Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΡΑ ΧΤΥΠΑΩ ΤΟΝ ΤΟΙΧΟ, ΜΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑΕΙ (όμως εγώ ξέρω πως πίσω απ’ τον τοίχο είναι ο θεός. Γιατί μόνον εκείνος δεν απαντάει):

Είχαν όλοι κοιμηθεί, παραμέρισα το παλιό ερμάρι και κατέβηκα, κανείς δεν ήξερε αυτή τη μυστική σκάλα στο σπίτι, μόνο η μισοπάλαβη υπηρέτρια όταν στέκονταν εκεί κοντά, άρχιζε, χωρίς λόγο, να κλαίει, κι ύστερα ήταν ο δρόμος έρημος, πλάι μου ερχόταν μια γυναίκα κουτσαίνοντας, και πιο εκεί δεν είχαμε τίποτα, στο λόφο ήταν μαζεμένοι, αποβράσματα λογής-λογής, μεθύστακες, λιποτάχτες, «Κύριε, του λέω, κάνε ένα θαύμα να σ’ αναγνωρίσουμε» «πήγαινε κι αμάρτανε, μου λέει είναι αργά» κι ένιωσα τη δύναμη που συγχωρεί και που κάνει την άρπα να παίζει μόνη της πλάι στον άνθρωπο που χάνεται, από μακριά ακούγαμε κιόλας τις πυρκαγιές που τριζοβολούσαν, κι όταν έμαθα πως άρχισε η εξέγερση, βάλθηκα να χτυπάω τον τοίχο, ώσπου οι σοβάδες έπεσαν μ’ ένα ξερό κρότο, αφήνοντας να φανεί το αμάξι που περίμενε, ακριβώς την ώρα που ο πατέρας ανέβαζε τις βαλίτσες, η μητέρα στέκονταν στη σκιά, με μια βεντάλια, νιόνυφη, «να μου προσέχεις τη μητέρα» του λέω, μα ο πατέρας δεν μ’ άκουσε, καθόταν πίσω από τα τζάμια του νοσοκομείου, γέρος, κι η μητέρα έκλαιγε που δεν τον πρόφτασε ζωντανό – ύστερα έκλεισαν την πόρτα του αμαξιού και ξεκίνησαν για το γαμήλιο ταξίδι. [ΓΑΜΗΛΙΟ ΤΑΞΙΔΙ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ, από την ενότητα Μικρές Ιστορίες 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by Chihanou Shiota]


ΤΑ ΣΦΑΓΕΙΑ (από τις Μικρές Ιστορίες του Νυχτερινού Επισκέπτη)
Ο κατηγορούμενος ήταν ένα φτωχό, λιγδωμένο γκαρσόνι «γιατί έφτυνες στο κονιάκ;» τον ρώταγαν, «πρέπει να ζήσω κι εγώ» έλεγε εκείνος, είχαν φέρει κι έναν ψευδομάρτυρα, σκεπασμένον από πάνω ως κάτω, «αχρείε, σε γνώρισα, του λέω, είσαι εσύ που δε μ’ άφησες ν’ ανέβω» «καλύτερα μου λέει, γιατί αν τον συναντήσεις στη σκάλα, τότε τι θα κάνεις;» κι ο περίεργος άνθρωπος ξαναστάθηκε απέξω, εκεί που σφάζαν τα ζώα, «πες τα όλα» του φώναζαν κι άρχισε να διηγείται για μια επίσκεψη, και πώς του έπεσε το καπέλο απ’ τις σκάλες, μπροστά σε όλους, «εκείνοι γελούσαν, έλεγε, μα εγώ όπως έσκυψα να το πιάσω είδα τα πόδια του Κυρίου»,
κι όταν περασμένα μεσάνυχτα, φέρανε τους καινούργιους, άσε, είπα μέσα μου, μην τους το πεις, θα το μάθουν γρήγορα μόνοι τους…

Ο ΑΘΩΟΣ (από τις Μικρές Ιστορίες του Νυχτερινού Επισκέπτη)
Το σπίτι ήταν έρημο, το έβαφαν και μόλις είχαν φύγει οι ελαιοχρωματιστές, κάποιος καθόταν στο πάτωμα και μοίραζε αδιάκοπα τα χαρτιά, «με κλέβει» μου λέει και μου ’δειξε αντίκρυ μες στη σκιά, πιο εκεί έστεκε η Μαρία φοβισμένη, «κι αυτό το σπλαχνικό φως που πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν είναι απόδειξη της μοιχείας;» φώναξε ο Ιωσήφ, καθώς αργότερα μπήκαμε στο μπαρ, άναβαν τα φώτα, πίσω απ’ το τζάμι καθόταν ο θλιμμένος μουσικός, «δεν ξέρω να παίζω, μου λέει, αλλά το κάνω γι’ αυτόν» και μου ’δειξε τον ετοιμοθάνατο, ο διάδρομος ήταν σκοτεινός, ακουμπισμένοι στον τοίχο περιμέναμε τη σειρά μας κι όταν ύστερα μ’ άρπαξαν απ’ το γιακά και με πέταξαν στην πάροδο, «εγώ, τους λέω, δεν είμαι ικανός για έγκλημα, ορίστε η απόδειξη», τράβηξα το σεντόνι και τους έδειξα το σκοτεινό κυπαρίσσι, «μ’ αυτό, τους λέω, έζησα – τι να τους κάνω τους άλλους».

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Έφυγε ξαφνικά μια μέρα του φθινοπώρου, πάνω στο τραπέζι είχε αφήσει ένα γράμμα, «μη με διώξεις» έγραφε, και μιλούσε για ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τα φώτα ήταν όλα αναμμένα στο σπίτι, για να μην καταλάβω πως, ίσως δεν είχε έρθει ποτέ, ενώ πλάι στο γράμμα είχε ακουμπήσει το μυστήριο του θανάτου του, που οι αράχνες το ’χαν κιόλας σκεπάσει, «πώς με βρήκες, μου λέει, εγώ δεν υπήρξα», «γι’ αυτό» του λέω, κι ήταν σαν να ’χαμε γεννηθεί και μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, που έτρεχε μες το ανατρίχιασμα των δρόμων,
μα ούτε και μπορούσα να παλέψω μ’ αυτήν την πρόσοψη του σπιτιού, που οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ το αίμα μου, μες στο σκοτάδι της νύχτας.

Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Μέσα σ’ όλα αυτά υπήρχε κάτι σκοτεινό και διφορούμενο, μια ρωγμή που μόλις διακρινόταν στον τοίχο, και συχνά καθόμουν στ’ ανοιχτό παράθυρο, ώσπου η νύχτα μ’ έτρωγε σιγά-σιγά, κι έμενε εκείνο το ελάχιστο, που μόνο κανείς μ’ αυτό ανεβαίνει, έξω η ησυχία και οι ανεπαίσθητοι υπαινιγμοί από αιώνιες συνομιλίες, ο χωρικός περνούσε με τα χοντά του ξυλοπάπουτσα, και τότε ένιωθα πως όλα έγιναν κι εγώ ακολουθούσα μόνο από μακριά κι έμπαινα από δωμάτιο σε δωμάτιο, να βρω ποιος ζει τη ζωή μου, μα πιο πολύ με τρόμαξε η ωχρότητα του γιατρού, και λέω γιατρού, γιατί δεν υπήρχε κανένας άρρωστος, μόνο η ταπεινή αφοσίωσή μου, «ναι, γιατρέ, του λέω, κανείς δεν λείπει, κανείς ποτέ δεν έλειψε», και, μάρτυς μου ο Θεός, εκείνη τη στιγμή στο βάθος της κάμαρας ξαναπέρασε η οπτασία.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Όπως κι αν ήταν, σ’ αυτό το πένθιμο σπίτι ήμουν ο τελευταίος απ’ τους υπηρέτες, αυτός που είχε γνωρίσει κάτω απ’ τη σκάλα τον άλλον οικοδεσπότη, το ξύπνημα όμως ήταν εντελώς διαφορετικό, έπρεπε να προσέχω τις άρρωστες γριές, που νέες, τότε, ορκιζόντουσαν να πεθάνουν νωρίς, και τα δένδρα είχαν ακούσει τόσα ερωτικά λόγια, που καμιά φορά τη νύχτα προχωρούσαν αλλιώς μέσα στον κήπο, και λέγοντας όλα, δεν ήταν παρά εκείνη η νύχτα που ακούμπησα το προσωπείο πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα στους ξένους, σαν να ’ταν να ζήσω κι άλλη φορά, εκείνοι ακίνητοι με κοίταζαν να κατεβαίνω, γιατί δεν είχα άλλη διέξοδο παρά μόνο το χαλί, που το δίπλωσα αργά-αργά και με τέτοιο τρόπο, που να μη φανεί το χειρότερο.
Κι ενώ όλοι απαιτούσαν μιαν άμεση απάντηση, εγώ τους άφηνα στην πλάνη τους, που ήταν η μόνη μουσική…

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δεν υπάρχουν σχόλια: