Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

ΝΑ ΜΕΤΡΑΣ ΟΜΟΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΧΑΡΙΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΕ ΑΙΜΑ (και κάτι άλλο νέε μου, ν’ ανοίγεις πάντα τα παράθυρα στο φως)

Ζυγιάζει στο ένα χέρι τη ζωή του και στ’ άλλο τη θάλασσα. Βλέπει. Το νιώθει. Του λείπουν πολλά. Σχεδόν όλα. Αν μπορούσε να μη σκέφτεται έτσι. Ένας ευυπόληπτος κύριος του είπε: αγαπητέ μου, να μετράς όμοια πράγματα. Παραδείγματος χάριν, τον άνθρωπο με άνθρωπο, το αίμα με αίμα… Και κάτι άλλο, νέε μου, ν’ ανοίγεις τα παράθυρά σου πάντα στο φως. Αυτός χαμήλωνε τα μάτια και κοίταζε τα παπούτσια του, που προσπαθούσαν να συνεννοηθούν για ένα βήμα ακόμη. Και το στόμα του έμεινε κλειστό, ενώ ένα ρυάκι αίμα κυλούσε απ’ την αριστερή άκρη.  (ΛΕΗΛΑΣΙΑ από την πρώτη ενότητα της συλλογής του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970: Παρένθεση στο χρόνο - Art by anke-merzbach-fenc3aatre window]


ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Έπιασε το πόμολο της πόρτας
κι ένιωσε τέτοια μοναξιά,
που έσκυψε και φίλησε το κρύο σίδερο.
Ξέρετε, τα πόμολα γνωρίζουν πολύ καλά
να ξεχωρίζουν το χέρι του κυνηγημένου
από το χέρι του καλού αστού.

Κυνηγημένος και στάζοντας αίμα
άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα στο σκοτάδι,
τη στιγμή που ακουγόταν απ’ το ραδιόφωνο
ένας σκοπός - «τάχα τι να γύρεψαν στα χλομά σου μάτια»-
(συμπληρώνοντας έτσι το σκηνικό της καταιγίδας του)

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΕΡΙΟΥ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Η νύχτα έπεσε τόσο απότομα,
που δεν πρόλαβε να την αντιληφθεί
το μάτι μας
Η νύχτα μπήκε μέσα μας, σβήνοντας
με το χέρι ό,τι μας ανήκει.
(Τόσα χρόνια αναζητήσεις και προσπάθειες)
Και υπάρχει τόσο φως.
Παράπονο όχι. Αλλά απορία
Μια τεράστια απορία, που προσπαθούμε
να την κρύψουμε μέσα στα χέρια μας
-και δεν μπορούμε να δούμε το πρόσωπό σου.
Το νιώθουμε όμως. Βρίσκεται γύρω μας.
Παντού. Γεμάτο αγωνία.

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Εξαντλήσαμε το Νοέμβρη
μ’ έναν τρόπο καθόλου ορθόδοξο
μέσα σε καφενέδες αναμονής.
Στην αρχή μετρούσαμε τις ώρες.
Αυτό όμως μας κούρασε, κι αρχίσαμε να μετράμε
τις εποχές. Και μετά, με πόση ευκολία, αλήθεια,
τους αιώνες.
Μας έμειναν μερικές στιγμές,
που φτάναν ίσα-ίσα να κοιτάζουμε
τη δίκλωνη φλέβα που αυλάκωνε
τη σκέψη σου και κατέληγε σ’ ένα άνθος σαρκοβόρο

(Είναι κι αυτό κάτι στις μέρες μας,
που για να επισκεφτείς τον εαυτό σου
χρειάζεσαι διαβατήριο)

ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΑΛΙ ΦΕΤΟΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Αλήθεια, πάλι φέτος μπουμπουκιάζουν τα ηφαίστεια,
όταν οι κοπέλες λούζουν τα μαλλιά τους
με αγκαλιές σκοτάδι και κάθε τους βήμα είναι
μια διαμαρτυρία.
Βλέπουν βαθιά μέσα στο μέλλον, τη μέρα
που οι νέοι γυμνοί από τη μέση και πάνω
θα πιάσουν τον ήλιο από τα κέρατα και
θα τον κοιτάζουν ίσια στα μάτια.
Κι εσύ, παιδί κρυμμένο παντού,
θα δώσεις ένα σάλτο για να μπεις
στον κήπο που θα ’χει ανάψει όλα τα λουλούδια του
και θα περιμένει.

Όλοι περιμένουμε.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Το τρένο πλέει πάνω στο αίμα,
κι εμείς ρίχνουμε τους κύβους
καθώς μας πηγαίνει στον πόλεμο.

Το λουλούδι λιώνει μέσα στο χέρι μου

[Και ήρθαν και πέρασαν καλοκαίρια, χειμώνες και Σεπτέμβριοι μεταφυσικοί, όπως έγραφε στο ποίημα «Σεπτεμβριανό Φως» ο Τάκης Σινόπουλος, και δεν σε πρόδωσα ποτέ,μάτια μου. Και πολύ τραγούδησα και πολύ εσιώπησα για σένα. Δρόμους με οδοφράγματα και δρόμους πλατείς διαβήκαμε. Πέταξα, δίψασα, πείνασα και δεν παραπονέθηκα. Έφαγα ξερό ψωμί και ποίημα. Λοιδορήθηκα από ασεβείς, αλλά η πίστη μου μ’ έσωσε. μέσα στην έρημο και βρήκα νερό και μετά πηγή. Το ποτάμι προσπαθώ να τοπεράσω χρόνια. Με μάτια διψασμένα πέφτω στην αγκαλά σου και κοιμάμαι ήσυχα, μικρό παιδί. Από πάντα ήσουνα η μουσική και η ζωγραφική για μένα. Άλλες νύχτες καθόμουν και κοιτούσα με τις ώρες το σπίτι του Σεφέρη (Άγρας 20). Το παρατηρούσα ν’ αλλάζει γωνίες, να  αναπνέει, να πλέει ανάλογα με το φως του φεγγαριού. Εκείνη την εποχή μπαινόβγαινα σε κινηματογράφους και θέατρα, σε σημείο να είναι οι σκοτεινές αίθουσες προέκταση του δωματίου μου. Αυτή είναι περίπου η μικρή ιστορία της ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗΣ και των ανθρώπων της. Και τοταξίδι συνεχίζεται. Κοιτάζω πίσω το δρόμο και βλέπω να έρχεται προςτο μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος,στα βελούδινα.[τελευταία παράγραφος από το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του Γιάννη Κοντού για την ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ του

Δεν υπάρχουν σχόλια: