Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

ΚΑΛΑ ΒΡΕ ΑΔΕΛΦΕ ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΕΤΣΙ, ΔΕΝ ΜΑΣ ΒΛΕΠΕΙΣ ΕΠΙΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ (καλώς ορίσατε όλοι σας απόψε στην κατακόκκινη αμηχανία):

Δαγκωματιές τα κύματα μαινόμενα της απριλιάτικης θάλασσας απάνω στα αγριάνθρωπα βράχια. Δίχως ενήλικα μιλήματα μαθαίνουμε καλύτερα την αλήθεια λογχίζοντας τον τρόμο της ζωής μ’ ένα άγραφο βλέμμα, πεισματάρα μαυρίλα στη θλίψη μου πιασμένη στο δόκανο του ενδόμυχου, δεν έβγαλε ποτέ του δόντια ο καιρός μα είναι αμετάπειστος ξυλοκοπώντας ο μεγάλος μαστροπός την ατίθαση αιωνιότητα ‘ λέξη να σου πετύχει / Ζαλώθηκα τους χωρισμούς κι αναπνέω λυπηρά συμπράσματα μην τυραννιέσαι σκίσ’ το γρήγορα το εξώφυλλο της ειμαρμένης, μαράθηκα λέει μόνη της η νύχτα δείχνοντας με το δάχτυλο τ’ αστέρι της πρησμένο, τον ωτακουστή, και μόνη της η μαύρη ξεχειλίζει από χρησμούς υδραργύρου, δεν είναι όπως λένε φόνισσα είναι μονάχα η φιλαρέσκεια του απείρου, θηράματα βοερής απουσίας τα πράγματα τσέπες από τίποτα, γκέμια γερά του Φαέθωνα οι αόρατες κλωστές των σωματιδίων ένα τέτοιο πλήγιασμα στην υπεξαίρεση του πειράματος, η αιμόφυρτη σφαδάζει επιδερμίδα / βάραθρα που ανοίγουν έρημα οι νηφάλιες κι αδίκαστες μαχαιριές…/ το μαθηματικό μας μονόπραχτο. Κι όμως εγώ χαιρόμουνα την αναστάτωση κλονίζοντας την κοπριά της αγωνίας που θέλει κάποτε να ευνουχίσει την άνθηση για να μην επανέλθει / κανένας τίποτα δεν καταβροχθίζει, ματαιοπονία / Ο κύκλος είναι λυτρωτής εξολοθρεύει την κακούργα αιτιότητα ο κύκλος τριχιά στο λαιμούδι του φιλόσοφου δυόσμος στα ρουθούνια του φωτισμένου διανύοντας υποδιαιρέσεις πικραινόμουνα δεκάδες απογεύματα, δεκάδες γοερά τηλεφωνήματα οι αναρίθμητες γόπες απ’ τα τσιγάρα στους επαιρόμενους καταρράχτες τα στομφώδη νερά της γεωγραφίας καθημαγμένη κι ανώνυμη μέλισσα στα χώματα… Ο φριχτός εφιάλτης θεραπεύει τις οκάδες. Εωσφόρος και Έσπερος τα ενώτια του Ερέβους – χαλάρωση, χαλάρωση…  (Η ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – ART by anna silivonchik paintings)



17 ΙΟΥΛΙΟΥ 1979
Μακρινός ο ήχος απ’ τα πένθη
στο ακόρεστο ξέφωτο που οδεύουμε
τόσο λεπτή σαν κλωστούλα φυσαρμόνικα
στα σαρκώδη χείλη της βραδιάς η απουσία
ξετινάζοντας
όνειρα πρησκόμενα
κι αγιάτρευτα.
Είμαι πικρός κι επώδυνος
από αρχαϊκότητα
ωσάν το στρουθί που ραμφίζει
τα μικρά του ευρήματα
Είμαι σήμερα κλειδωμένος στην ευτυχία.
Τη μουσική μου δεν τη θέλω πια
σας τη χαρίζω.

LAHOUT
Αναδεύουμε κατάλοιπα της μυθιστορίας
ποίμνιο από φυσαλίδες τα νοήματά μας
κι ο ποιμένας
κανένας.
Ενορία μου δεν σ’ έχω πια στην καρδιά μου.
Συνέχεια αιμορραγεί το Άπειρο κριθαρένιο
κι η ποίηση όλο κι όλο
η σφιχτή εξάρτηση της υγείας μου.
Χαράχθηκαν ένα-ένα τώρα στου πόνου μου το κρατίδιο
τα βαρβαρικά μου δάκρυα.
Η ώρα είναι ένατη κι αχνοτρέμει η αδειοσύνη
μεροκαματιάρηδες  οι άνεμοι αλφαδιάζουν ορίζοντες
εδάφια με κρέας απ’ το ευαγγέλιο η οσμή τους
καθαγιάζει πάντοτε
τις αναφαίρετες γιορτάδες
κι η αγωνία μου παγκοσμίου φήμης παγιδεύοντας
τα ξυπνητά μου ονειρώδη
νωθρότητα με δίχως ναργιλέδες.
Το μπόλι της αγάπης δεν το δέχθηκε ο κόσμος
υστέρημα η Άνοιξη
ανύπαρχτο πουγγί
μπλόφα χοντρή η Άνοιξη το θαλασσί
εγγύηση χωρίς εγγυητή.
Καλά βρε αδελφέ μην κάνεις έτσι, δε μας βλέπεις;
Επισκευάζουμε τώρα την κοσμοθεωρία.

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΠΩΣ ΑΡΠΑΧΤΙΚΑ
Θα προκαλέσουμε συγκινήσεις ή θα συνθέσουμε λογισμούς; Αδιάφορο. βρισκόμαστε πάντα στην αντίφαση: την ακρόπολη της λογικής. Πρέπει να χαιρόμαστε στο ανοιξιάτικο ύψος της Μεγάλης Τετάρτης τη γλυκιά μελανότητα. Να λοιπόν ένα συμμέτοχο σκουλήκι. Προέλευση και απόληξη-: δυο πελώριες ηλιθιότητες. Τι να προσθέσουμε την ώρα τούτη στο συγκεκριμένο σκουλήκι; Να προσθέσουμε άραγε το θάνατό του; Τι ναν τον κάνει; Ναν το ξέρεις άλλωστε-: χειρότερος απ’ όλους τους δρόμους το αυτοσυναίσθημα. Στου στήθους θα ’λεγα την απανωσιά, στου νου τη βάρβαρη σοροκάδα. Μικρή πατουλιά – μεγάλος λαγός η φεύγουσα αλήθεια. Ταμείο της φωνασκίας ο άνεμος, τους ποιητάδες νοσηλεύει. Χάνομαι στα πορτοκαλιά ματογυάλια. Κάτσε στ’ αυγά σου κι ας’ τονε στην τρέλα του τον κάθε μουχλιασμένο επαναστάτη – να επωάζει του μέλλοντος τη διαφάνεια σαν πάπια με γαμήλιο πτέρωμα. Για πάρε λιγάκι το μονοπάτι. Σαν ν’ ακούω κάτι βήματα. Να ’ναι κάποιος; Όχι, δεν είναι ξυλοκόπος, είναι ο Διάπυρος, αυτός που λευκαίνει το αίμα του στα νερένια προσκυνητάρια: τα ρυάκια θυμούμενος αδιάκοπα τις απόκοτες ομορφάδες απάνω σ’ ένα μεταξωτό δευτερόλεπτο Βιαστική εξουσία του Πλήθους και ίσως η πράσινη του Φεδερίκο νύχτα, όπου την έχει ασβεστώσει το θνησιμαίο φεγγάρι. Για να τηράξουμε λοιπόν εμείς οι ενεοί την άλγεβρα της τρυφερότητας με άλλα μάτια. Να διακηρύξουμε τα ορατά δικαιώματα της νυχτοσύνης αντίκρυ στην οντολογική της ημέρας επισημότητα. Για να ιδούμε, πούθε κλάνει η κότα; Να φανερώσουμε άχραντοι πώς νιώθουμε την υπόσταση να στεγάζεται κάτω απ’ τα ομοιοκατάληκτα βλέφαρα… Μα εσένα  ποιοιείναι τώρα το ποσοστό σου στο μυστήριο; Μήπως εκείνο το κίτρινο φελονάκι της φιλέρημης γαζίας; Το αρνί που φεύγει το μπουλούκι-: ή του λύκου ή του μαχαιριού. Δεν έχει άλλη διαζευκτικότητα. Κι αποπάνω σεληνόφωτο καταυγάζει τυχαίως αλογίσια μεγάλα κόκαλα. Δίπλα τους ακατάδεκτος θάμνος. Αυτά τα κόκκαλα ωσάν απόρρητα δώρα στην Περσεφόνη. Κι αποθυμήθηκα να ’ναι ακανόνιστο στην έκταση το χώμα. Η ορφική κατάρτιση του σκούληκα δίχως τη σκέψη κι ο θαυμαστής της ολότητας, ο αγέρας, την ώρα τούτη βοριάς μαχαιροβγάλτης. Ένα καλοσαπουνισμένο εγώ, είναι εκείνο που θα ’λεγα-: το πιο βρόμικο πράμα.

ΛΥΧΝΑΡΑΚΙ ΣΤΟ ΑΠΕΡΙΝΟΗΤΟ
Να μην τα ’βλεπα αυτά τα αιματωμένα κι ασάλευτα κυνήγια
η γκόμενα του έαρος Αρτέμιδα δεν κάνει σαββατιάτικη πολιτική
καταλάμπει φιλήδονα τα ψεύτικα φλουριά της αντηλιάς μου
τα ανταλλάζει με γλυκιά φθαρτότητα μεσημεράκι
καθώς ο χρόνος είναι μάρτυρας πως έσεται η μαύρη νύχτα
όπου φιμώθηκε από Εφτά Μελλούμενα της λάμψεως ο τρίποδας
του βύσσινου Φωτός ο ανθηρότατος γιόκας
το στόμα του δεν ξανοίγει πια στις αγέλαστες Φαιδρυάδες.
Μαλαματένια όσφρηση του λάγνου φεγγαριού στους γιασεμόκηπους
καλώς ορίσατε όλοι σας απόψε στην κατακόκκινη αμηχανία.
Εγώ ετοιμάζω σιγά-σιγά τα τελευταία μου αστραπόβροντα.
Σαν βγεις στον πηγαιμό για το ρυάκι
να μην εύχεσαι τίποτα
μονάχα το νεράκι να ξαναδοξάζεις.

ΤΑΥΤΟΦΩΝΙΑ
Χρείες του κόσμου χρείες της ζωής τα κελαηδήματα.
Κυνηγόσκυλο είναι ο ήλιος ‘η μακελειό από υδρογόνο;
Τρίτος στίχος δεν υπάρχει.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος…


Δεν υπάρχουν σχόλια: