Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΓΔΥΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ, ΚΑΤΑΡΤΙΑ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΔΡΟΜΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΑΠ’ Τ’ ΑΣΤΡΑ:

Κάποτε μεσ’ απ’ το σύννεφο βγαίνει ένα πουλί περνάει πάνω απ’ τα σπίτια και κατεβαίνει στην πόλη, άλλοτε χρόνια έμεινε φυλακισμένο μεσ’ στο φεγγάρι γι’ αυτό κι είναι πολύ πικραμένο πολύ λαμπερό μ’ ένα μεγάλο μονάχα όμορφο γυναικείο μάτι. Μεσ’ απ’ το σύννεφο κατεβαίνει μεσ’ στη βροχή, περνάει σα φάντασμα πάνω απ’ τα σπίτια στους δρόμους το κράζουν πουλί πουλί της βροχής δεν στέκεται πουθενά γιατί αν σταθεί χιλιάδες σκορπισμένα δάχτυλα το δείχνουν γιατί είναι ένα πουλί σκληρό που βάφτηκε με αίμα π’ αγριεμένο στην πόλη κατεβαίνει με τη βροχή κι ένα πανέμορφο έχει γυναικείο μάτι… Γι’ αυτό και οι γυναίκες ταράζονται μόλις το δουν άλλες όμως το κρύβουν μεσ’ στους καθρέφτες τους, άλλες το κρύβουν σε βαθιά συρτάρια κι άλλες βαθιά μες στο σώμα τους έτσι δε φαίνεται, δεν το βλέπουν οι άνδρες που τις χαϊδεύουν το βράδυ ούτε το πρωί σαν ντύνονται μπροστά στον καθρέφτη δεν το βλέπουν γιατί είναι ένα πουλί πολύ πικρό πολύ λαμπερό πολύ φοβισμένο [ΚΑΠΟΤΕ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948 – ART by Robert Dowling Painting]



Η ΠΟΡΤΑ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Η πόρτα που άνοιξες με τόσο πάθος
άνοιξε στο θάνατο
και δεν μπορούν να τον σκεπάσουν
τα ζαχαρένια μάγουλα του κοριτσιού
πίσω απ’ την πόρτα
πίσω απ’ την πόρτα το κορίτσι γδύνεται στον άνεμο
τα κυπαρίσσια ψιθυρίζουνε μια προσευχή χιονιού
βογγάει λυγάει τα κλαδιά ο βοριάς ο μαύρος
οι ξυλοκόποι χάθηκαν στη θάλασσα
χλωμά καΐκια κατέβασαν τις σημαίες τους
σάλπιγγες στο βυθό σημάνανε το τέλος
ενώ στο λιμάνι βγαίνουν κυριακάτικο περίπατο
γυναίκες μες στα μαύρα σέρνουν τ’ αγόρια τους
πεταλωτές παιδεύουνε τ’ άμοιρα τ’ άλογά τους
άγριες λατέρνες μαχαιρώνουνε τα ντέφια τους
παιδιά πουλάνε κοκοράκια κόκκινα σα χιόνι
καράβια και πουλιά σφυρίζουν φεύγουνε
κατάρτια ανοίγουν δρόμο ανάμεσα από τα άστρα
η πόρτα που άνοιξες με προσοχή
έχει άλλες χίλιες πόρτες πίσω της
πίσω από κάθε μία και μια κραυγή
πίσω από κάθε μια κι ένα στητό κορίτσι.

ΥΔΡΑ
Το αίμα μου το κρέμασαν πάνω στα κλαδιά
το αίμα μου το ρίξαν μες τη θάλασσα
τ’ άγρια λουλούδια τα βαμμένα δόντια τα πικρά φιλιά
τα ψάρια τα καράβια μεσ’ στη θάλασσα
μέσα στο αίμα το δικό μου χτίσαν τη φωλιά
από το αίμα το δικό μου βάψαν τα πανιά
από το αίμα το δικό μου πέταξαν φτερά
όλα τα φοβερά πουλιά μέσα στη θάλασσα.

Η ΜΑΧΗ
Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου
στα μπαλκόνια βοηθούσες τους αρρώστους
να κατεβαίνουν
με τα μεγάλα μάτια τα λιγνά τους πόδια τα λουλούδια τους
ενώ τριγύρω από τα σκοτεινά παράθυρα
όλοι πυροβολούσαν

Άπλωνες όλο άπλωνες το βήμα σου
όπου ψηλά βουνά κι όπου μεγάλοι δρόμοι
μεγάλοι δρόμοι με φωτιές και με περίστροφα
μ’ ένα φτωχό που μοίραζε βίους αγίων
με μια τσιγγάνα που ’θελε παράφορα ένα αυγό
να κάνει μέσα του την πλάση να στενάζει

Άπλωνες όλο άπλωνες το βήμα σου
και μέσα στη βροχή στεκόταν Προσοχή
ο κρεμασμένος
με τα χρυσά σιρίτια το βιολί και το μαντίλι του
με δέκα σύννεφα από λάσπη στην καρδιά του
κι από τη λάσπη παίρναν τα μικρά παιδιά
και χτίζαν δέκα πολιτείες ονείρου

Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου
κι οι άρρωστοι τώρα είχαν χαθεί κάτω στους δρόμους
με τα μεγάλα μάτια τα λιγνά τους πόδια τα τραγούδια τους
ενώ τριγύρω από τα σκοτεινά παράθυρα
όλοι πυροβολούσαν.

Ο ΛΗΣΤΗΣ
Ο κρότος των άστρων ψηλά
και κάτω η πράσινη χλόη
κι ένας ηλεκτρικός πετεινός σιδερένιος
βγάζει φλόγες
το ρολόι σταματάει μεσ’ στα σύννεφα
στην πόρτα ο ληστής
ο πάνθηρ
με το μακρύ κοντάρι
με τα μακριά μαλλιά
σαν αρχαία γυναίκα
μ’ ένα αυγό ματωμένο στο χέρι
γύρω-γύρω τα κάγκελα το γιασεμί
η σκιά του φεγγαριού
η σκιά των δοντιών μέσα στο αίμα
η λάσπη
ο σταυρός
το ρολόι μετράει
το ρολόι δεν ζει
κι η φωνή της ακούγεται σκοτεινή
η καρδιά της κοχλάζει
σαν παλιό κρασί ξεχασμένο
βαθιά
σαράντα σκάλες
το ρολόι μετράει
σαράντα
σαράντα ημέρες
και σαράντα χρόνια
το ρολόι δεν ζει

ΛΑΖΑΡΟΣ
«Είναι όλα νέα σήμερον
έτος δωρήματα ελπίδες
και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

Βροχή μεσ’ στις στοές βροχή
χαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνητα
με παγωμένα πόδια
για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου
Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
σου κάνουν έναν τόπο μακρινό
ένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνες
ένα λιβάδι τρομερό
σήκω απ’ το κρεβάτι Λάζαρε
Λάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέ
Λάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξης
γίνε σκουλαρίκι γίνε σίφουνας
αγάπησε τη ζωή.

«Είναι όλα νέα σήμερον»
για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες
«και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Εργοστάσιο εργοστάσιο
νύχτας και φωτιάς
με ήλιους μεγάλους από τριαντάφυλλα
πυροσβεστικές σκάλες
λεύκες-φαντάσματα με κόκκινα φύλλα
πουλιά απελπισμένα δεμένα με σκληρές
άσπρες κλωστές
φριχτά παιχνίδια.

Η νύφη
χαμογελάει
με λεκιασμένο μπράτσο
με ραγισμένο χέρι
με τα βαμμένα νύχια
στην προκυμαία πλάι-πλάι το βαπόρι
και παρακάτω η τρικυμία
και παρακάτω ο πνιγμένος

Αυτός Εκείνη

Τα κουρασμένα τ’ άλογα πλάι στη βρύση
η δίψα
κι ακόμα παραπάνω από τη δίψα

Ο Ποιητής

Είχε  τους κήπους του κρυμμένους μεσ’ στο στόμα του
που κάηκε και γέμισε καπνούς τη χώρα

Εργοστάσιο εργοστάσιο
φρίκης και φωτιάς

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Δεν υπάρχουν σχόλια: