Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ΟΛΟΙ ΔΙΨΑΝΕ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ. ΟΛΟΙ ΜΑΣΑΝΕ ΜΙΑ ΜΠΟΥΚΙΑ ΟΥΡΑΝΟ ΠΑΝΟΥ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΙΚΡΑ ΤΟΥΣ

Αυτά τα δένδρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγε στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στο φως τις οργανές ελιές του και τα’ αμπέλια του, σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο!.. Μαρμάρωσαν τα δένδρα, τα ποτάμια και οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου. Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκίνα. Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό. Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνω απ’ την πίκρα τους. Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια, μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα [κι άλλα αποσπάσματα από την ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ του Γιάννη Ρίτσου]




ΟΤΑΝ ΣΦΙΓΓΟΥΝ ΤΟ ΧΕΡΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (αποσπάσματα από την 1η Ενότητα)
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσ’ απ’ τα άγρια
γένια τους.
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με
            ταμπούρλα.
Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κι η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο που βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα

ΔΕΝΔΡΟ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ, ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΠΕΡΑΣΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (αποσπάσματα από την 4η Ενότητα)
Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο,
στον ώμο του κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Από δω πέρασε  ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα,
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγρυπνο γκόρτσι,
με τον άμμο του φεγγαριού  μες στις χοντρές αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ’ αυτιά τους.

Δένδρο το δένδρο, πέτρα την πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δένδρα,
κι όταν χόρευαν στην πλατεία, μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδουνίζανε τα γυαλικά στα ράφια.

Α, τι τραγούδι τραγουδάνε τα κορφοβούνια =
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν τα αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να ’σπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες τη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ο ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Το χώμα τούτο που μοσχοβολούσε τα χαράματα,
το χώμα που ήτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πώς μύριζε το χώμα-
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ’ αμπέλια μας,
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δένδρα –
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα
κι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα,
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός,
και τούτοι μες τα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτω απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σχοινί –προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.

Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΧΕΙ ΕΦΤΑ ΟΡΦΑΝΑ ΑΠΟΚΟΙΜΙΣΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ (αποσπάσματα από την 7η Ενότητα)
Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλή που τα τσιμπολογούν οι κότες.
Τα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.

Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα και η φωνή του φετινού τζίτζικα,
στα σκίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σαν σκυλί αμίλητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί –τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στον χωματένιο ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες,
τα  βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Είναι μια σιγαλιά από αχλάδια που αυγαταίνουνε στα σκέλια του καλοκαιριού,
μια νύστα από νερό που όλο χαζεύει μες στης χαρουπιάς τις ρίζες
η άνοιξη έχει εφτά ορφανά αποκοιμισμένα στην ποδιά της,
έναν αητό μισοπεθαμένο στα μάτια της,
κι εκεί ψηλά, πίσω από το πευκόδασο,
στεγνώνει το ξωκλήσι του Αι-Γιαννιού του Νηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο μουριάς που την ξερνάει η κάψα.

Ετούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού του ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βαλανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους
με το κουπί που πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Ελλήσποντου.

Δεν χρειάζεται να θυμηθείς. Η φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου, το ίδιο και το σπερδούκλι του νησιού κη η κάππαρη.
Το αμίλητο πηγάδι από βαθιά ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι άσπρο άνεμο,
μια στρογγυλή φωνή σαν τα παλιά πιθάρια, - η ίδια η πανάρχαιη φωνή,
κι ο ουρανός ξεπλένει με λουλάκι τα λιθάρια και τα μάτια μας.

Την πάσα νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει στα χωράφια τους μεγάλους σκοτωμένους,
ψάχνει τα πρόσωπά τους με άγρια, παγωμένα δάχτυλα
να βρει τον γιο του απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνεις τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρει. Κάτι βρίσκουμε.
Ένα φυλαχτό με τίμιο ξύλο. Ένα τσιγάρο στραπατσαρισμένο.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά.
Κουρντίζουμε και πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.
Όταν μεθαύριο λιώσουνε τα ρούχα τους
και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια του ουρανού ανάμεσα από τα καλοκαιριάτικα άστρα
έτσι που μένει το ποτάμι ανάμεσα στις ροδοδάφνες
έτσι που πάει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές στο έμπα της άνοιξης,
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το φωνάξουμε: αγαπάω.

Τότε. Μα πάλι αυτά τα πράγματα είναι σαν πολύ μακρινά,
είναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενιτεμένου όταν γυρνάει στο πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουν μήτε οι δικοί του,
γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο
κι έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Αύριο, λέει. Κι είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.

Και να την ώρα πια που το φεγγάρι τον φιλάει σιμά στ’ αυτί με κάποια στεναχώρια,
τα φύκια, οι γλάστρα, το σκαμνί κι η πέτρινη ανεμόσκαλα το λένε καλησπέρα
και τα βουνά κι οι θάλασσες κι οι πολιτείες κι ο ουρανός του λένε καλησπέρα
και τότε πια τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ του μπαλκονιού τα κάγκελα
μπορεί να κλάψει απ’ τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει απ’ τη σιγουριά των δένδρων και των άστρων και των αδελφών του

Η Ρωμιοσύνη (γραμμένη το 1945-47 και τυπωμένη πρώτη φορά το 1954  είναι μια μεγάλη ποιητική σύνθεση χωρισμένη σε επτά μέρη-ενότητες. Στη σύνθεση αυτή ο ποιητής, συνδέοντας με τρόπο προσωπικό διάφορα στοιχεία της ιστορικής παράδοσης και ποικίλους εκφραστικούς τρόπους, μας δίνει ανάγλυφη τη μορφή της Ελλάδας και των ανθρώπων της στον αδιάκοπο αγώνα τους για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρωπιά.

 «Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: