σε λίγο έρχεται η γυναίκα με πολλούς άλλους συγκάτοικους και τον κοιτάζουν με θυμό και ερεθισμένοι. Του ήρθε να λιποθυμήσει και ρωτάει πού είναι σας παρακαλώ το αποχωρητήριο. Κανένας δεν μίλησε κι εκείνος αρχινά ν’ ανοίγει τις πόρτες στη σειρά. Στο τέλος κλείνεται σε μια αποθήκη. Γεμάτη παπούτσια και χαρτονένια κουτιά το στέρνο του θα σπάσει να χυθεί έξω όλη του η καρδιά και οι άλλοι να φωνάζουν από έξω. Ησυχάστε πέστε πως κάνω πείραμα κι εκείνοι σπρώχναν την πόρτα άνοιξε άνοιξε. Ύστερα του πέρασε και βγήκε και τους λέει το ήξερα από πριν, Ύστερα θύμωσε και φώναξε δεν είναι πείραμα. Ή τυχαία επίσκεψη ή κατά λάθος δεν πρόκειται να καταλάβετε και μη φοβάστε. Σταθείτε να σας διηγηθώ λέει με ορμή και κουνάει τα χέρια. Τι να μας διηγηθείς φωνάζουν εκείνοι. Θα σας πω ένα περιστατικό. Να με πιστέψετε αν και θα πείτε επειδή είναι λιγάκι εντυπωσιακό.  [ΕΠΙΣΚΕΨΗ (αποφασίσαμε να πάμε εκδρομή όλοι) και ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ (όταν πήγε στο γιατρό να δείξει την ακτινογραφία) Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΙΟΥΛΙΑΣ (η Ιουλία έγινε ποιήτρια γιατί όταν ήταν παιδί έπαθε φυματίωση)και επιμύθιο Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΟΠΩΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΘΑΥΜΑ κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Η ΕΚΔΡΟΜΗ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1982 – ART by Lucy Campbell paintng )



ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ. Όταν πήγε στο γιατρό να δείξει την ακτινογραφία κι εκείνος του είπε δυστυχώς θα πεθάνει ο άνθρωπός σας
Εκείνη την ώρα μπαίνει μέσα η γυναίκα του γιατρού είχε αριστοκρατική εμφάνιση κι ευχάριστη φωνή κι ένα διάδημα στα μαλλιά σαν λαμπερή αχιβάδα και τον κοιτάζει με επιμονή που νιώθει στεναχώρια. Ακούστηκαν φωνές έξω που περίμενε κόσμος. Τρέχει κι ανοίγει την πόρτα κι οι άνθρωποι που περίμεναν μαζεμένοι στις γωνιές και κολλητά στον τοίχο κι άλλοι είχαν ανέβει πάνω στις καρέκλες κι άλλοι δείχναν στη μέση της σάλας. Στη μέση της σάλας στέκεται ένα πράγμα τρομακτικό και τρέχει η βοηθός του γιατρού. Έπαψε να κουνιέται. Έκλεισε την πόρτα τι έχετε ρωτάει ο γιατρός. Τίποτε μόνο που ήταν ζωντανό. Ελάτε στο παράθυρο να σας χτυπήσει ο αέρας. Σκύβει από το παράθυρο και στο δρόμο. Στάσου στάσου φώναξε είναι ένας φίλος λέει στο γιατρό. Κατέβηκε κι ένας άνθρωπος περίμενε πάμε. Πηγαίνουν πολύ δρόμο από την παραλία κι απ’ αλλού. Παντού είναι νύχτα δεν αντάμωσαν κανέναν ο δρόμος βρεγμένος θα έγινε κάπου πυρκαγιά κι ήρθαν οι αντλίες. Σ’ όλο το δρόμο σ’ όλους τους δρόμους τρέξαν νερά από τις αντλίες κι η ηχώ απ’ τις σειρήνες. Δεν μιλάν περπατάν προχωρούν από τον Βαρδάρη. Ίσιος λοξός δρόμος μακρινά τραγούδια. Δραπετσώνα μια γυναίκα ακίνητη στο ισόγειο. Δυο άνδρες χαριεντίζονται α ρε κωλόπαιδο κι ο άλλος απαντά της μάνας σου το οικόπεδο κι ένας περίμενε στον κήπο στρίβουν τη γωνία. πολλά φώτα κέντρα εξοχικά λαϊκά κάθονται στην άκρη σ’ ένα κέντρο.
Ψυχή η θάλασσα η μουσική από τα μεγάφωνα δυνατά στην ερημιά. Σηκώνεται αέρας φέρνει χώμα τινάζει τα τραπεζομάντηλα οι αλατιέρες χύθηκαν τα μεγάφωνα τα αυτιά. Πολλά φώτα χαμηλά πάνω από τα κεφάλια τους εκτυφλωτικές στρογγυλές τρύπες το σκοτάδι καρφωμένο με φώτα πάνω στη γη. Παντού τραπέζια αδειανά μέχρι που έφτανε το φως και το μάτι παντού. Μια γριά καθόταν κοντά στην πίστα έβλεπε γύρω. Ήταν μάνα γκαρσονιού την έφερε να διασκεδάσει της είπε κάτσε κοντά στην πίστα θα ’ρθουν σε λίγο να χορέψουν μαζί άνδρες και γυναίκες μαζί να δει τι ωραία που είναι. Η γριά φοράει τα καλά της το φως την περιλούζει κι αστράφτουν τα μαλλιά της. Περιμένει κι όλο κοιτάζει γύρω γυρνάει βλέπει μην έρχονται και τώρα τους είδε. Τους κοιτάζει χαρούμενη γνέφει με χαμόγελο όπου να ’ναι ο χορός. Κάθισαν πολλή ώρα δεν έρχονταν δεν έρχονταν. Έρχονταν ο αέρας τινάζει τα τραπεζομάντηλα τραγούδια οι προβολείς πάνω πορτοκαλιά της μαύρης μέδουσας αέρας από χώμα μουσική γριά με ασημένιο κεφάλι φώτα τραγούδια τα τραπέζια όλος ο κόσμος τραπέζια. Ξαφνικά σβήνουν τα φώτα κόπηκε απότομα η μουσική η γριά αρχινά και φωνάζει. Γιώργου τα φώτα Γιώργοουουου τα φώτα Γιώργου. Τα τραπεζομάντηλα πλατάγιζαν πάνω στα ξύλινα ποδάρια τα τραπέζια οι αφροί πάω στα τραπέζια σαν αφροί.

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΙΟΥΛΙΑΣ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΠΑΔΙ ΕΠΑΘΕ ΦΥΜΑΤΙΩΣΗ:
Η Ιουλία έγινε ποιήτρια γιατί όταν ήταν παιδί έπαθε φυματίωση κι άνοιγαν το πλευρό της να βάζουν αέρα έτσι θα κλείσει η τρυπίτσα στο πνευμόνι σου έλεγαν και φανταζόταν το πνευμόνι της να έχει μια μεγάλη ματωμένη τρύπα που έβγαζε αίμα και πύο και πολύ καιρό ήταν άρρωστη και δεν είχε μάνα και περνούσε δύσκολη ζωή με τους μεγάλους αδελφούς. Φλάουτο στον σάλο των λεωφορείων και γύρω οι άνθρωποι στα διπλανά δωμάτια οι άνθρωποι στα μπαλκόνια οι άνθρωποι στη σκάλα οι άνθρωποι στους δρόμους οι άνθρωποι κρεατόμυγες πάνω στην πληγή του κόσμου. Γράφει ποιήματα για μια Κω έρημη. Τέρατα άδειαζαν τη θάλασσα της Κω. Ζωγραφίζει γυναίκες στενόμακρες χωρίς μύτη μάτια στόμα άδεια πρόσωπα κι ακράτητα. Φίλε μου – τελειωμένα πράματα κάτι μαθαίνω – παρασκηνιακά εντελώς: - μπορεί στην Κω. Η Ιουλία πέθανε είκοσι έξη χρονών. Η Ιουλία ονειρεύτηκε πως όλοι οι άνθρωποι αγαπιόνταν μεταξύ τους με μιαν αγάπη σαν ακολασία.  Κάθεται κλεισμένη στο σπίτι και ήπιε ούζο και καπνίζει τσιγάρα κι έβγαζε με το τσιμπιδάκι των φρυδιών τις τρίχες των ποδιών της. Ονειρεύτηκε ζωντανά και το έβλεπε σαν από το παράθυρο κι όλοι οι άνθρωποι αγαπιόνται και πώς μπαινοβγαίνουν στα σπίτια παθολογικό ντελίριο η αγάπη των ανθρώπων και κακία κι ο ήλιος βασιλεύει πίσω από τα δένδρα και στα χίλια πράσινα φωτεινά μάτια του ήλιου κατέβαιναν αργά-αργά τα βλέφαρα του σκοταδιού. Έξω από τα τείχη. Λέει στο γιατρό στις νοσοκόμες. Έρχεστε στην εκδρομή που θα κάνω; Οι νοσοκόμες είπαν όχι είμαστε κουρασμένες. Κατάλαβε πως άλλος ήταν ο λόγος. Σώπασαν και μείναν σκεφτικές. Οι νοσοκόμες απλώνουν τα χέρια αφηρημένες σα να συλλογίζονται. Μετά έφυγε με τον γιατρό και πήγαν στον φερετροποιό και στο δρόμο που πήγαιναν είδαν ένα δένδρο που τους είπε πόσο λυπάμαι κι ένα σπίτι είπε κι εκείνο πόσο λυπάμαι είδαν ένα ψόφιο δράκο που βρωμούσε είδαν ένα άλλο δένδρο έναν νέγρο έναν αέρα. Παν στον φερετροποιό και του λεν θέλουμε ένα καλό φέρετρο κι εκείνος τους είπε νε ένα μοναχά να έρθει ο βοηθός μου και του είπαν βιαζόμαστε πού είναι ο βοηθός σας και τους είπε ελάτε να πάμε να τον βρούμε. Φύγαν και οι τρεις παν σ’ ένα μακρινό συνοικισμό έξω από τα τείχη.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΠΑΝΙΟ ΚΙ ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΕΝΑ ΑΣΤΡΑΠΙΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ ΕΚΠΛΗΞΗ

Ένας έλεγε. Καθόμουν με τα μάτια στα σταυρωμένα χέρια της το μόνο γυμνό που φαινόταν κι άλλαζα θέση όταν έμπαιναν άλλοι μπροστά να βλέπω και παραμέριζα τα λουλούδια να βλέπω μαγνητισμένος μια ταραχή σαν από αδιάντροπο θέαμα απόκρυφων πραγμάτων. Η φύση τραβά το χέρι της και ξεσκεπάζει το απόκρυφό της μέρος. Δεν είναι νεκροφιλία και μοιάζει μάλλον προς την απλοϊκή ηθική και προς την σεμνοτυφία των ενστίκτων προς τη φυσική έλξη της αισχρότητας. Ο Θάνατος είναι ένα σπάνιο κι εκθαμβωτικό γεγονός ένα αστραπιαίο και προκαλεί μια φοβερή έκπληξη. Ξέρω είπε εκείνος ο άνθρωπος στεκόταν στην είσοδο του νοσοκομείου κι είπε τραγικά ξέρω στους άλλους που περίμεναν όλοι στην είσοδο. Αφού κι εσείς έχετε άνθρωπο στο νοσοκομείο πώς να μην ξέρετε λέει ένας κι εκείνος ξαναλέει για μένα. Ακουμπούσε στον τοίχο με κάποιαν αφροντισιά και τους διηγήθηκε μιαν ιστορία με ζωηράδα και φλυαρία που δεν την περίμενες. Τελικά πήρα την άδεια να είμαι στην εγχείρηση κι ο χειρούργος ήταν μια αυθεντία καθηγητής ή κάτι τέτοιο. Το σαράντα οχτώ. Ο χειρούργος αυτός είχε ένα πρόσωπο βουρκωμένο κι έτσι μοιάζουν τα πρόσωπα που έχουν πολλή ψυχή βουρκωμένα έχουν μιαν ιδιομορφία κυρίως στα βλέφαρα και στο πηγούνι κάτι πρησμένο και τρεμουλιαστό δεν μπορείς ακριβώς. Μπαίνει στο χειρουργείο. όλα έτοιμα κι ο άρρωστός μου. Όλοι περιμένουν οι βοηθοί στη σειρά οι νοσοκόμες. Από την πρώτη στιγμή λέω με το νου μου κάτι δεν πάει καλά. Δηλαδή ο χειρούργος έδειχνε μιαν αδράνεια κι αδιαφορία δεν πλησιάζει καν στο κρεβάτι. Μάλλον στο τραπέζι όπως και το λεν κι οι άλλοι σώπαιναν με σεβασμό. Κάθεται στην άκρη κι οι άλλοι ακίνητοι ο άρρωστος αναίσθητος κι ετοιμοθάνατος. Η ώρα να περνάει και κανένας δεν κουνιέται όλοι περιμένουν. Η ώρα περνάει και κανένας ο χειρούργος άγαλμα. Αρχίζω να σκέφτομαι κάτι το εγκληματικό σχεδιάζεται εδώ μέσα το σαδιστικό. Σε κείνη τη βουβαμάρα μια νοσοκόμα βγάζει μια φωνίτσα παρά λίγο να πέσει. Κάποιος ακούμπησε ένα φορείο απ’ αυτά με τις ρόδες και κύλησε το φορείο έπεσε πάνω στη νοσοκόμα κι αυτή δεν στηρίζονταν πουθενά και κρατούσε και στα χέρια της ένα δίσκο με εργαλεία και τρίκλισε να πέσει. Τρόμαξε κι έβγαλε μια σιγανή φωνίτσα. Θα προσέξατε σε τέτοια απρόοπτα ατυχήματα ας είναι ασήμαντα κι ανάξια έχετε προσέξει την έκφραση και την στάση που παίρνουμε τρομαγμένη και γελοία κι αμηχανία που όλοι γυρνάν και μας βλέπουν κι ωστόσο τρομάζουμε στ’ αλήθεια και κοιτάζουμε σαν να παραμονεύουμε με λοξό και χαμηλωμένο βλέμμα σα να καιροφυλακτούμε προς τη μεριά απ’ όπου έρχεται ο κίνδυνος. Είμαστε μια χαρά και ξαφνικά βρισκόμαστε στο πέλαγος κι ολωσδιόλου απροστάτευτοι και γελοίοι. Μια απογύμνωση στο δευτερόλεπτο. Ο χειρούργος έτρεξε και τη βάσταξε. Είναι εκείνη η νοσοκόμα του χειρουργικού με το χοντρό πρόσωπο και τα μικρά μάτια. Δεν ήταν φέρσιμο φυσιολογικού ανθρώπου αν και σεις θα πείτε τι πιο φυσικό. Θα έπρεπε να τον βλέπατε. Αυτή η νοσοκόμα είναι από τις παλιότερες ήταν και τότε το σαράντα οχτώ. Να βλέπατε τον χειρούργο δεν ήταν φυσιολογική η βιασύνη του. Δεν φοβήθηκε μην πέσει η νοσοκόμα κι ήταν αφάνταστα συγκινημένος κι ακόμα πιο. Αναστατωμένος. Δεν την στήριξε απλώς αλλά την κράτησε αγκαλιά και την σκέπασε με το σώμα του για να την προστατέψει κι η νοσοκόμα κοκκίνισε περισσότερο είχε και τον δίσκο στα χέρια λυγισμένη στα δυο κι ο δίσκος είχε χωθεί στην κοιλιά της έτσι την έσφιγγε ο χειρούργος. Την προφύλαγε και την έκρυβε μέσα του και καταλάβαινες πως εκείνη η ανυπεράσπιστη στιγμή της νοσοκόμας πως τον είχε συγκλονίσει και τον κυρίεψε ένας άγριος οίκτος και παράφορος. Συλλάβετε τη σκηνή. Μια σκηνή εξονυχιστική παραβίαζε την αυστηρότατη αποκλειστικότητας εκείνου του δωματίου. Χειρουργείο. Υπάρχουν χώροι αυστηρότητα αποκλειστικοί και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο όπως και όργανα αποκλειστικά. Σ’ ένα σαλόνι μπορείς να φας και να κοιμηθείς κι ό,τι άλλο κι ας είναι γεμάτο με τα πιο ακριβά και πολύτιμα έπιπλα μεταξωτά και χαλιά και πίνακες και καθρέπτες και κάνεις ό,τι θέλεις. Και σ’ έναν κήπο και σε μια πλατεία. Στο χειρουργείο; Και σ’ έναν τόπο εκτελέσεως  δεν μπορείς να παίξεις μπάσκετ με την θηλιά της αγχόνης. Εκτός κι αν είσαι γερμανός. Είναι ορισμένοι χώροι αποκλειστικοί. Στην είσοδο του νοσοκομείου. Τρως τυρόπιττα και περνάει ένα φορείο με νεκρό. Όμως σ’ ένα καμπινέ; τι άλλο μπορείς να κάνεις σ’ ένα καμπινέ; για να πούμε κι ένα αστείο. Δεν ανέφερα φώναξε χαρούμενα επειδή μερικοί γελάνε δεν ανέφερα τυχαία για τον καμπινέ και θα σας πω αμέσως για τα καμπινέ και την ανθρωπιά. Γιατί ο χειρούργος αποδεικνύεται μέγας ανθρωπιστής το αποδεδείχνει αυτό γνήσιος αν και κάπως εξημμένος ανθρωπιστής. Γιατί υπάρχει η φιλανθρωπία η έμφυτη είναι ταλέντο κι αυτοί οι φιλάνθρωποι είναι σαν τους καλλιτέχνες και τις μεγαλοφυΐες. Όπως ο χειρούργος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: