Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

ΟΔΥΝΗ Η ΣΑΡΚΑ ΟΔΥΝΗ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΚΙ Η ΚΑΘΕ ΠΡΑΞΗ ΟΔΥΝΗ, ΟΔΥΝΗ Η ΛΗΣΜΟΝΙΑ ΚΙ Η ΘΥΜΗΣΗ:

Έτσι είπε ο Ben. Προχώρησε μονάχος στην πλαγιά στ’ ασημένιο φως των ελαιώνων, Κάτω κοιμόταν το ποτάμι μαύρο –φύτεψα πολλά ποτάμια συλλογίστηκε πικρά. Ο αγέρας δάγκωνε μεσ’ απ’ τα φύλλα το κορμί. Ήταν ήλιο ακόμα κρύος τον εννοούσαμε όπως έσκυβε να χωθεί στον ουρανό. Όταν κοιμήθηκε σ’ ολάκερη τη γη ο Ben άναψε τη φωτιά μια νύχτα εσύρθηκε απαλά μες στα κενά του κόσμου ο Ben συνδαύλισε με το μακρύ του ξύλο τη φωτιά ποτάμια φύτεψα και ξύλα συλλογίστηκε πικρά μαυρίσανε και πάνε. Εδώ δεν αποκρίνεται κανείς. Είπα κατέβα ποιος ν’ αποκριθεί; Μια νύχτα εγλίστρησε απαλά μεσ’ απ’ τους αστερισμούς. Μέσ’ απ’ τον πρώτο κόσμο εφώναξα οδύνη η σάρκα οδύνη το μυαλό κι η κάθε πράξη οδύνη, οδύνη η λησμονιά κι η θύμηση χιλιάδες χρόνια πάλεψα να φέρω φως την άνοιξη πουλιά να σταματήσει το αίμα. Πάσχισα να σου φυλάξω τ’ άνθη τούτα δροσερά έλεγα θα ’ρθεις και πριν και τώρα και μετά σώμα μισό του φεγγαριού τ’ άλλο μισό πιο χαμηλά την ώρα που ανεβαίνουν τα νερά γυμνό από μέσα πιο γυμνό σα φλέβα ήρθε η φωτιά βασίλεψε κι η στάχτη της φωτιάς απίστευτα γοργή μεμιάς εσφάλισε τον κόσμο. Έτσι είπε ο Ben. Μια νύχτα εκύλησε απαλά απ’ τη σιωπή κι εγύρισε ξανά μες τη σιωπή. Σημάδια από αίμα πρόσωπα όλα χάρτινα σαλεύανε τη μνήμη χάνονταν κι ο γέροντας στην κάμαρη μ’ ορμήνευε τις άλλες ώρες να μετράω τα λάφυρα κουφάρι θλιβερό να το λυπάσαι χαμογέλασε με φρόνηση ερεθίζοντας τις νέες σειρήνες γυμνή ξεράθηκε η φωνή του την ακούω να δυναμώνει μεσ’ απ’ τα χαρτιά. Πώς να σηκώσω τη σάρκα ετούτη τώρα την οδύνη μου μες στα κενά του πρώτου κόσμου; Τάχα σωστά κοίταζα τη φωτιά και μίλησα, τάχα έσπειρα σωστά γνώση και γνώση γύρα μου, τάχα σωστά η ψυχή  μου γύρεψε καταφυγή στους άλλους που την είδανε στη χλόη τ’ ασήμι και το φως; Στον πρώτο κόσμο η νύχτα απαλοσφίχτηκε με τους αστερισμούς οι εφημερίδες γύριζαν γυμνάζονταν για πόλεμο και πλάι ο Ben με δροσερά μαλλιά χωρίς κανένα μόλεμα στο σώμα του. Έφτασε η Νόρα γυμνωμένη το σκοτάδι μέσα της, δε μίλησε έφυγε νωρίς με το φρέσκο φεγγάρι. Πώς τη χτυπήσανε τα χώματα τη νύχτα που γυρίζαμε απ’ τους τάφους κι ήτανε χλωμή σαν άλλοτε κοιτάζοντας τον πρώτο μας νεκρό. Κι η πρώτη εικόνα ο Ben εκεί με δροσερά μαλλιά, φύτεψα ξύλα και ποτάμια συλλογίστηκε πικρά. Σου φύλαξα άνη κόκκινα. κι εφώναξα κι ήσουν παντού όπου φώναξα θυμάμαι που ήσουνα παντού μες τη φωνή μου μες το σαρκινό μου παραμιλητό κι εγύριζες όπως γυρίζουνε μετά από καταστροφή τα λόγια κι είχε η φωτιά φύλλα πολλά σαν άλλοτε σε σκέπαζαν με μοναξιά και θάνατο. Θυμάμαι σ’ έβλεπα μεσ’ απ’ τις φωνές μεσ’ απ’ τα χαρτιά πρόσωπο μες τα πρόσωπα των άπειρων ασάλευτων γερόντων που κοιτάζανε κι ορμούσα σπάζοντας με δύναμη κλαδιά και κρύσταλλα κι οι γέροι εκεί τεράστιοι με κοιτάζανε κι εκείνος ο ακριανός πολύν καιρό τον άκουγα ασπρομάλλης μίλησε τραβήξου να μαζέψω τα παλιά μου κόκαλα. Στο γύρισμα του κύκλου κάτω από το φως τραβήχθηκα. Μα το αίμα εγώ το γύρεψα το ξέρω μόνο εγώ. Από τα πριν σε πρόσμενα είπε ο Ben κι εχάθηκε στα φύλλα του ελαιώνα.    (δέκατο  ΑΣΜΑ του Τάκη Σινόπουλου, από τη συλλογή του  ΑΣΜΑΤΑ Ι-XI 1953 με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Ιστολογίου όγδοο, ένατο και ενδέκατο άσμα Άσμα – ART by INCREDI The journey  )



Άσμα VIII (Οδύσσεια)
Οι εφημερίδες έγραφαν. Μα δεν μπορώ να θυμηθώ
τον πόλεμο και το θαμπό νησί
χαμένο μες στους ίσκιους του μυαλού
και του πελάγου. Είδα το φέγγος της φωτιάς όπως κατέβαινα
του πόνου μου τη σκάλα. Κέδροι πλατανιές —
εκεί έλουζε το κόκκινο κορμί. Και τότε πίσω από το μαύρο
φως του Άδη ο Γέροντας με το χρυσό ραβδί:
— Δεν έχεις κούφιο νου. Τί σέρνεσαι γύρα απ’ το θάνατο;
πολέμα με το πέλαγο με την αρμύρα. Κοίτα
ξαναγυρίζει η Ελένη αστραφτερή
σταφύλι ήχος αυλού και σμάλτο.

Οι εφημερίδες έγραφαν. Πού να σκαλίζεις τώρα.
Η μεταμέλεια κείτεται εις πολύ βάθος όμως
τη νύχτα αυτή γυρεύοντας επίμονα κάποιο κορμί φωτιά
και κρύσταλλο δεν ξαναφάνηκε
στη διψασμένη μνήμη μήτε καν εικόνα χάρτινη επιπλέοντας.
Ράχη του δελφινιού πλευρό πρασινισμένου καραβιού
οι αστερισμοί κοιτάζοντας το μαύρο και τη μοναξιά
κάτω απ’ τον ουρανό η Μεσόγειο ένα άδειο πέλαγο
σα δάσος απανθρακωμένο σα νεκρή σειρά αριθμών
και το ποτάμι νά το μες στις άκαρπες ιτιές
κανένα πλοίο εκεί σημάδι από άραγμα κανένα
κι αν σε ρωτήσουνε τί θέλεις;
πονώ ώς το κόκαλο θ’ αποκριθείς
ταμ ταμ
εδώ ανασταίνοντας τη θύμηση
μες στο μενεξελί-μαύρο νερό το τύμπανο σημαίνει.

Στο κόκκινο στιγματισμένο δέρμα φέραμε
σημάδια ότι κερδίσαμε μαλάματα μετάξι κούρσος
ολάκερο καθώς το πλοίο παράδερνε ακυβέρνητο
στο μέγα κύκλο του μεσημεριού.
Κι εγώ
φώναξα φύσαγε ο σιρόκος δυνατά φώναξα πίσω απ’ τα πανιά
κυλούσανε τα βράχια ανασαλεύοντας απ’ το βυθό τη θάλασσα
ΜΗΔΕΙΣ φώναξα δυνατά
κι εγύρισε η Ελένη ακούγοντας μες στ’ όνειρο
κι είπα θα ’ρθει η Ελένη θά ’ρθει από τους ουρανούς
κι ήμουν εκεί μισό κορμί στην κάψα του ήλιου
τ’ άλλο μισό σβησμένο από πολλά
σκοτάδια ή στοχασμούς.
Εδώ
περάσαμε και τις Ηράκλειες εποχές. Τα λάθη ερχόντανε
κοπαδιαστά ο αγέρας θρόιζε φέρνοντας μηνύματα
μιας άλλης γης. Κόκκινη η πρύμη παραμέριζε τα ρύγχη των κυμάτων
κι ο μπούσουλας γυρίζοντας πεισματικά
κι εδώ στο μέγα στόμα του γιαλού
χαζεύανε τυφλοί πολεμιστές.
Εδώ ο ξανθός Ελπήνωρ
σπασμένο κόκαλο στη έρημη μεσημεριάτικη γαλήνη
εδώ ο σφαγμένος βασιλιάς την ώρα του λουτρού
κι η Θέκλα χρόνους τώρα ερεθισμένη μουρμουρίζοντας
ένα παράξενο σκοπό κι ο Stephen σύντροφος
του σύγχρονου Οδυσσέα
κόκαλο ποτισμένο απ’ το κρασί μες στη δροσιά της κάμαρης
κι ο Μέγας Ήλιος στρέφοντας ολοένα σε Ήλιο καίγοντας
με δύναμη ό,τι απόμενε
φθαρτό. Τί ν’ απομείνει;

Όμως εγώ που φώναξα
χαράζοντας με το μαχαίρι μου τη φλούδα του κορμιού
κι απ’ το ξερό λαρύγγι ολόγυμνη ξεκόβοντας
πνιγότανε η κραυγή στο σιωπηλόν αιθέρα: Ελένη
είπα θα ’ρθει η Ελένη θά ’ρθει από τους ουρανούς.

Στου Αλκίνοου το νησί —
πώς να σ’ αγγίξω εσένα δροσερέ κλώνε μηλιάς —
θα σε ρωτήσουνε τί θέλεις τότες
ο Βασιλέας με φύκια ώς το λαιμό και το τσιμπούκι του
καπνίζοντας ακόμα δυνατά τ’ απομεσήμερο
μετά το φονικό που βούιξαν οι Μυκήνες
τα καφενεία σφαλίσανε στοιβάξανε
πρόχειρα τις καρέκλες πανταχού παρούσα η μαντική φωνή
κάτασπροι γέροντες στις έρημες αυλές
κι ακόμα καλοκαίρι εκεί φυσούσε
διαβολεμένος άνεμος παντού φέρνοντας αίμα απ’ το λουτρό
κι ακόμα καλοκαίρι εκεί
κι αλλού με την Ελένη ολάκερη
στον κόσμο που καιγόταν.

Πλάγιασε τώρα κι άκου
σημαίνει δυνατά το τύμπανο πάνω από τα νερά
του ποταμιού. Μες στον αχό της μέρας που άνοιγε στίφη κλαδιών
σε δάσος πορφυρό πεύκα και δρυς κι ελάτια
πυκνά σα να ’ταν πέλαγο η φωνή
του παγωμένου κότσυφα μες στην πρωινή ασημένια καταχνιά
πιο κάτω ο ψίθυρος τον ύπνο εσάλευε. Κοιμήσου. Στο νησί —
το τύμπανο ταμ ταμ—
του Αλκίνοου εσήμαινε μες στο μενεξελί μαύρο νερό.

Άσμα IX (Σκέρτσο)
Ένα ζεστό πρωί μεσ’ απ’ τους γυμνούς
κλάδους της μοναξιάς
τιου-λακ ηχώ της μοναξιάς
αιφνίδιο ανέβασμα στον αίθριο κόσμο
ανέβα ανέβα ανυψωθήκαμε
λάμνοντας πάνω απ’ τις έρημες σκιές στην είσοδο
του κόσμου ηλιοσταγόνα
τιου-λακ διαπέρασε τη μοναξιά.
Εδώ
κυρίες λουτρά μέσα στα φύλλα εικόνες λαμπερές
νομίσματα ξανθά και μαύρα εικόνες λαμπερές
τιου –λακ ηχώ της μοναξιάς
η πρώτη διάφανη αίσθηση
η πρώτη ανάμεσα σιωπής αναλαμπή
το πρώτο ανέβασμα στον κόσμο όπου η φωτιά
γυρίζει κι ερεθίζει.

Ήμουν εγώ κι εσείς. Κινούμενοι κι ακίνητοι
βγαίναμε τώρα από τις σκιές πιο πέρα από τις σκιές
αναμερίζοντας δειλά το φως. Ανάκρουσμα
συλλογισμού τιου-λακ η πρώτη αναλαμπή
τι τάχα
το κούφιο βάρος βάσταξα βαστάξαμε – απογύμνωση
και στέρηση κι οδύνη κι απογύμνωση
κι ο ψίθυρος στο βάθος του λουτρού
κι η νόστιμη αύρα ερέθισμα
ρυτίδωνε τον ύπνο οδύνη ερέθισμα απογύμνωση
κι οδύνη πώς να ορίσω
τούτο το σάλεμα κινούμενο όνειρο
φέγγος ονείρου μέσα στο όνειρο.
Χτυπήσαμε κι εγώ κι εσείς
πρώτος ο χτύπος για τη μοναξιά
κι αμέσως ο ήχος αποκρίθηκε απογύμνωση
και στέρηση κι οδύνη κι απογύμνωση-
τι τάχα βάσταξα τόσον καιρό
το βάρος τούτο.
Ανέβα-ανέβα ανυψωμένος
μέσα από τα σφιχτά κλαδιά που με σκεπάζουν είμαι
στον ήχο επάνω ένα κομμάτι από λησμονημένο πέλαγο
παιχνίδι του νερού στον άμμο ένα χαλίκι ράθυμο
μπορώ να θυμηθώ τη ράχη του ψαριού
μπορώ να βάλω στη σειρά
τα βράχια τη σιωπή και τ’ όνειρο τα ψάρια από το πέλαγο
μπορώ ν’ ανιστορήσω λεπτομέρειες από την έκφραση
του κόλπου που φωτίζεται.
Κυρίες λουτρά
σε πλήρη καθαρότητα σε πλήρη αξία
κι αν είμαι ένα όστρακο πεισματικά πιασμένο από τη μοναξιά
γυρίζοντας ξανά στη μοναξιά
εγώ σειρά συλλογισμών ασύνδετων πικρός
αμετανόητος άφωνος τιου-λακ
η ηχώ της μοναξιάς κυλώντας στο κενό
τιου-λακ σαν ήμουν ψάρι και ταξίδευα
μονάχος ολομόναχος ακόμα ελπίζοντας –
κυρίες λουτρά –μια ταπεινή βαθιά
παράφορη κι απέραντη συγγνώμη.

Άσμα XI
Μιλούσαμε για σένα Φίλιππε. Μοιράσαμε
την έγνοια ανάμεσα σε πρόσωπα που γύριζαν ελπίζοντας
μιαν έξοδο — κινήματα ασταμάτητα σε απατηλές εικόνες.
Και την ψυχή τη χάσαμε γυρεύοντας μονάχα την αλήθεια
στον κόσμο αυτό της ταραχής.
Η Ελένη εστράφηκε
κατά τη θάλασσα περνώντας απ’ τη μνήμη μια παραίσθηση
μια οδύνη σ’ ένα σκυθρωπό χώρο σχημάτων.
Πίσω απ’ το φαγωμένο φράχτη ανάσαινε ανηφορικό
το κύμα σιγανό σύμβολο του παντοτινού.
Νά η θάλασσα γυμνή θρησκεία επάνω η στέγη
το καλοκαίρι ακόμα φρέσκο το κρατούσαμε
στον ήλιο ενάργεια εναλλαγή και λάμψη.
Η Ελένη
σώμα σιωπής κλεισμένο νόμισμα σπηλιά όπου κατεβαίνεις
ολοένα στα τυφλά — τόσοι πολεμιστές
βουλήθηκαν να το κουρσέψουνε σε πολιτείες κινδύνων.
Θέλω να ειπώ την ώρα του χορού. Μαλλιά κάτω απ’ το φως
πυρακτωμένα μαύρα εχόρευε με στοχασμό γυρίζοντας αργά
στο νόημα του ρυθμού.
Πόσο ήταν κόκκινη από τη γυμνότητα
πόσο βαθιά παντοτινή το μέγιστο γυρεύοντας. Ω Ελένη
Ελένη φύγε από το φως φώναξε ο Φίλιππος στο σύνορο
που σπάζουν την ψυχή τα λόγια ω διψασμένη της φωτιάς.
Η οργή αντιλάμπισε τον παραλογισμό στην κόρα του ματιού.
Τάχα σε ποιές ημέρες βρίσκεται η καταγωγή τούτου του πόνου
εκεί που ακινητούνε τα όνειρα και μοιάζουν γεγονότα.
Θυμήσου Ελένη ο λόφος με τα μήλα ανέβαινε από εδώ
και τότες ήταν ήλιος αφανίστηκε
ήτανε τότες ήλιος ο καλύτερος ξανάπε σιγανά
πιο απέραντος ο τόπος τα θηράματα
σα φώτα σιωπηλά στον ύπνο. Μα πώς να κερδίσουμε
το παρελθόν που υπήρξε αφού το σήμερα αγωνίζεται
κι αυτό να υπάρξει με σπασμένους άγκωνες δεν ξέρουμε αν
υπάρχει φέρνοντας μιαν υπερήφανη άνθιση ασυλλόγιστης
οργής στο καλοκαίρι τούτο που είναι αφάνταστα
πικρό. Δυο φουντωτές
συκιές στο βάθος τα κλαδιά κι η σκόνη ράγιζαν το φως.
Η Ελένη εμπρός στη θάλασσα θέλω να ζήσω συλλογίστηκε
με δύναμη. Μα εσείς ανάμεσα στην πυρκαγιά και την κραυγή
κρατήστε με να μη βουλιάξω με την αίσθηση
τούτης της μοναξιάς.
Ποιος φώναξε
θα φύγουμε όλοι αργά για το λουτρό καθένας με σχήμα του
κλείνοντας έναν κόσμο ολάκερο παραφοράς κι οδύνης
σαν έρθει από το λόφο νέο φεγγάρι. Κι όταν φύγουμε
του μάρτυρα το λόγο ποιός θ’ ακούσει;
Εκύλησε η φωνή
σβήνοντας χαμηλά. Κύκλοι σιωπής. Το καλοκαίρι ζωντανό
τα χόρτα ακόμη ζωντανά στ’ αντίφεγγο του φεγγαριού.
Ήρθε το νέο φεγγάρι βλέφαρο
χρυσό και μαύρο. Υπάρχουν
πέρα από μας ίσως μες στην ακινησία του χρόνου
μέρες πιο φωτεινές. Τότε θα σηκωθούν
για να γυρέψουν δίκιο και συχώρεση όλα που γεννήθηκαν
στον πόνο και τον παραλογισμό. Και συ θα ’σαι το ανάκρουσμα
της μέλλουσας επιστροφής.
Το ξέρω ναι ψιθύρισε
η Ελένη μπαίνοντας πικρή στη θάλασσα. Η φωτιά
και το χαμόγελο θα με γεννήσουν πάλι. Πέρα από τη φωνή
δεν άκουγε ούτε την οδύνη της. Και τότε
θα ’ναι όμορφα τα βράδια με το ροζ τραπεζομάντιλο
κι ο Φίλιππος —μιλούσαμε για σένα Φίλιππε—
πυροβολώντας άσκοπα πίσω από τις συκιές
θα ’ρχόταν ύστερα κουμπώνοντας το λερωμένο αμπέχονο.

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δεν υπάρχουν σχόλια: