Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΩΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΙΜΟΠΤΥΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ (… και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα, ούτε επιστροφή να πιάσουμε):

Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία, ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ’ άδεια λατομεία,
όπου η βροχή της χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη λασπώνει τα μάτια με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών. Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς να αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια να για δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας –κλειδί των φεγγαριών.
Τη νύχτα αναζητήσαμε –κι αυτή μας πλημμυρά, ποθήσαμε τη σιωπή –μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:
Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες, δεν μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε –κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη –κι εκείνη στα παιδιά της. Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε, ήμασταν άνθρωποι πολύ, άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης, άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις, άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί!.. [επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη Παλιοί Κήποι – ART by KHM Orangen]




ΔΑΚΡΥΣΕΣ…
Δάκρυσες – κι έβρεχε όλη μέρα
ξεχείλισαν οι στέρνες και τα λούκια
λάσπωσαν γλάστρες, λάσπωσαν μπουμπούκια
και των ματιών μου λίγο η ξέρα.

Απ’ των χεριών σου την βεντάλια
το φως ανόρεχτα λιποταχτούσε.
Πώς θέλαμε η πόρτα να χτυπούσε
να στρίβαμε ίδια τα κεφάλια…

Πριν μας αγιάσει το άρωμά σου
μας πήραν τη γιορτή, την πήραν ίσκιοι
κι όταν αργά των αστεριών οι μίσχοι
άρχισαν να λυγούν προς την καρδιά σου

τρόμαξα. Τι μας πέθανε εδώ μέσα;
κι ευθύς το φως σηκώθηκα ν’ ανάψω
ώρες πολέμαα κάτι να σου γράψω
Δάκρυσες – κι έβρεχε όλη μέρα…

Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ
Μακριά, η ζωή. Κι εδώ, ραγισματιά πάνω στη θλίψη,
άμμος εδώ ανακατεμένη με σκουριά των ουρανών,
κούραση θάλασσας πικρή, σωροί αγρύπνιας των ουρανών
γυμνό η αγάπη μας σπαθί κι ο πόνος δίχως τύψη.

Σάπια καράβια τραβηγμένα πέρα από το χρόνο,
πέρα απ’ την εγκατάλειψη, να μας αδειάζουν τη ματιά
και σε κατάστρωμα σκιών σκίζει η βροχή τη μοναξιά
-φωνή, που μας γεφύρωσες τη νιότη με τον πόνο!..

Νύχτα είναι και καπνιά μες στον καρπό της νοσταλγίας.
«Περίμενε»! είπε, κι ήτανε το πρόσωπό της φως κεριού,
πυρπολημένη απόγνωση κάποιου χαμόγελου πικρού,
και τα μαλλιά της έπεφταν κρουνοί μελαγχολίας

στη στέρνα του οίκτου, σπάζοντας σε σιωπές κι αστέρια.
«Χρόνια και χρόνια πίναμε καφέ σε χείλη πηγαδιού
στραγγίζοντας τους δρόμους μας σε τάσι ολάσπρου φεγγαριού
πες μου, λοιπόν, ποια να ’ναι αυτή, που θα ’δενε τα χέρια

γύρω απ’ το χθες και το αύριο, στεφάνι στην καρδιά σου;»
-«Πικρό δαφνόφυλλο τη σκέψη μου στα δόντια μου μασώ,
δωσ’ μου το χέρι σου, όμορφη, κι εγώ τη μοίρα μου θα πω:
Να δαχτυλίδια οι τροπικοί της γης στα δάχτυλά σου,

να, οι εποχές οι ανήξερες, που απ’ το όνειρο φλεβίζουν,
να, η χούφτα σου η ολόχρυση γούρνα με τις νεκρές στιγμές,
να τος κι ο δρόμος της χαράς, που ξεψυχάει προς το χθες,
να, οι χωρισμοί, που αρμόζουνε σε μας και μας ορίζουν»

-«Τα χείλια μας λειψά είναι απ’ το φιλί της ευτυχίας
κι ωστόσο για ν’ αγιάσουνε τραγούδια νέα θα μπορούν.
Ξέρω τη μοίρα μου, τη λεν τ’ άστρα στο νότο όταν γκρεμνούν.
Τράβηξε το ξερόφυλλο της ματαιοδοξίας…»

Παρένθεση φθινόπωρου έκλεισε τ’ όνομά μας,
τα μάτια μας θησαύρισαν τα μάτια μας με προσμονή,
τα χέρια μας γεμίσανε τα χέρια μας με σιωπή,
τα βήματά μας θάφτηκαν κάτω απ’ τα βήματά μας

κι οι βλεφαρίδες μάκρυναν του πόθου το ταξίδι.
Σταγόνα νιότης σκόρπισες σ’ ένα μαντίλι απαντοχή,
ορόσημο του πάθους μας ναυάγησες μες στη βροχή,
σ’ έκοψε χρώμα ανάμνησης ο ορίζοντας λεπίδι.

-«Περίμενα, είπα κι άκουσα η δειλία να βουίζει,
τυλίξου τώρα στο μανδύα των ουρανών»
βρέχει το σύννεφο του ατέλειωτου φτερά χελιδονιών
στο τρομαγμένο διάστημα, τα χέρια ως μας χωρίζει.

«Θα σε θυμάμαι, στοχασμό, δάκρυ ή ανατριχίλα
στο παραμίλημα του χθες, στης νέας ελπίδας το παλμό,
φούσκωσε, φούσκωσε η καρδιά μου απ’ της ζωής το στεναγμό,
όπως απ’ την παλιά βροχή φουσκώνουνε τα ξύλα»

… Μακριά, η ζωή. Κι εδώ, η βουή απ’ τα μάτια τα φευγάτα.
Πάνω στη θλίψη ράγισμα και κάτω η άμμος να μετρά
τα βήματα, τα αισθήματα. .. Μια αξέχαστη βραδιά
δυο ανθρώποι είδαν τις μοίρες τους, μα χώρισαν για πάντα.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ Μ.
Θλίψη παλιάς νοτιάς, της νιότης πικραγκάθι,
ζητάς με νέους χυμούς οδύνης να μας θρέψεις.
Έχουμε οργώσει τα τοπία μας με σκέψεις
να βρούμε της ζωής το κατακάθι.

Μην κλαις. Μουσκεύει η ανάμνηση, σκουριάζει η πόρτα,
στις δεκαεφτά πτυχές του ανέμου μας γυρεύουν
τα πεθαμένα καλοκαίρια και σαλεύουν
παράξενα στη μνήμη μας τα χόρτα.

Καίνε στις χούφτες μας ταξίδια τα χαλίκια
καθώς πετροβολάμε το αύριο μ’ ελπίδες
πηδούν νεκρές χαρές στα μάτια μας οι ακρίδες
κι ολημερίς φωνάζουν τα τζιτζίκια

στο κοιμητήρι που γαλάζια μεσημέρια
σταλάζουνε μέσα στους τάφους το λιοπύρι
-μα άσε δεν είναι στάχτη των χειλιών σου η γύρη
κι ούτε κορδέλα μαύρη έχεις στα χέρια.

Εδώ τα όνειρα ήσυχα βλασταίνουν
τα στάχυα από έγνοια κι από λυγμό έχουν μεστώσει
μα να θερίσει εδώ κανείς δε θα σιμώσει.
Το σούρουπο μονάχα κατεβαίνουν

τα συμπονετικά πουλιά για να τσιμπήσουν
κάτι από λήθη, από στοργή κι από χρυσάφι.
Όμως μη βλέπεις πόσο πλήθυναν οι τάφοι
τα μάτια σου καράβια θα γεμίσουν.

Μην κλαις. Μουσκεύει η ανάμνηση, πονάει το χώμα
γύραν οι ελιές την ηλικία του λόφου
θα ’ρθουν τα σύννεφα του παιδικού μας ζόφου
για να μας πουν πως ζούμε, ζούμε ακόμα.

Τίποτε… Δεν αντέχω να κοιτώ το βάθος
παντού κλωθογυρίζει η σαύρα, το σφαλάγγι
κι εμείς από ’να νέον οίκτο έχουμε ανάγκη
κι από ’να καινούριο πάθος.

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.


Δεν υπάρχουν σχόλια: