Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ (και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;)

Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα. Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων. Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν; Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά. Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε σε μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα; (κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν, πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας, διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας). Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα; Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα και σα μια θαμπή ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας. Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις, συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις. Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις το όνομά σου. Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα, Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές εξαπατήσεις κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη. Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει; Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα, πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών; Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες! Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα. Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.   [ Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ…  από τις ΕΠΟΧΕΣ 3  του Μανόλη Αναγνωστάκη – ART by Daphne Angelidou]




ΣΚΥΦΤΟΙ ΠΕΡΑΣΑΝΕ
Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ’ έναν ίσκιο στα μάτια
Ούτε ένα μαντίλι ανεμίσανε –ξέραμε το χαιρετισμό τους-
Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα των αλόγων
Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν τον καιρό να φωτίσουν τη σιωπή μας.
Είναι που όλοι οι χειμώνες περάσανε και διαβαστήκαν όλα τα βιβλία
Σαν τις διαβατικές γυναίκες που παραλλάζουνε τ’ όνομα.
Εμείς πιστεύουμε εκεί που ένας άλλος θα τ’ απόδιωχνε σαν ένα όνειρο κακό
Σα μια νεροποντή που τον βρήκε στη μέση του κάμπου
Σα μια φρικτή περιπέτεια που ξεβιδώνει το λογικό του
Η μνήμη τους είναι το πόδι που νοσταλγεί ο ανάπηρος
Είναι η σπασμένη θερμάστρα στο γεναριάτικο δωμάτιο
Είναι τα φύλλα που στοιβάζονται και ξεθωριάζουν στο συρτάρι.
Ακούοντας τα παιδιά να τραγουδούν στο δρόμο ξένοιαστα
Σκεφτόμουν αν αυτό στ’ αλήθεια είναι η προϋπόθεση της γαλήνης
Μιας κάποιας ανάπαυλας με μόνη την ευθύνη της αδιαφορίας
Ή μήπως όταν οι στρατιώτες επιστρέφουνε με τελευταίαν ελπίδα
Ένα λευκό σεντόνι χωρίς αίμα, όταν ο ταξιδιώτης
Ακούει τα μακρισμένα βήματα του γέρικου πιστού του σκύλου
Όμως μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής
Δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε
Πεθαίνει μια μέρα και μαθαίνεις το θάνατό του απ’ τις εφημερίδες
Φεύγει –«τέλειωσαν όλα» - κι εσύ δεν έχεις ακόμα γνωρίσει την αρχή
Ψάχνεις μια θύμηση μαζί του (… το τελευταίο βράδυ που βρεθήκαμε στο καφενείο Φ…)
Δεν ξέρεις ποια ζωή σ’ αξίζει και ταξιδεύεις άσκοπα.
Α!,, πώς ψεύτισαν όλα! Αφήσανε στους δρόμους τα χαλάσματα δεν τα προσέχει πια κανείς
Σέρνονται τα παιδιά ξιπόλητα ούτε που τα γνωρίζουν οι μανάδες
Στους τάφους τα λουλούδια μαραθήκανε και τα σαπίζει η βροχή
Τα σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Δείχνουνε τις πληγές στα στήθια τους και ζητιανεύουν τα κορίτσια
Τα κάρα βούλιαξαν στη λάσπη και πεθάναν οι αμαξάδες
Κι οι μαστροποί ποιητές βουβοί τρέμαν τις νύχτες στα κατώφλια
Μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής
Αξίζει τέλος να σταθείς τύψη με τύψη
-Και, Θε μου, πόσος λυρισμός μέσα στ’ ανέκφραστο
Κι είχα μέσα μου ακόμα τόσες εικόνες που ζητούσα
Φυλαχτά τόσων πολύτιμων κρυφών αναδρομών-
Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος να ’ρθω μια μέρα
Πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια να κοιτάξω κατάματα
Τη φλεγόμενη πόλη τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Να κλάψω κι εγώ για τους ανθρώπους που δε γνώρισα
Για τις πικρές γυναίκες που δε φίλησα ποτέ μου
Για τα σπασμένα χέρια των παιδιών που με κλωτσούσαν
Να κάτσω στην πιο μαύρη πέτρα και να σκεπάσω
Το μαραμένο μου πρόσωπο με λιπόσαρκα χέρια
Να μάθω ξένα ονόματα και ξένες προσευχές
Να κρατήσω σφιχτά στα χέρια μου λίγο χώμα θυσίας

(Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω;
Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)
Άκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χθες από το πληκτικό νοσοκομείο
Ανάμεσα στα βρόμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα
Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου
Τα ξίφη διασταυρώνονται σε ματωμένες αστραπές
Ο θάνατος είναι κι αυτός μια περασμένη αφήγηση
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.
«Με μια κατάμαυρη σκιά…» Κι εγώ σκεφτόμουν
Πεδιάδες με μαύρα άλογα και πλοία λευκά στη θάλασσα
Κι εγώ σκεφτόμουν μια φευγαλέα μορφή που μου ’χε γνέψει
Δεν ξέρω αν σ’ ένα μου χαμένο όνειρο ή στα παιδικά μου χρόνια.

ΟΧΙ ΑΠΟ ΔΩ…
Όχι από δω. Λάθος στο φάκελο και στις διευθύνσεις
Μια λέξη ένας αριθμός κι όλο το νόημα αλλάζει
Ένα κουδούνι πιο δίπλα κι ο ενοικιαστής είναι άλλος
Κλείνει τα παντζούρια το βράδυ μανταλώνει τις πόρτες
Κατεβάζει τα μεγάλα στορ φράζει μ’ ένα σεντούκι την ξώπορτα
Σβήνει προσεκτικά τ’ αποτσίγαρα και κρύβεται κάτω από τις κουβέρτες
Λάθος. Γιατί χτυπάς το μάνταλο; δε θα σ’ ανοίξει
Η ώρα είναι περασμένη και στο σκοτάδι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις.
Πώς να πιστέψω πως είσαι εσύ ο Φώτης, όχι ο Κώστας, όχι ο Θανάσης του Κώστα;
Γιατί αλλάζεις φορεσιές, αλλάζεις χτένισμα, δένεις αλλιώτικα τον κόμπο της γραβάτας;
Παντρεύτηκες δυο φορές και τώρα μετράς τις ερωτικές σου επιτυχίες.
Αρχείο σε σειρά αλφαβητική, γράμματα και φωτογραφίες.
Δεν σε γνωρίζω. Ίσως να ταξιδέψαμε μαζί, όπως το λες, με το «Αλικιόνη»
Πήγαμε τρεις φορές στο «Θερμαϊκόν» μου πλήρωσες το τραμ για την Καμάρα
Μα δεν σε ξέρω. Από το δρόμο αυτό δεν πέρασες ποτέ σου
Δεν διάβασες τα επισκεπτήρια και τις επιγραφές πάνω στους τοίχους
Όλες οι ξώπορτες κλειστές και το σεντούκι, μην ξεχνάς – μόλις νυχτώσει.

Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Δεν θα κλέψεις το σχήμα του δικού μου

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θήση που καθόμαστε; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!.. Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς]

Δεν υπάρχουν σχόλια: