Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΟΛΑ ΤΑ ΠΕΡΙ ΠΑΝΔΩΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΥΤΙΟΥ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΞΙΑ ΛΟΓΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ:

Η Ιστορία! Τι αβασάνιστες πληροφορίες συνεκράτησε, τι λανθασμένες φήμες μας μετέδωσε! Πόσα χουνέρια και τι πλεκτάνες! Α!, η Κλειώ! Μα βέβαιο πως εσημείωνε ό,τι κι αν άκουγε: φαίνεται πως πολύ λίγο θα την σκότιζε ν’ αντιληφθή τι είτανε αλήθεια και τι δεν ήταν! Μια ολόκληρη ζωή σπουδής και προσοχής και έρευνας μας επιτρέπει σήμερα ν’ αποκαλύψουμε -να πούμε- πως όλα τα περί Πανδώρας και του κουτιού της είναι ανάξια λόγου παραμύθια… Ούτε η Πανδώρα ούτε οι Θεοί βάλανε τίποτα μσ’ το κουτί κι ούτε με το άνοιγμα φύγαν τα δώρα (που δεν υπήρχαν) Προσποιήσεις ψευτιές (φτηνές ψευτιές) ανέντιμες υποσχέσεις και προδοσίες μα κάναν να πιστέψουμε πως κάτι έκλεινε μέσα το κουτί που είχε η Πανδώρα!.. Κι αν υπήρξαμε μωρόπιστοι άνθρωποι και κουτοί (πρώτος εγώ) πάντως είμαι σε θέση σήμερα να βεβαιώσω πως και κουτί (ν’ ανήκη στην Πανδώρα) ακόμη δεν υπήρχε!    [ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ  από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]




ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ
σα να μην έφτανε
πως η ζωή
είναι τόσο σύντομη
είναι τόσο λίγη
μας
τηνέ κάμουνε
τόσο συχνά
-και δίχως λόγο-
κι οδυνηρή

γι’ αυτό κι εγώ γυρνάω
από σκοντράδα
σε σκοντράδα
ξεμπετουργασμένος
και τραγουδώ

ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
καθώς ανέμισαν
τα μαλλάκια της
έτσι μπροστά στα μάτια
μου λες και σαν ξαφνικά να ξύπνησα
και για πρώτη φορά
την είδα
-και την επρόσεξα-
την ωραία
νεαρή
κόρη

με συνεκίνησε
η αρμονία
των κινήσεων της
η ροδινότης των μελών
του κορμιού της
η γοητεία του βλέμματός
της
η απαλή στρογγυλάδα
των μαστών της
η όλη χάρη τέλος
που ανεδίδετο
από το κομψό
ολόδροσο
πλάσμα

κι αμέσως σκέφτηκα
-και «φιλοσόφησα»-
ο νους μου πήγε
στον αγαθό εκείνον
που μπορεί κάποτε
-μα είμαι βέβαιος-
να υποφέρει
μαρτυρικά
να δυστυχήσει
σα θα φαντάζεται
πως έχει σκέψη
κι έχει ψυχή
το τρυφερό
το αιθέριο
το
πλασματάκι

και να ματώνει η καρδιά του
ν’ απελπίζεται
ως θ’ αποδίδει
έστω και
κόκκο νου
στ’ ολότελα
άδειο
μικρό
κρανίο

ΤΑ ΓΚΩΛ-ΠΟΣΤ
άκουγε τις καμπάνες που βαρούν
και τ’ ορείχαλκου τις δονήσεις
όπου τρυπάν τον καθαρό
-του κυριακάτικου πρωινού
αγέρα

άραγες οι καμπάνες τι να μηνούν;
θα τις ακολουθήσουν μήπως
ύμνοι τραγούδια χαρές
ή πολυβόλα θ’ αντηχήσουνε
απαίσια
να σπείρουνε τον όλεθρο ολούθε;

ένα σας λέω:
όλοι να τρέξουμε αμέσως
στα γκωλ-ποστ
παιδιά!
στα γκωλ-ποστ!
στα γκωλ-ποστ
άγρυπνοι
-ακοίμητοι φρουροί-
πανέτοιμοι
το μάτι εδώ κι εκεί
να γρηγορούμε

μην αρχίσουνε να πέφτουνε
τα τέρματα
βροχή
και
ηττηθούμε

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων… (αλλά) Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύβεται η Ερινύα βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν την νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό!..]


Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΚΙ ΟΜΩΣ ΜΙΑ ΑΝΕΞΑΚΡΙΒΩΤΗ ΣΤΙΓΜΗ Σ’ ΕΞΑΚΡΙΒΩΝΩ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ ΕΤΟΙΜΟ ΚΙΟΛΑΣ ΑΙΣΘΗΜΑ:

Δεν ξέρω πού να σε αναζητήσω. Στις προετοιμασίες των στίχων μου ή στη θορυβώδη των ενστίκτων μου συναγωγή; Στις παραινέσεις του απογεύματος, στις υποδείξεις του Μαρτίου στη χθεσινή μας σύμπτωση -στις χθεσινές μου ιαχές- ή σε κάποια αυριανή μου πίκρα που υπό εχεμύθεια την κρατάς;
Για σένα στις επιθυμίες μου λόγος δεν έγινε ποτέ. Δεν σε πρόβλεψαν ποτέ τα όνειρά μου. Οι προαισθήσεις μου δεν σε συνάντησαν. Ούτε η φαντασία μου. Κι όμως μια ανεξακρίβωτη στιγμή σ’ εξακριβώνω μέσα μου ένα έτοιμο κιόλας αίσθημα!..
 Πλατιά που ήταν η Σταδίου  καθώς χωρούσε το μεσημέρι το εύχυμο, τον ανδρισμό σου και μένα βάζοντας πλάι σου σε απόσταση μιας ολόκληρης θλίψης!.. [ARS GRATIAE ARTIS και ΔΥΟ ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑ ΚΙ ΕΝΑ ΔΡΟΜΟ από την ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ, 1963 -  ART by RUDIRUTH sometimes]

[«Κάθε τι ΜΙΑ φορά, ΜΙΑ φορά μόνο. ΜΙΑ φορά και ποτέ πια. Κι εμείς ΜΙΑ φορά μόνο. Δεύτερη ποτέ! Μα τούτη η μια φορά για να ’χει υπάρξει, δεν είναι κάτι που παίρνεται πίσω» R.M.RILKE]

ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ
Προσκεκλημένος ήσουν των προσδοκιών μου.
Κι ήρθες – είχε για σένα ξαναγίνει λόγος
στο φευγαλέο κάποιας ενοράσεως.
Οι τίτλοι σου αμύθητοι:
Γιος του ασύλληπτου
πιο επιτήδειος από το όνειρο
απ’ το αιφνίδιο πιο ωραίος
από το θάνατο πιο εύστοχος.
Οίστρος του ήλιου.

Στις ανατάσεις μου ανέβηκες
τις φλέβες μου διέπλευσες
διασταυρώθηκες με την ορμή μου.
Κι έγινε η μορφή σου
της νύχτας μου προσκέφαλο.
Κι η μέρα μου ανάβλεψε
στη συμπαιγνία των ματιών σου.
Πικρές διαστάσεις δευτερόλεπτου
πήρες. Και πέρασες – έρμαιο
του αβέβαιου – με βέβαιους
διασκελισμούς προς το ανεπίστρεπτο.

Τώρα
από τα πέρατα μιας νοσταλγίας
παίρνω τις ειδήσεις σου:
κατάντησες θαμών
κάποιας παλιάς φωτογραφίας σου
διαπρέποντας στη χάρτινη έντασή της



ΥΠΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΝ… Σκηνή σε πάρκο με άγαλμα
Γυναίκα μαρμάρινη
πλαγιασμένη και εξέχουσα
λίγο του βάθρου σου
και μια υποψία φυγής
στον ίσκιο της ανίας σου
στην άπλα του μεσημεριού
παιδί εργατικό κοιμάται.
Η σκισμένη του μπλούζα
αυτοβιογραφία του.
Τη διαβάζουμε, εγώ κι εσύ
επί τη ευκαιρία
παίρνεις μιαν ιδέα
των φθειρομένων πραγμάτων
του προς στιγμήν εφήβου
και κάτι από το απίθανο της ποιήσεως
όταν συμπίπτει
να στέκουν τα φθινόπωρα
στα δένδρα
προς εποπτείαν των διαθέσεων.

ΕΠΙ ΤΑ ΑΥΤΑ
Νύχτωσε πάλι όπως χθες.
Πάλι όπως χθες νύχτωσε.
Νύχτωσε.
Χθες.
Πάλι.
Προσπάθεια μάταιη
να χτυπηθεί το νόημα,
η αλληλεγγύη του καημού.
Αλύγιστα, μ’ όποια
μετάθεση των λέξεων,
μ’ όποια αποδέσμευσή τους.
Στην κάθε μια χωράει
το τελεσίδικο του όλου
Μέσα στις ρίζες τους
κυλάει  η ίδια παύση.
Λοιπόν, καλύτερα να παραμείνουν
σε μια πεπατημένη πρόταση
και εκ πρώτης όψεως αναίμακτη:
Νύχτωσε πάλι όπως χθες

ΥΛΙΚΑ
Εκεί που τέλειωνε η οδός Καλλιδρομίου
-τον δρόμο αυτόν περίτεχνα χειρίστηκε
αγαπημένος ποιητής*-
κατεδαφίζεται παλαιά οικία:
με τα ενδόμυχα της,
με ό,τι η είσοδος της έφερε,
και τους λυγμούς ονείρων στα δωμάτια.

«Τα υλικά πωλούνται» Κι εκεί,
ανάμεσα λίθων, κεράμων και ανθρωπίνων,
το σώμα κάθεται μιας νέας γυναίκας
-εντοιχισμένο στην πρόσοψη έζησε
και στα διατρέξαντα – σώμα
εκ τερακότας και απορίας μεγάλης,
που περιττεύει πια
και δεν πωλείται…

Μένει στην άκρη του δρόμου
καταμεσής του πρωινού
και περιμένει
να περάσει ο ποιητής δια τα περαιτέρω
·        Ο ποιητής Άρης Δικταίος, που έγραψε το ποίημα «74α οδός Καλλιδρομίου

 [επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ ερήμην μου]


Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΣΟΥ ΤΟΥΣ ΦΟΡΕΣΑΝ ΕΜΒΛΗΜΑΤΑ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΣΟΥ:

Όταν δονούνται ακόμα οι αίθουσες, όταν αφού σιωπήσει ο ομιλητής και λάμπει γλυκά σαν άστρο το πρόσωπό του, ανάμεσα στα άλλα τα σκοτεινά, όταν αποσιωπούνται όλα μαζί τα εγκλήματα κι αργά μελετημένα χαμηλώνουν τα παραπετάσματα και σκοτεινιάζουν στο βάθος τα βουνά και γύρω στο τραπέζι τα πρόσωπα βυθίζονται κι έρχονται μόνο οι φωνές, όταν κανείς πια δεν τολμάει να σηκωθεί. Να πάει κοντά στον ποταμό να κάτσει είτε κοντά στη φωτιά να ζεσταθεί κι ολόγυρα στ’ άδειο δωμάτιο θα περιμένουν οι προεστοί περίλυποι χωρίς να τρώνε ή να μιλάνε. Δολοφόνοι θα μοιάζουν τότε όσο φως και να ρίχνεις, όσες φωτογραφίες και να παραβάλλεις. Όσοι αθώοι και να συλλαμβάνονται την αυγή είτε στην κλίνη τους είτε κρυμμένοι στις καλαμιές με την ελπίδα να περάσει το καράβι, να ξυπνήσουν μια μέρα στις προκυμαίες τα παλιά κανόνια και να κυλήσει ως το πέλαγος η σκουριασμένη φωνή. Υπάρχουν νεκροί που στέκονται και ψιθυρίζουν σαν κυπαρίσσια κι άλλοι που υποκρίνονται ποτάμια και πολιτείες. Υπάρχουν κοντά στο σπίτι μας μερικοί νεκροί που διόλου νεκροί δεν είναι. Όμως υπάρχουν πολλοί που ταξιδεύουν την άνοιξη, άλλοι από χρεία άλλου για να δούνε τα νησιά, άλλου με προσωπίδες δεμένες στο πρόσωπό τους, για ν’ αποφύγουν το αυστηρό βλέμμα του ήλιου και άλλοι χωρίς τίποτε που ταξιδεύουν γυμνοί μες στα σεντόνια όμως κατέχοντες τον πλούτο και τον πόνο της ψυχής!.. [πρώτη ενότητα από το ποίημα Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ – ART by OLBINSKI Rafal ]



Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ (η συνέχεια του ποιήματος)
Ώστε μοιάζουν λοιπόν αν παραβάλεις τα κείμενα και τις φωτογραφίες
Τα δυο πρόσωπα στις διάφορες ηλικίες
Το βρέφος το παιδί ο έφηβος και ο νεκρός
(Άνδρας δεν πρόλαβε να φωτογραφηθεί)
Όμως εδώ συγχύζονται οι ημερομηνίες κι εμφανίζονται
τα δυο πρόσωπα το ’να να περικλείει τ’ άλλο σαν κουτί
Το ’να εδώ στην όχτη τη δική μας στέκεται κι αδημονεί να περάσει
Τ’ άλλο στην απέναντι όχτη ψυχορραγεί.

Όσο να μοιάζει η ζωή μας με τη δική τους
Όταν μακραίνουν οι όχτες και δε διακρίνεις
Μήτε σάρκα μήτε ψυχή όταν πλησιάζουν
Και πάλι δεν διακρίνεις μες στην ομίχλη
Παρά σχήματα και σκιές, όσο να μοιάζουν
Οι δυο ζωές και να μιλούν την ίδια γλώσσα
Τους ίδιους ήχους τα ίδια γράμματα, τα πρόσωπα
Δεν θα τα δεις ποτέ μαζί για να συγκρίνεις
Το ένα πάντα σκεπασμένο, το άλλο πάντα γυμνό
Σαν άγαλμα στον κουρνιαχτό.

Ώστε υπάρχουν ακόμα νεκροί ανάμεσά μας
Και μάλιστα αφοσιωμένοι στο σπίτι μας μες στις μηλιές
Ποιος θα το φανταζόταν κοντά σ’ αυτά τα δένδρα
Που στέκονται ολοστρόγγυλα σα φράχτης στο Βοριά
Κοντά σ’ αυτά τα δάση πως υπάρχουν αρχαίοι νεκροί
Που μας προστατεύουν απ’ τους χιονιάδες;
Ποιος από σας θα βύθιζε το χέρι του στο κισσό
Κινδυνεύοντας να ερεθίσει το ναρκωμένο φίδι
Ή θα ’φηνε ποτέ τον ύπνο να γλιστρήσει στα βλέφαρά του
Όταν απ’ το παράθρυρο τα σκεπασμένα πρόσωπα
παραμονεύουν να εισχωρήσουν κρυφά.

Το χέρι της θάλασσα που απλώνεται υγρό και μας χωρίζει από τον ύπνο
Το ξένο χέρι που μας χαϊδεύει τα όνειρα που μας ορίζει την πορεία του ύπνου
Το τρίτο χέρι που φέρνει μέσα μας την εποχή των εραστών
Τα μήλα αυτά που στρώνουν καταγής για να περάσει
Ελαφρά θριαμβευτικά το Φθινόπωρο
Πατώντας στα ώριμα κορμιά. Η θλίψη στις ακρογιαλιές
Όταν θολώνουν τα νερά και μεγαλώνουν στον ορίζοντα τα πανιά.

Άραγες θ’ αράξει το καράβι που βλέπουμε
Ή θα περάσει πάλι απαρατήρητο στο σκοτάδι
Μερικές εκατοντάδες οργιές  στ’ ανοιχτά
Χωρίς ν’ ανάψει ούτε ένα τσιγάρο, χωρίς ν’ ακουστεί
Ούτε ένας ψίθυρος στη γέφυρα
Ο καπετάνιος αόρατος, οι άνδρες στα χαρτιά.

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ
Όταν παλεύει ο έσπερος με τις φλογέρες
Όταν ξανά τον Αύγουστο ψυχορραγούν οι μέδουσες
Όταν αρχίζει αλλού κρυφά η τελευταία μας τρικυμία

Όταν γεμίζει ο Αμβρακικός ασπίδες και ναυάγια
Όταν περνάει ο κυρ Βοριάς καβάλα στα κατάρτια
Όταν στην κλίνη σου έριχνε τον ίσκιο της η γη

Όταν ταιριάζει η συννεφιά με τα μαλλιά μας
‘Όταν σωριάζεται νεκρός και ο τελευταίος φρουρός
Όταν τρομάζουν τα πουλιά κι απομακρύνονται

Καθώς μαζεύονται σ’ ένα κορμί οι πιο γενναίες καρδιές
Τώρα που κόπασε η βροχή στα παραθύρια μας
Μέσα στα μάτια της ξυπνούν τα πιο παλιά μας όνειρα

Τόσο βαθιά τόσο βαθιά η κόρη αποκοιμήθηκε
Τόσο βαθιά που δίστασε να πάει μπροστά ο καιρός
Τόσο κοντά που στάθηκε του φεγγαριού ο σφυγμός

Τέτοια στιγμή τη χώρα μας ταράζουν νέοι σεισμοί
Τέτοιο κορμί το πέλαγος δεν είδε πιο γυμνό
Τέτοιο κορμί που αιχμάλωτο κρατούσε η μουσική

Μα κάτω εκεί ένα νόμισμα που φέγγει μες τα δάση
Εκεί που αλλάζει ο αυγερινός κάθε πρωί κρεβάτι
Εκεί που ρίχνει το αυστηρό του βλέμμα ο ήλιος

Κάτω εκεί στις αμμουδιές όπου βογκάει το Αιγαίο
Απ’ το πλευρό που σκίστηκε θανάσιμα η Ελλάδα
Τρέχει νερό που πίνει ο άνεμος όταν διψάσει

Στήθος παλιό παλιό που κάρφωσε η σαΐτα
Πόσο σου μοιάζει ο ωκεανός στα νιάτα του
Πόσο σου μοιάζουν οι βροχές όταν κοιτάζεις κάτω

Το πρόσωπό σου ωρίμασε σιγά-σιγά σαν άστρο
Από τα μάτια μας το μυστικό σου ξέφυγε
Από τα χείλια μας στον κόσμο θα περάσει.

Το βράδυ εκείνο φύτρωσαν τριαντάφυλλα στην άμμο
Μήπως κινδύνευε ξανά στα βράχια η Ανδρομέδα;
Μήπως ξαναζωντάνεψε το κοιμισμένο ηφαίστειο;

Τον ήρωα δεν τον είδαμε ποτέ στα μάτια
Μας πάγωσε από μακριά η τρομερή ομορφιά του
Όταν ο ήλιος έπεφτε απάνω στην ασπίδα

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΜΗΤΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ (άσμα για δύο φωνές)
Δεν άφησε στο διάβα του παράθυρα ο καιρός
Δεν άφησαν τριαντάφυλλα τα χέρια του στη γη
Περνούσαν τα καράβια του στ’ αρχοντικό σου εμπρός

Ο τελευταίος ανάπηρος στη χώρα μας εσύ
Ένας μεγάλος πόλεμος μας πήρε την ψυχή σου
Τώρα στην αμασχάλη σου κοιμούνται οι κεραυνοί

Πέντε χιλιάδες άγγελοι επλάγιασαν μαζί σου
Δεν είναι πια σαν άλλοτε ο κόσμος σταθερός
Οι στίχοι σου τους φόρεσαν εμβλήματα οι εχθροί σου

Στο μέτωπό σου έλαμπε σαν άστρο ο στοχασμός
Δεν μπόρεσε όταν έπεσες η γης να σε δεχθεί
Κι ανάμεσά μας έγειρε την πόρτα του ο καιρός

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι


Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ (και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;)

Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα. Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων. Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν; Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά. Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε σε μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα; (κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν, πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας, διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας). Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα; Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα και σα μια θαμπή ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας. Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις, συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις. Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις το όνομά σου. Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα, Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές εξαπατήσεις κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη. Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει; Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα, πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών; Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες! Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα. Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.   [ Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ…  από τις ΕΠΟΧΕΣ 3  του Μανόλη Αναγνωστάκη – ART by Daphne Angelidou]




ΣΚΥΦΤΟΙ ΠΕΡΑΣΑΝΕ
Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ’ έναν ίσκιο στα μάτια
Ούτε ένα μαντίλι ανεμίσανε –ξέραμε το χαιρετισμό τους-
Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα των αλόγων
Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν τον καιρό να φωτίσουν τη σιωπή μας.
Είναι που όλοι οι χειμώνες περάσανε και διαβαστήκαν όλα τα βιβλία
Σαν τις διαβατικές γυναίκες που παραλλάζουνε τ’ όνομα.
Εμείς πιστεύουμε εκεί που ένας άλλος θα τ’ απόδιωχνε σαν ένα όνειρο κακό
Σα μια νεροποντή που τον βρήκε στη μέση του κάμπου
Σα μια φρικτή περιπέτεια που ξεβιδώνει το λογικό του
Η μνήμη τους είναι το πόδι που νοσταλγεί ο ανάπηρος
Είναι η σπασμένη θερμάστρα στο γεναριάτικο δωμάτιο
Είναι τα φύλλα που στοιβάζονται και ξεθωριάζουν στο συρτάρι.
Ακούοντας τα παιδιά να τραγουδούν στο δρόμο ξένοιαστα
Σκεφτόμουν αν αυτό στ’ αλήθεια είναι η προϋπόθεση της γαλήνης
Μιας κάποιας ανάπαυλας με μόνη την ευθύνη της αδιαφορίας
Ή μήπως όταν οι στρατιώτες επιστρέφουνε με τελευταίαν ελπίδα
Ένα λευκό σεντόνι χωρίς αίμα, όταν ο ταξιδιώτης
Ακούει τα μακρισμένα βήματα του γέρικου πιστού του σκύλου
Όμως μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής
Δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε
Πεθαίνει μια μέρα και μαθαίνεις το θάνατό του απ’ τις εφημερίδες
Φεύγει –«τέλειωσαν όλα» - κι εσύ δεν έχεις ακόμα γνωρίσει την αρχή
Ψάχνεις μια θύμηση μαζί του (… το τελευταίο βράδυ που βρεθήκαμε στο καφενείο Φ…)
Δεν ξέρεις ποια ζωή σ’ αξίζει και ταξιδεύεις άσκοπα.
Α!,, πώς ψεύτισαν όλα! Αφήσανε στους δρόμους τα χαλάσματα δεν τα προσέχει πια κανείς
Σέρνονται τα παιδιά ξιπόλητα ούτε που τα γνωρίζουν οι μανάδες
Στους τάφους τα λουλούδια μαραθήκανε και τα σαπίζει η βροχή
Τα σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Δείχνουνε τις πληγές στα στήθια τους και ζητιανεύουν τα κορίτσια
Τα κάρα βούλιαξαν στη λάσπη και πεθάναν οι αμαξάδες
Κι οι μαστροποί ποιητές βουβοί τρέμαν τις νύχτες στα κατώφλια
Μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής
Αξίζει τέλος να σταθείς τύψη με τύψη
-Και, Θε μου, πόσος λυρισμός μέσα στ’ ανέκφραστο
Κι είχα μέσα μου ακόμα τόσες εικόνες που ζητούσα
Φυλαχτά τόσων πολύτιμων κρυφών αναδρομών-
Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος να ’ρθω μια μέρα
Πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια να κοιτάξω κατάματα
Τη φλεγόμενη πόλη τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Να κλάψω κι εγώ για τους ανθρώπους που δε γνώρισα
Για τις πικρές γυναίκες που δε φίλησα ποτέ μου
Για τα σπασμένα χέρια των παιδιών που με κλωτσούσαν
Να κάτσω στην πιο μαύρη πέτρα και να σκεπάσω
Το μαραμένο μου πρόσωπο με λιπόσαρκα χέρια
Να μάθω ξένα ονόματα και ξένες προσευχές
Να κρατήσω σφιχτά στα χέρια μου λίγο χώμα θυσίας

(Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω;
Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)
Άκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χθες από το πληκτικό νοσοκομείο
Ανάμεσα στα βρόμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα
Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου
Τα ξίφη διασταυρώνονται σε ματωμένες αστραπές
Ο θάνατος είναι κι αυτός μια περασμένη αφήγηση
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.
«Με μια κατάμαυρη σκιά…» Κι εγώ σκεφτόμουν
Πεδιάδες με μαύρα άλογα και πλοία λευκά στη θάλασσα
Κι εγώ σκεφτόμουν μια φευγαλέα μορφή που μου ’χε γνέψει
Δεν ξέρω αν σ’ ένα μου χαμένο όνειρο ή στα παιδικά μου χρόνια.

ΟΧΙ ΑΠΟ ΔΩ…
Όχι από δω. Λάθος στο φάκελο και στις διευθύνσεις
Μια λέξη ένας αριθμός κι όλο το νόημα αλλάζει
Ένα κουδούνι πιο δίπλα κι ο ενοικιαστής είναι άλλος
Κλείνει τα παντζούρια το βράδυ μανταλώνει τις πόρτες
Κατεβάζει τα μεγάλα στορ φράζει μ’ ένα σεντούκι την ξώπορτα
Σβήνει προσεκτικά τ’ αποτσίγαρα και κρύβεται κάτω από τις κουβέρτες
Λάθος. Γιατί χτυπάς το μάνταλο; δε θα σ’ ανοίξει
Η ώρα είναι περασμένη και στο σκοτάδι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις.
Πώς να πιστέψω πως είσαι εσύ ο Φώτης, όχι ο Κώστας, όχι ο Θανάσης του Κώστα;
Γιατί αλλάζεις φορεσιές, αλλάζεις χτένισμα, δένεις αλλιώτικα τον κόμπο της γραβάτας;
Παντρεύτηκες δυο φορές και τώρα μετράς τις ερωτικές σου επιτυχίες.
Αρχείο σε σειρά αλφαβητική, γράμματα και φωτογραφίες.
Δεν σε γνωρίζω. Ίσως να ταξιδέψαμε μαζί, όπως το λες, με το «Αλικιόνη»
Πήγαμε τρεις φορές στο «Θερμαϊκόν» μου πλήρωσες το τραμ για την Καμάρα
Μα δεν σε ξέρω. Από το δρόμο αυτό δεν πέρασες ποτέ σου
Δεν διάβασες τα επισκεπτήρια και τις επιγραφές πάνω στους τοίχους
Όλες οι ξώπορτες κλειστές και το σεντούκι, μην ξεχνάς – μόλις νυχτώσει.

Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Δεν θα κλέψεις το σχήμα του δικού μου

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θήση που καθόμαστε; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!.. Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς]