Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

ΤΕΛΕΙΩΣ ΑΦΕΘΗΚΑ ΚΙ ΕΠΗΓΑ ΣΤΕΣ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΗΣΑΝ (κι ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής):

Τα τύλιξε προσεκτικά με τάξι σε πράσινο πολύτιμο μετάξι. Από ρουμπίνια ρόδα, από μαργαριτάρια κρίνοι, από αμεθύστους μενεξέδες. Ως αυτός τα κρίνει, τα θέλησε, τα βλέπει ωραία, όχι όπως στη φύσι τα είδεν ή τα σπούδασε. Μες στο ταμείον θα τ’ αφήσε, δείγμα της τολμηρής δουλειάς του και ικανής. Στο μαγαζί σαν μπει αγοραστής κανείς βγάζει απ’ τες θήκες άλλα και πουλεί –περίφημα στολίδια- βραχιόλια, αλυσίδες, περιδέραια και δαχτυλίδια!.. Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες!.. Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας κι εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία, ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική! [Κ. Π Καβάφης, Του Μαγαζιού και Όσο Μπορείς από τα Ποιήματα, εκδόσεις Ηριδανός – ART by Santhana Krishnan]


 [Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

ΛΥΣΙΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ ΤΑΦΟΣ
Πλησιέστατα, δεξιά που μπαίνεις στην βιβλιοθήκη
της Βηρυτού θάψαμε το σοφό Λυσία,
γραμματικόν. Ο χώρος κάλλιστα προσήκει.
Τον θέσαμε κοντά σ’ αυτά που θυμάται
ίσως κι εκεί –σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία.
Κι επίσης έτσι από μας θα βλέπεται και θα τιμάται
ο τάφος του, όταν πού περνούμε στα βιβλία.



ΜΑΚΡΥΑ
Θα ’θελα αυτήν την μνήμη να την πω…
Μα έτσι εσβύσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει-
γιατί μακριά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…
Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; η βραδιά…
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια, ήσαν, θαρρώ, μαβιά…
Α ναι, μαβιά, ένα σαπφείρινο μαβί.

ΕΥΡΙΩΝΟΣ ΤΑΦΟΣ
Εις το περίτεχνον αυτό μνημείον,
ολόκληρον εκ λίθου συηνίτου,
που το σκεπάζουν τόσοι μενεξέδες, τόσοι κρίνοι,
είναι θαμένος ο ωραίος Ευρίων.
Παιδί αλεξανδρινό, είκοσι πέντε χρόνων.
Απ’ τον πατέρα του, γενιά παλιά των Μακεδόνων
από αλαβάρχας της μητέρας του η σειρά.
Έκαμε μαθητής του Αριστοκλείτου στην φιλοσοφία,
του Πάρου στα ρητορικά. Στας Θήβας τα ιερά
γράμματα σπούδασε. Του Αρσινοϊτου
νομού συνέγραψε ισορίαν. Αυτό τουλάχιστον θα μείνει.
Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο –την μορφή του,
που ήτανε μια απολλώνια οπτασία.

ΠΟΛΥΕΛΑΙΟΣ
Σε κάμαρη άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι,
και σκεπασμένοι με ολοπράσινα πανιά,
καίει ένας πολυέλαιος ωραίος και κορώνει
και μες τα φλόγα του την καθεμιά πυρώνει
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή.

Μες στην μικρή την κάμαρη, που λάμπει αναμένη
από του πολυελαίου την δυνατή φωτιά,
διόλου συνηθισμένο φως δεν είναι αυτό που βγαίνει.
Γι’ άτολμα σώματα δεν είναι καμωμένη
αυτής της ζέστης η ηδονή

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]


Δεν υπάρχουν σχόλια: