Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΣΟΥ ΤΟΥΣ ΦΟΡΕΣΑΝ ΕΜΒΛΗΜΑΤΑ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΣΟΥ:

Όταν δονούνται ακόμα οι αίθουσες, όταν αφού σιωπήσει ο ομιλητής και λάμπει γλυκά σαν άστρο το πρόσωπό του, ανάμεσα στα άλλα τα σκοτεινά, όταν αποσιωπούνται όλα μαζί τα εγκλήματα κι αργά μελετημένα χαμηλώνουν τα παραπετάσματα και σκοτεινιάζουν στο βάθος τα βουνά και γύρω στο τραπέζι τα πρόσωπα βυθίζονται κι έρχονται μόνο οι φωνές, όταν κανείς πια δεν τολμάει να σηκωθεί. Να πάει κοντά στον ποταμό να κάτσει είτε κοντά στη φωτιά να ζεσταθεί κι ολόγυρα στ’ άδειο δωμάτιο θα περιμένουν οι προεστοί περίλυποι χωρίς να τρώνε ή να μιλάνε. Δολοφόνοι θα μοιάζουν τότε όσο φως και να ρίχνεις, όσες φωτογραφίες και να παραβάλλεις. Όσοι αθώοι και να συλλαμβάνονται την αυγή είτε στην κλίνη τους είτε κρυμμένοι στις καλαμιές με την ελπίδα να περάσει το καράβι, να ξυπνήσουν μια μέρα στις προκυμαίες τα παλιά κανόνια και να κυλήσει ως το πέλαγος η σκουριασμένη φωνή. Υπάρχουν νεκροί που στέκονται και ψιθυρίζουν σαν κυπαρίσσια κι άλλοι που υποκρίνονται ποτάμια και πολιτείες. Υπάρχουν κοντά στο σπίτι μας μερικοί νεκροί που διόλου νεκροί δεν είναι. Όμως υπάρχουν πολλοί που ταξιδεύουν την άνοιξη, άλλοι από χρεία άλλου για να δούνε τα νησιά, άλλου με προσωπίδες δεμένες στο πρόσωπό τους, για ν’ αποφύγουν το αυστηρό βλέμμα του ήλιου και άλλοι χωρίς τίποτε που ταξιδεύουν γυμνοί μες στα σεντόνια όμως κατέχοντες τον πλούτο και τον πόνο της ψυχής!.. [πρώτη ενότητα από το ποίημα Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ – ART by OLBINSKI Rafal ]



Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ (η συνέχεια του ποιήματος)
Ώστε μοιάζουν λοιπόν αν παραβάλεις τα κείμενα και τις φωτογραφίες
Τα δυο πρόσωπα στις διάφορες ηλικίες
Το βρέφος το παιδί ο έφηβος και ο νεκρός
(Άνδρας δεν πρόλαβε να φωτογραφηθεί)
Όμως εδώ συγχύζονται οι ημερομηνίες κι εμφανίζονται
τα δυο πρόσωπα το ’να να περικλείει τ’ άλλο σαν κουτί
Το ’να εδώ στην όχτη τη δική μας στέκεται κι αδημονεί να περάσει
Τ’ άλλο στην απέναντι όχτη ψυχορραγεί.

Όσο να μοιάζει η ζωή μας με τη δική τους
Όταν μακραίνουν οι όχτες και δε διακρίνεις
Μήτε σάρκα μήτε ψυχή όταν πλησιάζουν
Και πάλι δεν διακρίνεις μες στην ομίχλη
Παρά σχήματα και σκιές, όσο να μοιάζουν
Οι δυο ζωές και να μιλούν την ίδια γλώσσα
Τους ίδιους ήχους τα ίδια γράμματα, τα πρόσωπα
Δεν θα τα δεις ποτέ μαζί για να συγκρίνεις
Το ένα πάντα σκεπασμένο, το άλλο πάντα γυμνό
Σαν άγαλμα στον κουρνιαχτό.

Ώστε υπάρχουν ακόμα νεκροί ανάμεσά μας
Και μάλιστα αφοσιωμένοι στο σπίτι μας μες στις μηλιές
Ποιος θα το φανταζόταν κοντά σ’ αυτά τα δένδρα
Που στέκονται ολοστρόγγυλα σα φράχτης στο Βοριά
Κοντά σ’ αυτά τα δάση πως υπάρχουν αρχαίοι νεκροί
Που μας προστατεύουν απ’ τους χιονιάδες;
Ποιος από σας θα βύθιζε το χέρι του στο κισσό
Κινδυνεύοντας να ερεθίσει το ναρκωμένο φίδι
Ή θα ’φηνε ποτέ τον ύπνο να γλιστρήσει στα βλέφαρά του
Όταν απ’ το παράθρυρο τα σκεπασμένα πρόσωπα
παραμονεύουν να εισχωρήσουν κρυφά.

Το χέρι της θάλασσα που απλώνεται υγρό και μας χωρίζει από τον ύπνο
Το ξένο χέρι που μας χαϊδεύει τα όνειρα που μας ορίζει την πορεία του ύπνου
Το τρίτο χέρι που φέρνει μέσα μας την εποχή των εραστών
Τα μήλα αυτά που στρώνουν καταγής για να περάσει
Ελαφρά θριαμβευτικά το Φθινόπωρο
Πατώντας στα ώριμα κορμιά. Η θλίψη στις ακρογιαλιές
Όταν θολώνουν τα νερά και μεγαλώνουν στον ορίζοντα τα πανιά.

Άραγες θ’ αράξει το καράβι που βλέπουμε
Ή θα περάσει πάλι απαρατήρητο στο σκοτάδι
Μερικές εκατοντάδες οργιές  στ’ ανοιχτά
Χωρίς ν’ ανάψει ούτε ένα τσιγάρο, χωρίς ν’ ακουστεί
Ούτε ένας ψίθυρος στη γέφυρα
Ο καπετάνιος αόρατος, οι άνδρες στα χαρτιά.

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ
Όταν παλεύει ο έσπερος με τις φλογέρες
Όταν ξανά τον Αύγουστο ψυχορραγούν οι μέδουσες
Όταν αρχίζει αλλού κρυφά η τελευταία μας τρικυμία

Όταν γεμίζει ο Αμβρακικός ασπίδες και ναυάγια
Όταν περνάει ο κυρ Βοριάς καβάλα στα κατάρτια
Όταν στην κλίνη σου έριχνε τον ίσκιο της η γη

Όταν ταιριάζει η συννεφιά με τα μαλλιά μας
‘Όταν σωριάζεται νεκρός και ο τελευταίος φρουρός
Όταν τρομάζουν τα πουλιά κι απομακρύνονται

Καθώς μαζεύονται σ’ ένα κορμί οι πιο γενναίες καρδιές
Τώρα που κόπασε η βροχή στα παραθύρια μας
Μέσα στα μάτια της ξυπνούν τα πιο παλιά μας όνειρα

Τόσο βαθιά τόσο βαθιά η κόρη αποκοιμήθηκε
Τόσο βαθιά που δίστασε να πάει μπροστά ο καιρός
Τόσο κοντά που στάθηκε του φεγγαριού ο σφυγμός

Τέτοια στιγμή τη χώρα μας ταράζουν νέοι σεισμοί
Τέτοιο κορμί το πέλαγος δεν είδε πιο γυμνό
Τέτοιο κορμί που αιχμάλωτο κρατούσε η μουσική

Μα κάτω εκεί ένα νόμισμα που φέγγει μες τα δάση
Εκεί που αλλάζει ο αυγερινός κάθε πρωί κρεβάτι
Εκεί που ρίχνει το αυστηρό του βλέμμα ο ήλιος

Κάτω εκεί στις αμμουδιές όπου βογκάει το Αιγαίο
Απ’ το πλευρό που σκίστηκε θανάσιμα η Ελλάδα
Τρέχει νερό που πίνει ο άνεμος όταν διψάσει

Στήθος παλιό παλιό που κάρφωσε η σαΐτα
Πόσο σου μοιάζει ο ωκεανός στα νιάτα του
Πόσο σου μοιάζουν οι βροχές όταν κοιτάζεις κάτω

Το πρόσωπό σου ωρίμασε σιγά-σιγά σαν άστρο
Από τα μάτια μας το μυστικό σου ξέφυγε
Από τα χείλια μας στον κόσμο θα περάσει.

Το βράδυ εκείνο φύτρωσαν τριαντάφυλλα στην άμμο
Μήπως κινδύνευε ξανά στα βράχια η Ανδρομέδα;
Μήπως ξαναζωντάνεψε το κοιμισμένο ηφαίστειο;

Τον ήρωα δεν τον είδαμε ποτέ στα μάτια
Μας πάγωσε από μακριά η τρομερή ομορφιά του
Όταν ο ήλιος έπεφτε απάνω στην ασπίδα

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΜΗΤΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ (άσμα για δύο φωνές)
Δεν άφησε στο διάβα του παράθυρα ο καιρός
Δεν άφησαν τριαντάφυλλα τα χέρια του στη γη
Περνούσαν τα καράβια του στ’ αρχοντικό σου εμπρός

Ο τελευταίος ανάπηρος στη χώρα μας εσύ
Ένας μεγάλος πόλεμος μας πήρε την ψυχή σου
Τώρα στην αμασχάλη σου κοιμούνται οι κεραυνοί

Πέντε χιλιάδες άγγελοι επλάγιασαν μαζί σου
Δεν είναι πια σαν άλλοτε ο κόσμος σταθερός
Οι στίχοι σου τους φόρεσαν εμβλήματα οι εχθροί σου

Στο μέτωπό σου έλαμπε σαν άστρο ο στοχασμός
Δεν μπόρεσε όταν έπεσες η γης να σε δεχθεί
Κι ανάμεσά μας έγειρε την πόρτα του ο καιρός

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι


Δεν υπάρχουν σχόλια: