Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΦΩΛΙΑΖΕΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ Σ’ ΟΠΟΙΟ ΚΑΛΟΥΠΙ (σε ατελεύτητη ροή του ανθρώπου μες στις λέξεις όπως ρέουν και οι λέξεις μες τον άνθρωπο):

Ξέρω εδώ πως θα πεθάνω, το σώμα μου δίχως καμιά βοήθεια στραγγίζει τους τελευταίους σφαδασμούς, ξέρω πως θα πεθάνω εδώ, δεν μπορώ πια να πλησιάσω τους άλλους πιο κοντά από τη βολή της λαλιάς τους και δε φαίνεται κανένας να καταλαβαίνει εκείνα που εγώ φωνάζω, τίποτε, ούτε ένα αντικείμενο δεν μου ανήκει μήδ’ η γαβάθα του ζητιάνου μήδε και το ραβδί του, οι Κολπίσκοι και τα Υποβρύχια τοπία, οι Πηγές τα Πολυτρίχια και τα Φτερουγίσματα μες το Δάσος άδεια καυκιά είναι, ρινίσματα του απείρου όλα αυτά χάσκουνε από ανυπαρξία, δεν είμαι πια θνητή είμαι θανατωμένη τώρα, τα λόγια που ακολουθούν είναι εκείνα που νομίζω ότι τα λένε οι άλλοι, μια παρέα αγόρια βγήκανε σεργιάνι, δέρνουνε τον αέρα με λεπτές βίτσες λυγαριάς και τραγουδάνε… [απόσπασμα από το ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΚΥΜΑ παραλλαγή αφιερωμένη στον Ανδρέα Καμπά από τη συλλογή της Ματση Χατζηλαζάρου ΕΚΕΙ-ΠΕΡΑ ΕΔΩ – ART by ALEXANDER MARANOV painting ]




ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΑΓΟΡΙΑ ΒΓΗΚΑΝΕ ΣΕΡΓΙΑΝΙ, ΔΕΡΝΟΥΝΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΜΕ ΛΕΠΤΕΣ ΒΙΤΣΕΣ ΛΥΓΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ - ΕΔΩ)
είχανε λαμπερές γυάλινες χαίτες εκείνες οι μαύρες φοράδες
δίχως καπίστρια και παρωπίδες
τα ρουθούνια χνουδωτά όλο χάδι και δροσιά
καλπάζανε μες τον άνεμο
τρία μέτρα ακριβώς πάνω απ’ το βάλτο
κάθε φορά που συναντούσανε ένα σύννεφο ομίχλης
το άφρισμά τους γινότανε κόκκινα γαρύφαλλα
κι έβλεπες καθαρά μια σειρά νότες
σαν της Μικρής Νυχτερινής Μουσικής

ένα αγόρι της παρέας έπεσε στην αγκαλιά καποιανής
τσαμπί της φιστικιάς ζεσταμένο από τον ήλιο
δεν μπορώ να το ξεχάσω

ένας άνθρωπος καθισμένος πάνω στα βράχια αγναντεύει τη θάλασσα

ο χρόνος φωλιάζει ξανά και ξανά σ’ όποιο καλούπι
θε να του πλάσεις
σε ηφαίστεια
σε φτέρες
σε φύλλα καρδιάς
σε χρυσαετούς
σε ήλιους
σε αχινούς
σε χελώνες της θάλασσας
ο χρόνος φωλιάζει ξανά και ξανά σ’ όποιο καλούπι
θε να του πλάσεις
στα νησιά του Πάσχα
στα μάτια σ’ όλα τα μάτια από τότε που υπάρχουνε
σε έρωτες
σε κρυφές φωτιές
σε άβυσσους
σε βαρύγδουπους ήχους  όταν μεταναστεύανε
οι προϊστορικές αγέλες
σε μύθους
σε ταξίδια στο διάστημα
σε λαμπρές ρώγες στήθους που ’ναι τ’ άστρα του ουρανού
σε μάχες
σε έτη φωτός
σε μικρόβια
σε ατελεύτητη ροή του ανθρώπου μες στις λέξεις
όπως ρέουν και οι λέξεις μες τον άνθρωπο

ψιλή φωνή και γέλια μικρού κοριτσιού

μη φεύγεις κοίτα στρίβεις την κλωστή
γύρω απ’ το δάχτυλό σου
την ανεβάζεις τυλίγοντας λοξά ως την άκρη
και μετά τη χώνεις έτσι ανάμεσα απ’ το νύχι και το κρέας
α, α αυτά τα μικρά γαλάζια πρηξίματα
όταν σφίγγε κανείς δυνατά
α πώς μ’ αρέσει
κοίτα το δένδρο
θα μετρήσω
όλες τις σταυροβελονιές
που δείχνουνε τα γυμνά κλαράκια
ψηλά στον ουρανό
περίμενέ με μα περίμενέ με

κάποιος σκύβει και λέει

να αισθανθείς την τεράστια κοιλιά μιας γυναίκας
έτσι που τανύζεται και σπρώχνει
τα πόδια ορθάνοιχτα
για να φέρει στον κόσμο ένα παιδί
αγαπάω την τεράστια κοιλιά
της γυναίκας που ξεγεννάει
εσύ λεβέντισσα σπαράζεις δίχως κλάματα
μην τα φοβάσαι τα χέρια μου
ξέρουνε πολλά περισσότερα
απ’ ό,τι έμαθε ποτέ το βλέμμα μου
είναι της καρδιάς μου χάδι ν’ αγγίξω αυτό που γεννιέται
τα μέλη τα μικροσκοπικά και το κεφαλάκι σουφρωμένα
όμοια με τα βλαστάρια προτού ξεδιπλωθούνε

η φωνή εκείνου που σκύβει γίνεται όλο και πιο έντονη

να καλή μου άλλη μια βαθιά ανάσα τώρα έρχεται το ’πιασα
να έπιασα το πηγούνι του τι θαυμάσια πλησμονή σ’ αυτό το δεμάτι
ζωή όλο παλμοί και σαλέματα είναι εδώ όπως τη φωλιά με τους
νεοσσούς ξαναβρίσκω το σφυγμό τρεις και τέσσερις φορές παιδί
που ξεπρόβαλες απ’ την κοιλιά της μάνας σου ήλιος μες το αίμα
να ’ναι η ζωή του φλόγα και φως όσο αληθινή είναι τούτη η
ώρα

ο άνθρωπος καθισμένος πάνω στα βράχια

ρώτα ν’ αναδυθούμε
να νιώσουμε τα πράγματα
όπως οδεύουμε χαράζοντας το σύμπαν
ν’ ακμάσουν πρώτα
κάθε σάλος που ξεσπάει
φουσκώνει
άλλο ένα κύμα
μες στην ατέρμονη δίνη
ο άνθρωπος με εργαλεία που ξεφυτρώνουνε
στην άκρη των χεριών του
και στην άκρη των χειλιών του
οι λέξεις

γυναικεία φωνή μες σ’ ένα σπίτι

μια μυρωδιά νοτισμένη απλωνότανε ενώ οι χαρές και τα βλέμματα
τύλιγαν με κορδέλες όλη τη ζέση που βλασταίνει ανταύγειες
ακινησίας σιγά ανατρέπονται  και κάθε κίνηση γυαλίζει το τσαμπί
των μελαχρινών μαλλιών κολλημένα στο πρόσωπο εδώ ούτε εδώ
ούτε μια μέρα με στίγματα από φαντασιώσεις εσύ καταυγάζεις το τέλος
μιας μοναξιάς αν και δεν είσαι ο έρωτας σε σένα οι εικόνες αναδεύουν
ένα μεγάλο φλόκο και κύματα καρδιάς
πώς κάνεις και παίρνεις λόγια πάνω στο στήθος μου
ανάβεις τις χειρονομίες μας με άστρα
και μετράω το κεχριμπάρι των ναι ναι
με ακτινοβολείς με τις δροσερές παλάμες σου
αν και δεν είσαι ο έρωτας
σπιλιάδες με φυσάς
σ’ αυτά τ’ ατέλειωτα απογέματα λαχανιασμένα από Απρίλη
και στο Παρίσι οι ανεμώνες με τα μάτια ορθάνοιχτα
μια μυρωδιά νοτισμένη απλωνότανε
ενώ οι χαρές και τα βλέμματα τύλιγαν
με κορδέλες όλη τη ζέση που βλασταίνει

είμαι αποτελειωμένος
της ζωής μου οι στάχτες δε θα νοιαστούνε αν ορισμένοι κάθε φορά
ΤΩΡΑ ζώνουνε πιο γρήγορα τον φλοιό της γης
κι αν κάθε φορά εκτοξεύονται πιο μακριά απ’ τη γης

ο άνθρωπος καθισμένος πάνω στα βράχια

ο χρόνος φωλιάζει ξανά και ξανά σ’ όποιο καλούπι
θε να του πλάσεις
μες στη φλογοβόλα μάζα
στα πέρατα του αιθέρα
που ξεπερνάει χιλιετηρίδες ατμούς
και μες τα ηφαίστεια που καταβαραθρώνουνε
ύδατα και πετρώματα
και πάνω στ’ αφρισμένα κύματα των ωκεανών
όπου με φρικτούς βορβορυγμούς
ολόκληρα αρχιπέλαγα αναδύονται

για να στριφτεί ένα σπλάχνο έως το μαβί του άνθισμα
για να πλαστεί ο ασβέστης ενός καύκαλου ή ενός σκελετού
είναι που κάποιος σάλος ξεσπάει
και φουσκώνει
άλλο ένα κύμα!..

[Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Ερχομός, δεσμός, αναχώρηση: να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]


Δεν υπάρχουν σχόλια: